Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΣΩΠΑ







Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι άργυρος
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγαν:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο αγόρι που ερωτεύτηκα και μου λέγε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, και σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάστηξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια,
"Τι σε νοιάζει ", μου λέγαν,
"θα βρείς το μπελά σου, τσιμουδιά, σώπα".

Αργότερα φωνάζαν οι προϊστάμενοι:
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις και σώπα".

Παντρεύτηκα  κι έκανα παιδιά  και τα μαθα να σωπαίνουν.
Ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός κι ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που του έλεγε "Σώπα".

Στα χρόνια τα δίσεκτα οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα"
και μαζευτήκαμε πολλοί,
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, και φτάσαμε ψηλά, μας δώσαν και παράσημα,
κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το Σώπα.

Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου και στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ 'τηνε  σύρριζα.
Πέταχ’ την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς, να λές "έχετε δίκιο, είμαι με εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις.
 Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να σαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα' ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!


Αζίζ Νεσίν


Το κείμενο αυτό απήγγειλε η ηθοποιός  Μαριέττα Ριάλδη που έφυγε από την ζωή στις 8 Δεκεμβρίου 2013, στο Ηρώδειο. Το ποίημα ανήκει στον Τούρκο ποιητή Αζίζ Νεσίν. Παρ’ όλο που υπάρχει το κείμενο, αξίζει να ακούσετε την συγκλονιστική της ερμηνεία στο βίντεο που συνοδεύει την ανάρτηση.




Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ



Όλοι κάνουμε όνειρα για τους εαυτούς μας κι όλοι έχουμε επιθυμίες για το τι θέλουμε να γίνουμε. Να είμαστε. Πολλές καταστάσεις στο διάβα της ζωής μας βγάζουν από την πορεία μας. Μας απογοητεύουν. Δεν μας κάνουν όμως ποτέ να ξεχνούμε όλα όσα κάποτε θελήσαμε.

Όλα, τα πάντα έρχονται στην ώρα τους, όταν είναι όλα έτοιμα για να τα υποδεχτούν. Με τιμή και δόξα. Το παραμύθι αυτό που ακολουθεί μας διδάσκει την αλήθεια αυτού του πράγματος. Μην ξεχνάτε ποτέ τα όνειρά σας, αλλά να ξέρετε πως ίσως και να είναι πολύ μικρά και κάτι πολύ ανώτερο να υπάρχει εκεί έξω και να σας περιμένει.


Καλά Χριστούγεννα

Μαρία Χρονιάρη




Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

ΧΕΙΜΩΝΑΣ



"Ήρθαν για 'μένα, ο ήλιος αυτός
και ο χειμώνας."




Κοίτα απ' το τζάμι
σκουπίζοντας τα χνώτα σου
ένας ήλιος κυνηγημένος
είναι πεσμένος στην πόρτα σου.
Άνοιξε του, αν αντέχεις
- λίγο φως.

Πίσω του τρέχει
ένας χειμώνας• κρύα βρύση.
Tον μαστιγώνει με βροχή
για να αποκάμει πριν τη δύση.
Άνοιξε του, αν δε φοβάσαι•
είναι γυρτός.

Κι εγώ ο άμοιρος
σαν άβουλη σκιά σου
πως να μοιραστώ
το φως ή τη σκοτιά σου.
Άνοιξε του να διαλέξει αυτός
απ' τα κρυμμένα.

Κι ό,τι γίνει...
Eσύ άνοιξε απλά την αγκαλιά σου
και το σωστό
άσ' το πνιγμένο στη λαλιά σου.
Ο χειμώνας κι ο ήλιος αυτός
ήρθαν για 'μένα.

Ήρθαν για 'μένα, ο ήλιος αυτός
και ο χειμώνας.


Κοιτάω απ' το τζάμι
σκουπίζοντας τα χνώτα μου,
ένας ήλιος κυνηγημένος
είναι πεσμένος στην πόρτα μου.
Δεν του ανοίγω, δεν αντέχω
άλλο φως.

Πίσω μου τρέχει
ένας χειμώνας• κρύα βρύση
με μαστιγώνει με βροχή
για να αποκάμω πριν τη δύση.
Δεν του ανοίγω, φοβάμαι•
είμαι γυρτός.

Κι εσύ ο άμοιρος
σαν άβουλη σκιά μου,
πως να μοιραστείς
το φως ή τη σκοτιά μου.
Άνοιξε μου να διαλέξω εγώ
απ' τα κρυμμένα.

Κι ό,τι γίνει...
Eγώ θ' ανοίξω απλά την αγκαλιά μου
και το σωστό
άσ' το πνιγμένο στη λαλιά μου.
Ο χειμώνας κι ο ήλιος αυτός
ήρθαν και για 'σένα.

Ήρθαν και για σένα, ο ήλιος αυτός

και ο χειμώνας.



Active  Member






Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΑΡΓΑ





Πάντα είχα
Μια εγκληματική αγάπη
Για τα χαμένα

Πόνταρα πάντα
Στα λάθος άλογα

Έκανα βραχιόλια
Τις υποσχέσεις
Με την υποψία
Πως
Ίσως γελάσω

Μια ζωή
Υποθήκευα

Την ζωή μου



Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)


Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ



Σημείο 1


Μετά ακούστηκε. Μέτρημα επιστροφής, διαφορετικό. Έπεφτε πάνω σε τσίγκο και με ακανόνιστο θόρυβο σα βροχή, ανέβαινε. Αλλά με μια απόφαση. Ήταν ένα χαρτί και έλεγε «ήρθε ο καιρός να χωρίσουν μέχρι θανάτου ο νους του ανθρώπου από το νου του κόσμου» (1). Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε. Από το αυτί της κρεμόταν μια σημασία. Σαν πελώριο σκουλαρίκι ήταν και βάραινε και απ’ τα καλώδια έτρεχε ένα παχύρευστο υγρό που ήταν κάτι ανάμεσα σε καυτό και ομίχλη.

(Απόσπασμα από το βιβλίο)


"Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του  — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί  σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας  τα γεγονότα να συμβαίνουν.  Από μια φλεγόμενη θέληση.  Με τα μάτια να παραληρούν.

Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.

Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός,  θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.

Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν.
Όμως εδώ είναι η αρχή του."

Σταύρος Σταυρόπουλος



Αυτό το βιβλίο μοιάζει με ένα τελευταίο βιβλίο. Μπορεί και να είναι: Το τελευταίο ίχνος από έναν κόσμο, μια γραφή, έναν άνθρωπο. Είναι όμως και ο ασυγχώρητος πόθος ενός πρώτου βιβλίου. Ή σκέτα, ο πόθος του. Το πρώτο και το τελευταίο, έχουν, ούτως ή άλλως, τα εναργέστερα χαρακτηριστικά. Ας το πω διαφορετικά: Είναι η γραμμή που ενώνει τα κομβικά σημεία μιας δυσοίωνης διαδρομής. Με έναν αναπόδραστο τρόπο.


Μια ευθεία γραμμή, λοιπόν.

Μόνον.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Το νέο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου "Καπνισμένο Κόκκινο", εκδ. Σμίλη, κυκλοφορεί από σήμερα στο κεντρικό Βιβλιοπωλείο Πολιτεία και από αύριο στον Ιανό καθώς και σε όλα τα κεντρικά Βιβλιοπωλεία. Τιμή πώλησης 9 ευρώ με Φ.Π.Α. Όσοι μένετε εκτός Αθηνών, μπορείτε από σήμερα να κάνετε την παραγγελία σας στα τοπικά σας βιβλιοπωλεία.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΤΕ



Μιλάω και γράφω συχνά για την αγάπη, γιατί ξέρω πως είναι το τελευταίο οχυρό. Το τελευταίο καταφύγιο. Όλα έχουν αρχίσει να φθίνουν, να χάνονται. Η αγάπη είναι η δική μου πανοπλία. Την φορώ για να αντιμετωπίζω τον κόσμο. Με αυτή γεννήθηκα και με αυτή πορεύομαι.

Η ανθρώπινη ψυχή έχει μνήμη, το σώμα έχει μνήμη κι εκτός των άλλων, ο εγκέφαλος έχει την εκπληκτική ικανότητα να αναπαράγει την φωνή και τις λέξεις εκείνου ή εκείνης που αγαπάς. Να λέτε στους ανθρώπους πως τους αγαπάτε. Και κυρίως να φοβάστε μην τους χάσετε. Κανείς δεν είναι δεδομένος. Να φοβάστε μην χάσετε εκείνους που αγαπάτε.

Η ψυχή δεν ζητά πολλά. Μόνο ζέστη κι αυτό δίνεται μέσα από την αγάπη που την διεκδικείς μέρα την μέρα, ώρα την ώρα. Κρατήστε στη ζωή σας εκείνους που σας δείχνουν πως είστε μοναδικοί γι' αυτούς. Πως από όλον τον κόσμο στον πλανήτη, μόνο εσείς είστε η γαλήνη που ζητούν.


Μαρία Χρονιάρη



Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΩΚΕΑΝΟΥ






Έχω κάνει μια χαρακιά στο κορμί μου 

Για να μπορεί να μπαίνει από εκεί όλη σου η λύπη 

Κι όλο να μεγαλώνει η πληγή
Κι όλο να επιμένω να την ξύνω

Και γίνεται ολότελα μια θάλασσα από θλίψη
Και γίνεται αθόρυβα ένας ωκεανός από πόνους

Και γίνεται συνέχεια μόνο θάνατος 
Που μέσα του χορεύω


Μαρία Χρονιάρη






Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ


Στέκομαι απέναντί σου
Ντυμένη τα μαύρα πέπλα της γέννησης
Σε κοιτώ
Είσαι σαν πίνακας του Νταλί
Σταυρωμένος σ’ ένα κόκκινο ξύλο

Απ’ την πληγή της λόγχης στο πλευρό σου
Ρέουν τα πρόσωπα των ανθρώπων
Ψυχρά άμορφα
Με τις γλώσσες τους έξω

Εσύ χαμογελάς
Με τα βελούδινα μάτια σου λέγοντας

Κάθε ζωή που πεθαίνει
Είναι ένας αναστημένος θάνατος

Μην κλαις Μαρία

Κι όλα σαν από πόνο

Έγιναν θάλασσα

Όλα τα κύματα είναι δικά σου.


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)



Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο του Σταύρου Σταυρόπουλου

Δείτε εδώ


Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

ΕΣΥ ΠΟΣΟ ΒΙΑΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΠΟΣΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΟΥ ΑΝΑΛΟΓΕΙ;


Το πείραμα του Μίλγκραμ (The Milgram Experiment) ήταν μια σειρά πειραμάτων κοινωνικής ψυχολογίας που διενεργήθηκαν από τον ψυχολόγο του Πανεπιστημίου του Γιέηλ (Yale), Stanley Milgram. Μετρήθηκε η προθυμία των συμμετεχόντων στο να υπακούν ένα πρόσωπο (Επιστήμονα) που συμβολίζει εξουσία και αυθεντία, όταν αυτός τους ζητούσε να κάνουν πράγματα που αντιτίθενται στην συνείδησή τους.

Τα πειράματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1961, τρεις μήνες μετά την έναρξη της δίκης του Γερμανού ΝΑΖΙ Adolf Eichmann για το Ολοκαύτωμα. Το πείραμα καλούνταν να απαντήσει στο ερώτημα: "Ο Eichmann και οι συνεργοί του, είχαν κοινό σκοπό τουλάχιστον ως αναφορά το σκοπό του Ολοκαυτώματος;".

Τα πειράματα του Milgram έδειξαν ότι είναι δυνατόν εκατομμύρια συνεργοί απλά ακολουθούν τις εντολές τους, ακόμα κι αν αυτές παραβιάζουν τις βαθύτερες ηθικές αρχές τους. Το παρόν είναι απόσπασμα από σύγχρονη επανάληψη του πειράματος στο πρόγραμμα Horizon του BBC 2, στη σειρά με θέμα "Πόσο βίαοι είμαστε", στο οποίο συμμετέχει ενεργά ο πρώην βουλευτής Michael Portillo.

Δείτε εδώ το πρώτο μέρος του βίντεο συνολικής διάρκειας 8:36 


Δείτε εδώ το δεύτερο μέρος του βίντεο, συνολικής διάρκειας 8:39 



Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΚΑΤΗΣ



Βγήκε εψές η Σελήνη, πελώρια και φασματική, στύλωσε πάνω από τον Λυκαβηττό την ασπίδα του καθρέφτη της και άπλωσε το ερωτικό της φίλτρο πάνω στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα. Οι άνθρωποι ένιωσαν μια στάλα από το χρυσό δηλητήριο να στάζει μέσα στην αδύνατη καρδιά. Τα δάχτυλα έγιναν φιλντισένια, τα μέτωπα αγνό κερί, και μέσα στα διάπλατα μάτια άναψαν πυρσοί από κίτρινο φώσφορο.

  Η Σελήνη χαμήλωσε πάνω στις ωραίες γυναίκες, πέρασε στο εκστατικό πρόσωπό τους την προσωπίδα από λεπτό φύλλο χρυσού, αυτή που φορούσαν οι πεθαμένες βασίλισσες των Μυκηνών. Τις κοιτάξαμε με θάμβος και είταν η πρώτη φορά που τόσο βαθιά τις είδαμε ως μέσα στη θηλυκή καρδιά τους. Γιατί είταν η Σελήνη που μας τις έδειξε.

  Είταν η ίδια, χλωμή και λυσίζωνη, αχόρταγη και σιωπηλή, όπως όταν μάγεψε τον Ενδυμίωνα, το μικρό βοσκόπουλο του Λάτμου, που το βρήκε να κοιμάται ολόγυμνο στη δροσερή σπηλιάΤόνε σκέπασε με ύπνο βαρύ σα λιγοθυμιά, σφράγισε τα ματόκλαδά του με το φοβερό της φίλημα και τον έκαμε δικό της ολάκερη την αυγουστιάτικη νύχτα, χωρίς να λύσει από πάνω του τα μάγια του εξαντλητικού ύπνου.

  Ο έφηβος έγινε χλωμός και διάφανος, μέσα στο κορμί του έτρεχε το χρυσό φωσφορικό φίλτρο της Εκάτης. Το θαύμα έκλεισε το θεοφίλητο στόμα του με τη σιωπή και σαν ξύπνησε, μέσα στα εκστατικά μάτια του έκαιγε η σιγανή τρέλα του φεγγαρόφωτου. Όλη τη μέρα που περίμενε το άστρο του Απόλλωνα να σβήσει, ονειρευόταν τους γλυκούς βραχνάδες που θα του έφερνε η νύχτα. Μαζί με τη νύχτα έμπαινε αθόρυβα η Εκάτη στη σπηλιά του μικρού βοσκού, τον κοίμιζε, έγερνε πλάι του και βύζαινε ως την αυγή τον έρωτα από το μελαχρινό κορμί του.

  Πέθανε ο Ενδυμίων από την πολλήν αγάπη. Μια νύχτα είταν, μέσα στην ερωτική σπηλιά του Λάτμου, που δεν μπόρεσε νανοίξει ποτέ πια τα βαριά ματόφυλλα, να δει την Εκάτη να τον καίγει με τον πόθο της. Πάνω στα μάτια του έπηξαν αράγιστες οι ερωτικές σφραγίδες του θεϊκού φιλήματος. Και στο παιδικό πρόσωπο κρατούσε τη χρυσή προσωπίδα του θανάτου. Όταν τα θαυμαστά μέλη του επάγωσαν σιντεφένια πάνω στις παχειές προβιές και ήρθε η Αυγή να σκορπίσει τους πελινδούς ίσκιους των ονείρων, η σπηλιά είταν ακόμα γεμάτη από φεγγάρι. Οι πέτρες φωσφόριζαν, λαμπύριζαν σαν μάτια μικρών αγριμιών τα κρύσταλλα.


Τότε τα σκυλιά του μαζεύτηκαν στην έμπαση, σήκωσαν το υγρό ρύγχος προς την Εκάτη, και γάβγιζαν με υψηλά, μακριά ουρλιάσματα. Οι λαγκαδιές τα μεταπήραν και ολόλυξαν βαθιά, με τις σπηλιές των νυμφών και με τις βουερές χαράδρες, όπου ανήσυχα τέντωναν τα σουβλερά αυτιά οι σάτυροι. Από τότες η Εκάτη, έρχεται και λύνει πάνω στο Αιγαίο τις ξανθές πεταλούδες της, και γεμίζουν τα νυχτερινά νερά από χρυσούς βοστρύχους, που σαλεύουν σαν δεσμίδες φωτερά φίδια. 

Μέσα στα δάση, στις ρεματιές που γυρίζουν τα τσομπανόπουλα, στις πηγές, στάζουν τα βαριά φωσφορικά δάκρυά της. Από τότες τα σκυλιά σηκώνουν τη μουσούδα και ουρλιάζουν λυπητερά προς το πρόσωπο της Εκάτης. Έτσι βγήκε εψές πάλι η Εκάτη πάνω από το Λυκαβηττό, σα νάβγαινε από τη σπηλιά του Λάτμου.Την είδαμε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά ενός μαύρου κυπαρισσιού, να κρέμεται σαν υπερφυής καρπός. Κατόπι φάνηκε να γυρίζει πάνω στην αμμουδιά του Σαρωνικού. Περπατούσε αργά, και δεν σφράγιζαν τη μαλακήν ακρογιαλιά τα χρυσά της βήματα.

 Μια συντροφιά σταμάτησε να μιλά τις ασήμαντες κουβέντες της, γύρισε και κοίταξε τη φιλέρημη Θεά ξαφνιασμένη. Κατόπι, άντρες και γυναίκες, ξανάρχισαν να μιλάνε, με τις φωνές χαμηλωμένες. Μόνο μια κόρη, μια μικρή παρθένα, με τα στήθη όχι πιο μεγάλα από δυο αχλάδια, απόμεινε να κοιτάζει κατάματα την πελιδνή Θεά.Τα μάτια της παιδούλας γέμιζαν σιγά – σιγά από ακατανίκητον τρόμο. Γέμιζαν φως φεγγαρίσιο, ψυχρό κ’ επικίντυνο.

 Είταν η ερωτική γοητεία της φοβερής Σελήνης, που άπλωνε ναγγίσει θανάσιμα το παιδί.Όταν η συντροφιά σηκώθηκε να  φύγει, η μικρή παρθένα γύριζε ακόμα πίσω το κεφάλι, κάθε τόσο γύριζε, τρομαγμένη και εκστατική, να ιδεί τα φωσφορικά μάτια της Εκάτης.Τότε προσέξαμε πως η Θεά της είχε φορέσει στο φοβισμένο πρόσωπο τη χρυσή προσωπίδα της, την προσωπίδα που φορούσαν οι πεθαμένες βασιλοπούλες των Μυκηνών.Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα. Η μικρή παρθένα είτανε σφραγισμένη με τη θανάσιμη βούλα της Εκάτης.Της χλωμής Θεάς που μισεί τις παρθένες.

 Έτσι γύρισε η Θεά εψές όλη τη νύχτα μέσα στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα. Περπάτησε μονάχη πάνω στην άσφαλτο, οι στράτες άστραψαν γυαλιστερές και τεντωμένες, η επιδερμίδα τους ρίγησεν ασημένια. Άγγισε τις σιδερένιες ράγιες κι αυτές έλυωσαν και σάλεψαν, χρυσά φίδια. Ανέβηκε τις μεταλλικές ανεμόσκαλες, άφησε την ασημόσκονη από τα πέλματά της πάνω σ’ όλα τα σκαλοπάτια.

 Μπήκε πατώντας στα δάχτυλα μέσα σ’ όλες τις κάμαρες του ύπνου, μπήκε από τανοιχτά παράθυρα, έσκυψε πάνου απ’ όλα τα κρεβάτια που κοιμούνται οι έφηβοι, πουθενά δε βρήκε τον χαμένο Ενδυμίωνα. Στο τέλος στάθηκε πάνω στη στέγη μου, ακούμπησε στην τετράγωνη καμινάδα. Εκεί είταν κουλουριασμένες δύο γάτες.Τα ιερά της ζώα.
  
Τα μάτια τους είταν χρυσοπράσινα, τέσσερα μάτια μεταλλικά, χτυπημένα από το φεγγάρι. Τα φτωχά ζωντανά λαβώθηκαν ως μέσα στα ζεστά σπλάχνα τους από το γλυκό δηλητήριο, τινάχτηκαν ανατριχιασμένα. Έκλεισαν τα μάτια τρομαγμένα, και ξέσκισαν τη φωσφορική νύχτα με τη μακρόσυρτην οιμωγή της οδυνηρής ηδονής, που έδεσε κόμπο τα ελαστικά τους σώματα.

  


Στρατής Μυριβήλης, από το "Κόκκινο Βιβλίο", 1953

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Μέσα μου μπλέκονται χιλιάδες εποχές, χιλιάδων ανθρώπων, χιλιάδων προσώπων, χιλιάδων ζωών.  Όμως είναι όλα χειμώνας.

Μαρία Χρονιάρη


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ



Αμέτρητοι μέσα μας κατοικούν.
Άν σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι, αγνοώ
Ποιός είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται.
Είμαι ο τόπος μόνο
όπου σκέφτηκε ή αισθάνθηκε.

Ψυχές περισσότερες από μία έχω.
Περισσότερα εγώ απ' το εγώ το δικό μου.
Υπάρχω εντούτοις,
Αδιάφορος για όλους.
Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Διασταυρούμενες οι παρορμήσεις
Αυτού που νιώθω ή δε νιώθω
Για το ποιός είμαι ερίζουν.
Τις αγνοώ. Τίποτα δεν υπαγορεύουν
Στο εγώ που γνωρίζω: εγώ γράφω.

Ρικάρντο Ρέις, ετερώνυμος του Φερνάντο Πεσσόα.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΖΩΗ



Οι ψυχικές ασθένειες τα τελευταία χρόνια έχουν πάρει μια αύξουσα δυστυχώς πορεία. Οι λόγοι δεν είναι πάντα ούτε απλοί ούτε τόσο προφανείς όσο νομίζουμε. Γύρω μας, στο οικογενειακό και φιλικό μας περιβάλλον υπάρχουν άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη μέχρι και ακόμη βαρύτερα σχιζοφρένεια - μια μορφή ψυχοπάθειας πολύ ιδιαίτερη και δύσκολα ένας μη ειδικός έχει την ικανότητα να την διακρίνει. 

 Τα άτομα που πάσχουν, στην πλειοψηφία τους, ούτε τα ίδια δεν αναγνωρίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Κι εδώ ερχόμαστε εμείς οι φίλοι, συνάδελφοι, συγγενείς, άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Παρατηρούμε με τρόπο διακριτικό την όποια αλλαγή συμπεριφοράς ενός ανθρώπου κι αν διαπιστώσουμε πως κάτι έχει αλλάξει, τότε το συζητάμε μαζί του και πάντα απευθυνόμαστε σε έναν ειδικό.  

Οι ψυχικές νόσοι στον αιώνα που ζούμε απαγορεύεται να αντιμετωπίζονται ως ταμπού. Οι διαταραγμένοι ψυχικά άνθρωποι έχουν ανάγκη την βοήθειά μας, την φροντίδα και το ενδιαφέρον μας διότι οι ίδιοι αδυνατούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Πλησιάστε όποιον άνθρωπο βλέπετε πως χρειάζεται βοήθεια. Δώστε του λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας. Οι άνθρωποι που είναι άρρωστοι με την σωστή φαρμακευτική υποστήριξη, μπορούν να είναι και πρέπει να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας μας. Μπορούν να είναι παραγωγικοί αρκεί να τους δώσουμε το χέρι και να στηρίξουμε με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας μας την προσπάθεια που κάνουν να ξαναβγούν στην ζωή. 

Δεν είναι αδύναμοι. Και μας έχουν ανάγκη. Το παρακάτω βίντεο μας δείχνει για 13 λεπτά, πώς είναι να ζεις στο μυαλό ενός σχιζοφρενή ανθρώπου. Μην κλείνουμε τα μάτια στις ψυχικές ασθένειες. Ίσως κάποτε να είναι η σειρά μας.

Μαρία Χρονιάρη

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης


Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος. Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.

Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.
Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες. Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει· αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας· ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις Ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: "Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!"

Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα!
Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!
Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. Γιατι μονάχα αυτός, πιστός στη μεγάλη πνοή του καιρού μας, γκρεμίζοντας, μισώντας, επιθυμώντας, ακολουθάει το σύγχρονο πρόσταγμα του Θεού μας.

Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία. Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί. Κάθε στιγμή πρέπει να ΄μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατι η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.

Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.

Γιατί ένας στα πέρατα τ΄ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.


Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ΄ ένα στρατό που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου.


Νικόλαος Καζαντζάκης, απόσπασμα από το βιβλίο του "Ασκητική"




Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΜΑΣ;


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης


Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Μα η ηθική μας ανηφορίζει ακόμα αψηλότερα. Όλοι είμαστε ένας στρατός και μαχόμαστε. Μα δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικήσουμε, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικηθούμε.
Υπάρχει σωτηρία, υπάρχει ένας σκοπός που τον υπηρετούμε κι υπηρετώντας τον βρίσκουμε τη λύτρωση μας; ή δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σκοπός, όλα είναι μάταια κι η συνεισφορά μας δεν έχει καμιάν αξία;

Μήτε το ένα μήτε το άλλο. Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος, δεν είναι πανάγαθος, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικήσει, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικηθεί. Η ουσία του Θεού μας είναι σκοτεινή, ωριμάζει ολοένα, ίσως η νίκη στερεώνεται με κάθε γενναία μας πράξη, ίσως κι όλες τούτες οι αγωνίες για λυτρωμό και νίκη είναι κατώτερες από τη φύση της θεότητας. Ό,τι κι αν είναι, εμείς πολεμούμε χωρίς βεβαιότητα, κι η αρετή μας, μη όντας σίγουρη για την αμοιβή, αποχτάει βαθύτατη ευγένεια.

Όλες οι εντολές αναστατώνουνται. Δε βλέπουμε, δεν ακούμε, δε μισούμε, δεν αγαπούμε πια σαν πρώτα. Ανανεώνεται η παρθενία της γης. Καινούρια γέψη παίρνει το ψωμί, το νερό, η γυναίκα. Καινούρια, ανυπολόγιστη αξία, η πράξη. Όλα αποχτούν απροσδόκητη αγιότητα· η ομορφιά, η γνώση, η ελπίδα, ο οικονομικός αγώνας, οι καθημερινές, τάχατε ασήμαντες, έγνοιες. Παντού ανατριχιάζοντας νογούμε την ίδια γιγάντια σκλαβωμένη Πνοή να μάχεται για ελευτερία. Καθένας έχει το δρόμο τον εδικό του που τόνε φέρνει στη λύτρωση· ο ένας την αρετή, ο άλλος την κακία.

Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρρώστια, η ψευτιά, η ατιμία, χρέος σου να βυθιστείς στην αρρώστια, στην ψευτιά, στην ατιμία, για να τις νικήσεις. Αλλιώς δε σώζεσαι.
Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρετή, η χαρά, η αλήθεια, χρέος σου να βυθιστείς στην αρετή, στη χαρά, στην αλήθεια, για να τις νικήσεις, να τις αφήσεις πίσω σου. Αλλιώς δε σώζεσαι. Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.

Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ΄ αυτιά μας να μην ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας· μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τις Σειρήνες.Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια Ασκητική μας!

Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!

Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!

Άκου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!
Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.

Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι.

Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτό στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.

Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του.

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν΄ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν εϊναι να ΄σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα!


Η επιχείρηση του Σύμπαντου, για μιαν εφήμερη στιγμή, όσο ζεις, να γίνει επιχείρηση δική σου. Τούτος είναι, σύντροφοι, ο καινούριος Δεκάλογος μας!



Νικόλαος Καζαντζάκης, απόσπασμα από το βιβλίο του "Ασκητική"

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ



Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ Α'


Ποια είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του. Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ΄ απάνω και βοηθάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν΄ ανηφορίσει.
Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούρια αξία, λευτερώνουνται από τη στιγμή κι από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες.

Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευτερία. Άθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας μας σπρώχνει ανήλεα προς τ΄ απάνω.Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, Ιδέες μεγάλες, έρωτες σφοδροι, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριώδικη, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.

Τέτοιος βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν΄ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας. Πολέμα από τα πράματα, πολέμα από τη σάρκα, από την πείνα, από το φόβο, πολέμα από την αρετή κι από την αμαρτία να δημιουργήσεις Θεό. Πώς ξεκινάει το φως από ένα άστρο και χύνεται μέσα στη μαύρη αιωνιότητα κι οδοιποράει αθάνατο; Το άστρο πεθαίνει· μα το φως ποτέ του· τέτοια κι η κραυγή της ελευτερίας. Πολέμα, από την πρόσκαιρη συνάντηση των αντίδρομων δυνάμεων που αποτελεί την ύπαρξή σου, να δημιουργήσεις ό,τι αθάνατο μπορεί ο θνητός απάνω στον κόσμο τούτον· μιαν Κραυγή.

Αυτή, παρατώντας στο χώμα το κορμί που το γέννησε, οδοιποράει και δουλεύει αιώνια.
Ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα. Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δε σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος. Πίσω από τους ώμους του αγαπημένου αγναντεύει τους ανθρώπους να σαλεύουν και να βογκούν σαν κύματα, αγναντεύει τα ζώα και τα φυτά να σμίγουν και να πεθαίνουν, αγναντεύει το Θεό να κιντυνεύει και του φωνάζει: "Σώσε με!"

Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.Ζυγώνει την ψυχή και θέλει να σοφιλιάσει, να μην υπάρχουν εγώ και συ· φυσάει απάνω στη μάζα τους ανθρώπους και θέλει, συντρίβοντας τις αντίστασες του νου και του κορμιού, να σμίξουν όλες οι πνοές, να γίνουν άνεμος σφοδρός, ν΄ ανασηκώσουν τη γης!

Στις πιο κρίσιμες στιγμές, ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης!Κατεβαίνει απάνω στους ανθρώπους, όπως του αρέσει. Σα χορός, σαν έρωτας, σαν πείνα, σα θρησκεία, σα σφαγή. Δε μας ρωτάει. Μέσα στη σκάφη της γης, στις κρίσιμες τούτες ώρες, ο Θεός μοχτάει να ζυμώσει τις σάρκες και τα μυαλά και να ρίξει μέσα στον ανήλεο στρόβιλο της περιστροφής του όλη τούτη τη ζύμη και να της δώσει πρόσωπο· το πρόσωπο του.

Δεν πλαντάζει από αηδία, δεν απελπίζεται μέσα στα χωματένια, μουντά σωθικά τους. Δουλεύει, προχωράει, κατατρώει τη σάρκα τους, πιάνεται από την κοιλιά, από την καρδιά, από το φαλλό, από το νου του ανθρώπου. Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δε μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίσια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα είναι οι τέσσερεις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω στην κακοτράχαλη μας τούτη γης.

Από την ευτυχία, από την καλοπέραση κι από τη δόξα ποτέ δεν πλάθεται ο Θεός, παρά από την ντροπή, από την πείνα και τα δάκρυα. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι ριψοκιντύνευαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν, παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης. Μια φορά κι έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι αρχόντοι, οι αστοί· και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα.


Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή κι από την πείνα. Μυρίζει καπνό, κρασί κι ίδρωτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ΄ ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει. Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους· Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι· οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι κι οι αγέννητοι. Μα κι ευτύς μας πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε.

Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αϊτός τα σωθικά μας.Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.

"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "

Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί."

"Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει."

"Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο· Έμενα!"

"Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης."

"Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!"



Νικόλαος Καζαντζάκης, απόσπασμα από το βιβλίο του "Ασκητική"

Λόγω του ότι το κείμενο είναι αρκετά μακροσκελές, θα αναρτηθεί σε συνέχειες.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΔΙΔΥΜΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ


"...Μέσα στον άνθρωπο συμβαίνει πάντα μια απόσπαση. Όσα πράγματα περνάν από άνθρωπο παθαίνουν. Οδηγεί σε αόμματες εμφανίσεις και τότε τα πράγματα που γεννιώνται είναι τα αντίθετα των θαυμάτων." 

"...Κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη με τον εχθρό της. Για πολύν καιρό επικρατεί και πολεμά ν' αποτρέψει. Ύστερα ο εχθρός αποχτά μια σκοτεινή αγαθότητα που προκαλεί φόβο κι ασάλευτος παρακολουθεί με μιαν αλύπητη ευμένεια. Ό,τι γεννιέται είναι μια τελευταία γέννηση. Καμμιά γέννηση δεν επιτρέπεται στον άνθρωπο αφού κι ο άνθρωπος είναι μια τελευταία γέννηση. Νευρικά και κρυφτά γεννιώνται οι σκέψεις και τα συναισθήματα μέσα στις ανήλιες διακοπές του κόσμου."

Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο του " Ο αδερφός".

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ




Ιστιοφόρο με τα πανιά του ανοιγμένα. Να μη λυπάμαι, να μην καταλαβαίνω. Αυτούς που με πετάνε στη φωτιά να τους ζεσταίνω.