Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ





ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ - μόνο το πακέτο φωτίζεται. Η κίνησή του έχει δυο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι  μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής.

Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.


Μπαίνουμε νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.

Ο άνθρωπος που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ένα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.


Κάτω απ’ τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένη η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δυο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνο από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.

Σου έδωσα λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες - πού βρήκα τη βροχή δε θυμάμαι - αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μαζί μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ’ τα σώματα μας. Σαν μουσικές εθισμένες. 


Θα σπρώξω τον χρόνο να πέσει. Να πάψει να κολλάει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αυγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο νέος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ’ τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί, έτοιμο να στάξει, θα ενωθεί.

Μοναδικό φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να ρθείς με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί που αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.


Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει.

Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε.

Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.



Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.  


Σταύρος Σταυρόπουλος 



Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ


Έρχεται μια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, όπου ξαφνικά κι απροσδόκητα βρίσκει έναν λόγο για να υπάρχει. Εκείνο τον ιδιαίτερο λόγο που θα του επιτρέψει να δει βαθιά μέσα του. Γιατί όταν αγαπάς όλα αλλάζουν μορφή, χρώμα, ουσία. Γιατί αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο, από το να δίνεις και το τελευταίο κομμάτι του εαυτού σου, για να μπορεί να ζει εκείνος που αγαπάς.

Μαρία Χρονιάρη




Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ; ( ΑΝ - ΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ )




Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Το νησί. Ναυμαχία. Στα νερά της Μαυρομιχάλη. Φωτάκια. Ρούχα, σαν τραβηγμένα εντόσθια. Χιτώνες. Καμήλες με δώρα. Πίσω απ’ τα έπιπλα είναι πεσμένα τα Χριστούγεννα. Αναβάλλονται. Τα ακριβά ναύλα του χρόνου. Διόδια, Ελευσίνα. Στοπ. Δυο φωνές. Πέτρινες.
Ο απέναντι κόσμος, σκισμένος. Παραταγμένος, με τις ασπίδες του. Το τελευταίο κράνος. Η τελευταία φορά. Χειμών, όχι βαρύς. Θανάσιμος. Περασμένος βραχιολάκι στον καρπό.

Φοβάμαι. Φοβάσαι. Φοβάται. Αυτό που είναι ανάμεσα φωνάζει. Στο βούρκο των σεντονιών είναι κολλημένα τα σώματα. Βήτα, όπως βουλιάζω. Όπως βρασμός. Βλέμμα. Βάραθρο. Ριγούν ως το τέλος. Αχρωματοψία. Κεριά. Λιώνουν. Κρατούμενοι. Δεν βλέπω. Σκεπάσματα. Κάτι ανοίγει. Ακούγεται. Ένα ρολόι μετράει ανάποδα το ξημέρωμα. Τικ τακ τικ τακ. Λήξε. Είναι νύχτα. Με προβολείς. Νύχτα ποτέ. Θα μάθεις επιτέλους να παίζεις;

Ο ύπνος σε παρένθεση. Βάλε εισαγωγικά. Λάθος κλίμακα. Ξαφνικά, έχασε τις αισθήσεις του. Βγήκε. Ραγίσματα. Εξάρχεια. Φάτνη. Παναγία σε φλασάκι. Μαρία. Παρθένος;
Κάνω τον Χριστό. Το παιδί που γεννιέται. Δεν παρέμεινε. Έπρεπε να γίνει τριάντα τριών χρονών. Έπρεπε, σε τρεις μήνες. Υποχρεωμένος να κουβαλάει εκείνο το ξύλο. Υποχρεωμένος να στολίζει την πλάτη του. Πώς παραδίδεται ο θάνατος, έτσι άσαρκος;
Ένα τζάμι σπασμένο. Ένα νεκρό καζανάκι. Κρέμεται. Η νύχτα και το σκοινί. Τα κόκαλα. Τρίζουν. Μουσική. Ένα κρεβάτι. Ένα κλουβί. Βρώμικο. Άνοιξε την πόρτα. Θα πετάξουμε. Μάτια μου. Είπα μάτια μου. Και έφεξε σκοτάδι.

Εκείνος είπε: Είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.
Εκείνη είπε: Δεν έχω. Δεν είμαι. Δεν ζω.
Εκείνος είπε: Χέρια. Κοιτάσματα. Με σκάβουν. Είναι όλο σκουριά εδώ μέσα. Και βρέχει. Θέλω να πιω όλα τα γράμματα.
Εκείνη είπε: Τίποτε. Ποτέ. Όχι.
Εκείνος είπε: Τα φιλιά σου είναι δεμένα στο στόμα μου. Ακροβάτες. Θα τα φτύσω στη θάλασσα. Να γεράσουν.
Εκείνη είπε: Χωρίς. Δεν.
Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που εκκρεμεί όνειρα.
Εκείνη είπε: Μηδέν. Ούτε. Ούτε.
Εκείνος είπε: Μυρίζει επιτάφιος. Είμαι σε άλλη γιορτή. Αυγά. Ντύσου. Τα Χριστούγεννα συγχωνεύονται. Κάποιος ένωσε τη γέννηση με τον θάνατο. Πάμε. Πίσω.
Εκείνη είπε: Τέλος. Πουθενά. Όχι.
Εκείνος είπε: Τα μαλλιά σου είναι στα μάτια μου. Κουρεμένες κουρτίνες. Δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμη από το σπίτι. Αρμέγουν φως.
Εκείνη είπε: Εναντίον. Κατά. Στάχτες.
Εκείνος είπε: Σε ανέβηκα για να χορέψω. Ο αφαλός σου ήταν λακκούβα. Φέρετρο. Μέσα του κολυμπούσαν οι πεθαμένοι. Δες. Η γιορτή πέφτει σα γύρη. Τριγύρω.
Εκείνη είπε: Θάνατος. Λερωμένη. Πόλεμος.
Εκείνος είπε: Έθαψα το τσεκούρι του έρωτα στις σκάλες. Ο ήλιος στέγνωσε. Οι καπνοί του έχουν κολλήσει ακρίδες στο στόμα μου. Τώρα θα γεννηθώ. Τώρα.
Εκείνη είπε: Καμία. Δίχως. Ποτέ.
Εκείνος είπε: Είμαι ο χρόνος ανθίζω. Ο χρόνος ζωή. Τούτο εστί το αίμα μου.

Στο κέικ κοιτάζω τη σοκολάτα. Χύνεται. Αναποδογυρισμένα Χριστούγεννα. Τα αμύγδαλα έχουν καεί. Το σπίτι πέταξε τα σκουπίδια του και βγήκε.

Όπου και να γυρίσω τα μάτια μου, βλέπω τον τάφο σου.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Από το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ 2011



Στο παρακάτω βίντεο, ο Θάνος Ανεστόπουλος κάνει ανάγνωση του κειμένου του Σταύρου Σταυρόπουλου, σε μια βραδιά αφιέρωμα για τα βιβλία του στην μπουάτ Απανεμιά, στην Πλάκα.



Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ


"Η επόμενη ιστορία είναι θλιβερή, αν και έχει παρήγορο τέλος, αλλά καλύτερα να κρίνετε μόνοι σας."

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν




Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

ΟΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΑΥΕΙ


"Το πάθος [...] είναι ένα είδος γυμνής έντασης που απογυμνώνει [...] ένας καταναγκασμός της φαντασίας που εστιάζει σε μία και μόνο εικόνα, κι από εκείνη τη στιγμή ο κόσμος χάνεται, "οι άλλοι" παύουν να είναι παρόντες, παύουν να υπάρχουν και οι κοντινοί μας άνθρωποι, και οι υποχρεώσεις και οι στενοί δεσμοί και η γη και ο ουρανός."

De Rougemont, 1939

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΓΗΠΕΔΟΝ



 Στη Μάτση

Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερνά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγανε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς. Στο γήπεδο της συναντήσεως μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον, αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ'  τις ελπίδες σου, όπως μένεις μέσα στα βλέφαρα μου, όταν κοιμάμαι.

Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και για σένα. Ωστόσο τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε και βγήκες εσύ, γιομάτη οριστική και με βελούδο που άφησε ημίγυμνο το στήθος σου. Για αυτό, τούτο το γήπεδο δεν θα το λησμονήσω ποτέ· θα το αγοράσω, και ποτέ δεν θα το πουλήσω.

 Γι' αυτό θα σου πω πως είμαι σαν μια πέτρα που την κρατάς εσύ στο χέρι σου. Πέτρα θερμή, παλλόμενη με κάθε καρδιοχτύπι μου, μεσ'  την ηδύτητα της αφής σου. Όταν ξυπνήσουν μέσα της οι αναμνήσεις άλλων ετών, θα φανούν και στους δυο μας, σαν απολιθωμένα χρονικά της ιστορίας, γιατί και οι πέτρες έχουν την ιστορία τους, όπως και η πέτρα που θα κρατάς εσύ στο χέρι σου. Γι' αυτό, τούτο το γήπεδον δεν θα το πουλήσω, μα θα το κρατώ μ' όλες τις πέτρες του, με όλα τα πετράδια, με όλα του τα στολίδια, και ας ψάχνουν οι άλλοι να βρουν ό,τι γυρεύουνε μέσα στη λύδια λίθο τους.

Οι μηχανές και τα δρεπάνια του κτήματος μας δεν ηγοράσθηκαν εισέτι. Άλλα τούτο δεν σημαίνει, αγάπη μου, πως το σιτάρι μας, δεν θα θεριστή. Θα θεριστή μια μέρα, και οι δρέποντες τους καρπούς θα μαστε πάλι εμείς, χιλιάκις εμείς, με τα χέρια μας απλωμένα επάνω από τους κάμπους μας και επάνω από τις πεδιάδες των παιδιών μας. Ένα παιδί μπορεί να σκύβη κάποτε μέσα στα στάχυα, για να βρη ένα κουμπί η μια χρυσόμυγα απαστράπτουσα, μα αυτό δεν σημαίνει ότι το σιτάρι μας θα μείνει άκοπο.

Τίποτα δεν είναι πιο χαρίεν, από τα βήματα των παιδιών που μεγαλώνουν. Τίποτα δεν είναι πιο σαφές, από τα βήματα των όντων που ενηλικιώθηκαν. Τίποτε πιο ωραίο, από την ανάτασι των οφθαλμών και των βραχιόνων ανθρώπων, που, βγάζοντας τα υποκάμισα των, λυτρώνουν τους πόθους των κορμιών των. Και οι πιο ασήμαντες κινήσεις των μπορούν να καρποφορήσουν.

Μπορούν να γίνουν εργαστήρια με πρασιές και ανθούς, μέσα στο μένος των αγρών. Αγάπη μου, είπα εργαστήρια. Τα εργαστήρια αυτά θα ναι δικά μας και θα ναι φωτεινά ιδρύματα, ρόδινα στην όψι τους και ορθοστήλωτα στον βομβό τους, κάθε φορά που θα περνάμε εμείς εμπρός απ' τα κατώφλια τους, ως ερμηνευταί της λειτουργίας των, ή ως θερισταί του πέριξ σίτου, του σίτου που αναθρώσκει από τη γή, όπως αναπηδούν ορμέφυτες κραυγές από τα στόματα πλασμάτων που φρυάττουν. 

Αγάπη μου, σ' αγαπώ, και θα ναι το ταξίδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων.

 Αντρέας Εμπειρίκος, 1945

Το ποίημα αυτό το έγραψε ο Εμπειρίκος για την πρώτη σύζυγό του, ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου. Η Μάτση Χατζηλαζάρου, του απάντησε 40 χρόνια μετά, με το ποίημα "Αντίστροφη Αφιέρωση". Το ποίημά της, θα το διαβάσετε στο μπλογκ http://sstavropoulos.blogspot.gr/2012/12/blog-post_7.html

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΤΡΥΠΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ



Έχω δεί την τρύπα στον κόσμο
Έχω κοιτάξει μέσα.
Τώρα ξέρω πού ανοίγουνε τις μέρες
Και ποιός τις ώρες ροκανίζει.
Έχω δεί την τρύπα στον κόσμο

Έχω δεί πώς φτιάχνουνε το ηλιοβασίλεμα
Και ποιός τον ουρανό ζωγραφίζει.
Τώρα ξέρω πού ανάβουνε το φεγγάρι
Και ποιός σβήνει τις καρδιές.
Έχω δεί την τρύπα στον κόσμο

Υπάρχει αυτό το μέρος όπου καταλήγει το νερό της βροχής
Και σε πελώριες λεκάνες εξαφανίζεται.
Και κυνικά ένας τύπος τα όνειρά σου φωναχτά διαβάζει
Και δένεται με τις μέρες σου.
Έχω δεί την τρύπα στον κόσμο

Nils Koppruch 27/10/1965 - 10/10/2012

Μετάφραση από τα Γερμανικά, Παναγιώτης Γαλανόπουλος





Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

ΟΜΟΑΙΜΑΤΑ ΚΟΡΜΙΑ




Β΄ Η ΡΑΤΣΑ


Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ· πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.
Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γένηκαν Ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη.

Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.
Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του εαυτού σου.

Δεν είσαι ένας· είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου.
Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου· όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.

"Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!" φωνάζουν μέσα σου οι νεκροί. "Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας· κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ!

"Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθούμε τον αγώνα. Λύτρωσε μας!"

Δε φτάνει ν΄ ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνουνται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν΄ ανέβουν πάλι στο φως της μέρας.

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.
Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος, να λες, είναι ταπεινός, σκοτεινός, σα ζώο· να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα· ως πιει το αίμα μου όλο!

Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βούληση τους, πλάτυνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο· αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.
Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου.
Φέρνεις, θες δε θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα Ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θες, πλουτίζεις το πατρικό σου το σώμα.

Κατά που θα κινήσεις; Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων. Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

"Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!" Τ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.
Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.

Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ΄ ορατό είναι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν της εδικής σου ράτσας.

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται.

Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά. Όπως μάχεσαι για το μικρό σου το σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.

Πως μπορείς να ΄σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πως μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερο σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει.

Να ζεις βαθιά, όχι σαν Ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη.
Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν΄ ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄ απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα. Ποιος είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στέρεα από το κλαρί, κι είτε σα φύλλο είτε σαν άνθος είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν΄ ανανεώνεται και ν΄ αναπνέει αλάκερο το δέντρο.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.
Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στα νεφρά σου, ένας σπόρος στο μυαλό σου δε θέλει πια να ΄ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία.

"Πατέρα, δε χωρώ στην καρδιά σου, θέλω να τη συντρίψω, να περάσω Πατέρα, μισώ το σώμα σου, ντρέπουμαι που είμαι κολλημένος μαζί σου, θα φύγω!
"Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν΄ ακλουθούν το ρυθμό της καρδίας μου. Βιάζουμαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο!"

Και συ, ο πατέρας, χαίρεσαι γρικώντας την καταφρονετικιά φωνή του παιδιού σου. "Όλα, όλα για το γιο μου!" φωνάζεις. "Εγώ δεν είμαι τίποτα. Εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου!"Μια δύναμη μέσα σου, ανώτερη σου, διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει: "Παίξε το τωρινό και το σίγουρο, παίξε το για το μελλούμενο κι αβέβαιο!

"Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο! Εγώ, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω!"

Νικόλαος Καζαντζάκης

(από το βιβλίο του, "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες)




Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΑΠΟΨΕ




Δεν ξέρω
Πότε ακριβώς
Γνωριστήκαμε

Δεν ξέρω
Σε ποιο όνειρο
Σκοτώσαμε τις νύχτες

Δεν ξέρω
Αν ποτέ
Ζήσαμε το ψέμα μας
Σε δωμάτια
Με κόκκινο κύμα

Δεν θυμάμαι καν
Ποια στιγμή
Αγαπηθήκαμε

Απόψε όμως
Θα κοιμηθεί


Πάνω στα μαλλιά μου 


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


Ο πόνος του δημιουργού, του καλλιτέχνη, οφείλεται ακριβώς στην ιδιαίτερη ευαισθησία του να συλλαμβάνει την πραγματικότητα, εσωτερική και εξωτερική, που διαφέρει από την φαινομενική πραγματικότητα και διαφεύγει από τους άλλους.

Νόιμαν, 1954

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΙΔΙΩΝΥΜΟ


Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής".
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουν τα ράματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.

Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σ' αυτά
για να με τραγουδήσουν.

Μην πάρω μεγάλα κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δε θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες κι ακαδημαϊκοί
και πουστέψω.

Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
όλα έτσι παν'
σκυλιά μας έχουν κάνει να ντρεπόμαστε την αργία
περήφανοι για την ανεργία.

Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου δρασκελάει κι αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί... ε;... μιαν άλλη μέρα...

Κατερίνα Γώγου, "ΙΔΙΩΝΥΜΟ", εκδ. Καστανιώτη



Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ




Ό, τι μπορείς κι ό, τι δεν μπορείς, συχνά καθορίζονται από μια ακαθόριστη αξιοπρέπεια. Τί είναι αυτό; Από πού αρχίζει και πού τελειώνει η αξιοπρέπεια; Ποιός είναι αυτός που την ορίζει; Τί πρέπει να είναι αρκετά άξιο να πρέπει; Πόσο ψέμα χωράει και πόσο εγωισμό; Κι αν θέλεις να την βρεις, πού ψάχνεις; Μπορεί να υπάρξει ακόμα κι εκεί που δεν φαίνεται; Και πού φαίνεται τελικά; Με τι μοιάζει; Είναι μεγάλη; Μικρή; Ποιός επιθετικός προσδιορισμός προηγείται; Ποιός έπεται; Ποιός ντρέπεται;

Τί είναι αυτό που σε κάνει λιγότερο ή περισσότερο αξιοπρεπή; Ποιός το λέει; Πότε; Πώς χάνεται; Είναι επίκτητη ή γεννιέσαι μ’ αυτήν; Κι όταν την χάσεις, τι γίνεται; Παύει απλά να υπάρχει ή χάνεις μόνο ένα κομμάτι της; Γίνεται αυτό, και με ποιόν τρόπο; Κι αν θέλεις να την ξαναβρείς; Θα είναι η ίδια ή θα έχει αλλάξει; Θα θέλεις να είναι η ίδια; Κι αν δεν μπορείς; Τότε τι κάνεις;

Ζει κανείς χωρίς αξιοπρέπεια; Πού; Πώς; Γιατί; Και οι άλλοι τι γνώμη έχουν γι’ αυτό; Πρέπει να έχουν; Κάνει να την εκφράσουν; Αν μιλήσουν, αλλάζει κάτι; Καλυτερεύουν ή χειροτερεύουν τα πράγματα; Είναι θέμα τακτικής; Τάξης; Ηθικής; Σκοτώνει κανείς από αξιοπρέπεια; Για αξιοπρέπεια; Μπορείς να πεθάνεις γι’ αυτήν; Έχει τόση σημασία, και ποιός της την έδωσε; Τί είναι αυτό που την κάνει να σημαίνει; Γιατί οι άνθρωποι επιμένουν στην ουσία της; Τί τους κάνει να την ζητούν;

Υπάρχει αξιοπρέπεια που να απορρίπτεται; Με ποιά κριτήρια την δέχεται κάποιος; Χωρίζεται σε κατηγορίες και ποιες είναι αυτές; Όλοι την αντιλαμβάνονται το ίδιο; Διαμορφώνεται κατά το δοκούν; Είναι ζήτημα τιμής ή ατιμίας; Μπορείς απ’ αυτήν να πεθάνεις; Κάτω από ποιές συνθήκες;

Αναγνωρίζεται νομικά; Ποιό είναι το τίμημά της; Ξεπουλιέται; Αγοράζεται; Αντικαθίσταται από κάτι άλλο; Τί είναι αυτό; Αξίζει να αξίζει να πρέπει; Γιατί πρέπει; Πού βρέθηκε η λέξη αυτή; Πώς αποδίδεται; Είναι ζήτημα προσωπικό; Αν απλά νομίζεις πως την έχεις; Και ποιός θα σου αποδείξει το αντίθετο; Θα είναι σωστό για να ισχύει; Μέχρι πότε; Ποιός το οριοθετεί;

Τί οχυρώνει την αξιοπρέπεια και για πόσο; Χρειάζεται να την δείχνεις και σε ποιές περιπτώσεις; Είναι κατάσταση πνευματικού ή ψυχικού ελέγχου; Έχει ρίζες στο συνειδητό ή το υποσυνείδητο την φέρνει στην επιφάνεια κάθε που δέχεται- ή νομίζει ότι δέχεται- μια προσβολή; Όλοι προσβάλλονται το ίδιο για την αξιοπρέπειά τους; Αν ό, τι πρέπει κι ό, τι δεν πρέπει, δεν επιτρέπονται; Γιατί απαγορεύονται;

Είναι άξιο αναφοράς όλο αυτό κι εμένα τελικά γιατί με νοιάζει;         

Μαρία Χρονιάρη

( από το νέο μου βιβλίο "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδ. Απόπειρα 2012)      

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΑΓΑΠΗΣ



Αγαπώ τους φιλόδοξους γιατί με εμπνέουν.
Αγαπώ τους αποτυχημένους γιατί με διδάσκουν.
Αγαπώ τους ταπεινούς γιατί έχουν Θεϊκό χάρισμα.
Αγαπώ τους πλούσιους γιατί έχουν μοναξιά.
Αγαπώ τους φτωχούς γιατί είναι πολλοί και καλοί.
Αγαπώ τους νέους για την πίστη που έχουν.
Αγαπώ τους ηλικιωμένους για τη σοφία τους.
Αγαπώ τις ωραίες για τα λυπημένα τους μάτια.
Αγαπώ τις άσχημες για τις ειρηνικές ψυχές τους.
Αγαπώ τους Ανθρώπους όπως είναι κι όχι όπως θα ήθελα να είναι.

Φώτιος Μικελάκης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ - ΕΠΙΜΕΤΡΟ



Τα κείμενα του Επειδή μαζί συγκροτούν ένα πλάσμα σημείων, ένα παλίμψηστο ιδεών όπου το μετέωρο συνοικεί με το κατασταλαγμένο και η τόλμη υπερβαίνει το δέος της. Αν δεις τις λέξεις ξεχωριστά, απελευθερωμένες απ’ τη ευκαιριακή τους ταυτότητα, και τις αντιμετωπίσεις ως εγκόσμια υλικά σώματα, θα διαπιστώσεις ότι κάπου χάνονται. Μακριά. Μοιάζουν με χαρταετούς που πετούν –  έχουν τόσο απομακρυνθεί, που δεν μπορείς καν να υποθέσεις το σχήμα τους. Κι όμως. Το σημείο αναγνώρισης παραμένει η τροχιά που διαγράφουν, κάτι μικρά φτερά στο τέλος της ουράς. Οι αιώνιες λιακάδες, οι έγχρωμες σταγόνες ήλιου που ενυπάρχουν μέσα στο ασπρόμαυρο κάδρο τους, τις καθιστούν εκτυφλωτικά λυπημένες. Αυτό όμως δεν είναι και η Τέχνη; Ένα μπουκάλι λύπη καρφωμένο στην άμμο που το δέρνει το φως;

Ο λόγος συναρθρώνεται, καλύτερα δυσαρθρώνεται, σε δύσβατο ερωτικό μόρφωμα, που παρόλο που διατηρεί την σημαία της εξομολόγησης, κρατάει περίτεχνα τα κλειδιά της αποκρυπτογράφησής του κρυμμένα σε αφώτιστα αποσπάσματα ζωής. Θα μπορούσε να ήταν και ένας θρίαμβος του λίγου στην διασταύρωσή του με το πολύ, μια αειθαλής ερωτοτροπία με το ελάχιστο που περικλείει το όλον. Θα μπορούσε, αν δεν ήταν μαζί.

Ουσιαστικά αυτό που κάνει η Μαρία Χρονιάρη είναι να ορίζει με έναν ανακριβή τρόπο κάτι απόλυτα ακριβές: Ότι όσο η ζωή συνεχίζει να περιβάλλεται από θάνατο, τόσο ο θάνατος θα μεταβάλλεται σε παντοδύναμη αφορμή της, τόσο το όμορο και το ταυτόσημο θα εκπέμπει το αντιθετικό του σήμα στο διηνεκές. Επειδή δεν μπορεί αλλιώς. Και επειδή μαζί.

Με την αφορμή: O διαβατήριος σταθμός της λογοτεχνίας ήταν ανέκαθεν η αγάπη. Αυτή που μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ου ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν. Αυτή η αγάπη – ως αναγκαία και ικανή συνθήκη του μαζί, αλλά και ως εγκαταλειμμένη θρησκεία – βρίσκει το περιβάλλον της επώασής της στις ασύμβατες λέξεις του Επειδή μαζί. Βρίσκει, δηλαδή, το κοσμικό της αρχέτυπο, απαντώντας τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Εκεί, μπορεί πλέον, ως ανοιγμένη φλέβα, να ασκήσει το μοναχικότερο των καθηκόντων της: το χρέος της κραυγής. Μιας και τις απορίες για τη ζωή θα τις λύσουν τελικά τα φαντάσματα.

                                                                                                   Σταύρος Σταυρόπουλος

(Κείμενο του Σταύρου Σταυρόπουλου από το Επίμετρο της έκδοσης)

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδ. Απόπειρα, Νοέμβριος 2012

Δείτε εδώ την δημοσίευση στην εφημερίδα ΑΝΩΓΗ

Η Μαρία Χρονιάρη γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τα Ανώγεια της Κρήτης. Σπούδασε τηλεόραση, έκανε σεμινάρια σκηνοθεσίας και εργάζεται ως οπερατέρ.

Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα. Στο θέατρο έχει σκηνοθετήσει την παράσταση της ομάδας IlluminArti, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, από το ομώνυμο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου.

Το Επειδή μαζί είναι το δεύτερο βιβλίο της.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΤΑ

πήγα

να πιάσω το στυλό
να αποδείξω τις λέξεις

αλλά έμειναν

ατελείς

χαλασμένες

από την τελευταία ανάμνηση
δακρύων

στα απολιθωμένα βλέμματα
των τυφλών 


έμειναν έξεις

ανεξιχνίαστες
μέσα στις λίμνες

της απουσίας του λάμδα

λερωμένα σπίρτα

δειλά οχυρά







δεν έχω

δεν είμαι

δεν λέω


φεύγω

με άλματα ανέμου

προς το απροσδιόριστο εκεί

που ονειρεύονται

 οι λύκοι 



 Σταύρος Σταυρόπουλος

(από το νέο του βιβλίο με τίτλο "ΜΕΤΑ", εκδ. Απόπειρα, 2012, που μόλις κυκλοφόρησε)

*τα σχέδια του βιβλίου είναι του Θάνου Ανεστόπουλου

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ
ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ

ΑΠΟΠΕΙΡΑ, 2012


Τα κείμενα του Επειδή μαζί συγκροτούν ένα πλάσμα σημείων, ένα παλίμψηστο ιδεών όπου το μετέωρο συνοικεί με το κατασταλαγμένο και η τόλμη υπερβαίνει το δέος της. Αν δεις τις λέξεις ξεχωριστά, απελευθερωμένες απ’ τη ευκαιριακή τους ταυτότητα, και τις αντιμετωπίσεις ως εγκόσμια υλικά σώματα, θα διαπιστώσεις ότι κάπου χάνονται. Μακριά. Μοιάζουν με χαρταετούς που πετούν –  έχουν τόσο απομακρυνθεί, που δεν μπορείς καν να υποθέσεις το σχήμα τους. Κι όμως. Το σημείο αναγνώρισης παραμένει η τροχιά που διαγράφουν, κάτι μικρά φτερά στο τέλος της ουράς. Οι αιώνιες λιακάδες, οι έγχρωμες σταγόνες ήλιου που ενυπάρχουν μέσα στο ασπρόμαυρο κάδρο τους, τις καθιστούν εκτυφλωτικά λυπημένες. Αυτό όμως δεν είναι και η Τέχνη; Ένα μπουκάλι λύπη καρφωμένο στην άμμο που το δέρνει το φως;

Ο λόγος συναρθρώνεται, καλύτερα δυσαρθρώνεται, σε δύσβατο ερωτικό μόρφωμα, που παρόλο που διατηρεί την σημαία της εξομολόγησης, κρατάει περίτεχνα τα κλειδιά της αποκρυπτογράφησής του κρυμμένα σε αφώτιστα αποσπάσματα ζωής. Θα μπορούσε να ήταν και ένας θρίαμβος του λίγου στην διασταύρωσή του με το πολύ, μια αειθαλής ερωτοτροπία με το ελάχιστο που περικλείει το όλον. Θα μπορούσε, αν δεν ήταν μαζί.

Ουσιαστικά αυτό που κάνει η Μαρία Χρονιάρη είναι να ορίζει με έναν ανακριβή τρόπο κάτι απόλυτα ακριβές: Ότι όσο η ζωή συνεχίζει να περιβάλλεται από θάνατο, τόσο ο θάνατος θα μεταβάλλεται σε παντοδύναμη αφορμή της, τόσο το όμορο και το ταυτόσημο θα εκπέμπει το αντιθετικό του σήμα στο διηνεκές. Επειδή δεν μπορεί αλλιώς. Και επειδή μαζί.

Με την αφορμή: O διαβατήριος σταθμός της λογοτεχνίας ήταν ανέκαθεν η αγάπη. Αυτή που μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ου ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν. Αυτή η αγάπη – ως αναγκαία και ικανή συνθήκη του μαζί, αλλά και ως εγκαταλειμμένη θρησκεία – βρίσκει το περιβάλλον της επώασής της στις ασύμβατες λέξεις του Επειδή μαζί. Βρίσκει, δηλαδή, το κοσμικό της αρχέτυπο, απαντώντας τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Εκεί, μπορεί πλέον, ως ανοιγμένη φλέβα, να ασκήσει το μοναχικότερο των καθηκόντων της: το χρέος της κραυγής. Μιας και τις απορίες για τη ζωή θα τις λύσουν τελικά τα φαντάσματα.

                                                                                                   Σταύρος Σταυρόπουλος

(Κείμενο του Σταύρου Σταυρόπουλου από το Επίμετρο της έκδοσης)

Η Μαρία Χρονιάρη γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τα Ανώγεια της Κρήτης. Σπούδασε τηλεόραση, έκανε σεμινάρια σκηνοθεσίας και εργάζεται ως οπερατέρ.

Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα. Στο θέατρο έχει σκηνοθετήσει την παράσταση της ομάδας IlluminArti, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, από το ομώνυμο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου.

Το Επειδή μαζί είναι το δεύτερο βιβλίο της.