Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΝΑ ΟΛΟΝ ΨΥΧΗΣ




Σε περιμένω σε κάθε γωνιά, σε κάθε πλατεία, σε κάθε τώρα, σε κάθε αύριο, σε όλα τα μετά κι ό,τι υπάρχει ενδιάμεσα, στις νύχτες που περιμένουν στη σειρά για να μη φοβούνται τα όνειρα, στα πλακόστρωτα των νησιών που ποτέ δεν πήγα, στους δρόμους που τώρα φτιάχνονται και στις αλήθειες που ζωγραφίζονται στους τοίχους,

στα φιλιά των εραστών πριν υποκύψουν στον πόνο, σε όλες τις νότες στα λυπημένα τραγούδια σου, στα χρώματα που είναι όλα μαύρο, στο λευκό που τυφλώνει την ψυχή, σε όλα τα γράμματα που ζουν στα βιβλία μου, μέσα στα μάτια των παιδιών που με κοιτούν με απορία ψάχνοντας λόγους για την απουσία σου, στις παρυφές της λύπης,

στα χαρακώματα της αγάπης, στα σεντόνια που κοιμηθήκαμε κι έχω ξεχάσει τις μέρες μου, στις αϋπνίες των φωνών που διψούν κάθε βράδυ, μες στις χιλιάδες των ανθρώπων που περπατούν στα πεζοδρόμια και σε κάθε βλέμμα στα φεγγάρια που λείπεις, σε κάθε σιωπή που ντύνεται αύριο, σε όλες τις γλώσσες που μιλούν στην πληγή, μα και σ’ εκείνες που γιατρεύουν τον πόνο, σε όλα τα χέρια που κρατούν αγκαλιές και σε όσα έχασαν και πενθήσαν στο μόνο,

στα ουρλιαχτά των λύκων μου και στις σπονδές της Εκάτης, στα μισά των διαδρομών και στις λακκούβες του κόσμου, σε κάθε μέρα που ξημερώνει και μου στερεί τη φωνή σου, μες στις κλειστές αίθουσες των σφαγείων, στα εισιτήρια των πλοίων που ταξιδέψαμε, στον κόκκινο αναπτήρα σου που ανάβω τσιγάρο, στα κατεβασμένα ρολά μου, στις φωτογραφίες που βγάλαμε και στις αντοχές της χαράς σου, 

στα αεροπλάνα που ανέβηκα για να σε βρω και σε όλα εκείνα που πήρες για να έρθεις, σε κάθε θάλασσα που κολυμπήσαμε και σε όσες βρίσκονται στης γης τον χάρτη, στους εφιάλτες σου που σε ξυπνούσανε και σε όσα κάναμε κι είπες «θυμάμαι», στις ζωγραφιές των πλανόδιων και στα τετράδια που γράφεις,

στα κλειδιά του σπιτιού μας, στο ζαρωμένο σου πουκάμισο, στη σκόνη που έγραψες τα ονόματά μας και στα χαρτιά σου που άφησες στο βρεγμένο γραφείο, σε ό,τι κοιτώ, σε ό,τι υπάρχει, σε ό,τι μου πήρες και σε ό,τι έδωσες, σε κάθε πόρτα, σε κάθε οδό, σε κάθε διεύθυνση που χτυπάνε κουδούνια, σε κάθε γέλιο μου που χρωστάω στη σκιά σου, στις υποσχέσεις σου ώρα μεσάνυχτα και στα ρολόγια που ποτέ δεν γυρνάνε,

σε περιμένω στο εδώ, στο αλλού, στο εκεί, στο παντού, στο σκοτάδι, στο φως, στο πρωί και στο βράδυ, στο εχθές και στο αύριο, μέσα στο πριν και στο έπειτα, στο ποτέ χωρίς και στο μόνο μαζί, μέσα σε όλους τους μήνες, μέσα σε όλα τα χρόνια, στον ουρανό και στα κύματα, σε κατοικώ, με κατοικείς, σε γεννάω, σε χωράω, σε είσαι εγώ, σε είμαι εσύ, σε έρχομαι, με έρχεσαι,

σε ε σ έ ν α ε μ έ ν α  σε έ ν α , σε μόνο όλον, εμείς.


Μαρία Χρονιάρη

Νέο κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ologramma.  Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/ena-olon-psychis/






Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Εκεί που φέγγει… η επιθυμία φθίνει…




Του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου


Αναρωτιέμαι, ώρες- ώρες, αν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε στον κόσμο δίχως το παιχνίδι των ρόλων…

Όπως έγραψε κάποτε η Μαλβίνα Κάραλη: «Υπάρχει […] κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου». Κι εξηγεί παρακάτω: «παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της». Η πιο ουσιαστική απόδειξη αυτού αποτελεί ο έρωτας. Ο κύριος (και καίριος) αρλεκίνος ταχυδακτυλουργός. Το νούμερό του μοιάζει αρχικά με την χώρα του Ποτέ -που σε θαμπώνει με τα χρώματα, τις μουσικές, τις εντάσεις και, φευ, την γλυκιά ψευδαίσθηση ενός «για πάντα»- μέχρι, βέβαια, να καταλήξει σε σκηνικό βομβαρδισμένης γης. Και η αιτία αυτής της κατάληξης δεν είναι άλλη από την αντίθεση των διαφόρων ρόλων που κομίζουν οι πρωταγωνιστές.

Όσο καταστροφικό, όμως, κι αν φαντάζει ταυτόχρονα, αποτελεί και μιαν ασπίδα προστασίας από τα κάθε είδους ραδιενεργά στοιχεία του συνυπάρχειν και συμφύρεσαι. Είναι, ίσως, κι ένας τρόπος να χωρέσεις πιο εύκολα τις αντινομίες που φέρεις σαν άτομο και να τις εναρμονίσεις μέσα σε μιαν οπτική απάτη- έτσι που να γίνεσαι αναγνωρίσιμος ως μια –υποτιθέμενη- ενότητα ή έστω ως μιαν όχι και τόσο απροσπέλαστη δυνατότητα.

Θα ήθελα σήμερα να σας παρουσιάσω μια σχοινοβάτισσα ποιήτρια –για να μνημονεύσω λίγο και τον Genet. Η Μαρία Χρονιάρη στο τελευταίο της βιβλίο, Αγέννητη Γη, ακροβατεί επάνω στο τεντωμένο σχοινί, που ενώνει το σημείο μηδέν με τον ορίζοντα ενός αγέννητου –και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο- επερχόμενου ενδεχόμενου. Ή ίσως πάλι με το σημείο εκείνο όπου η σιωπή σπάει και ξαναγίνεται κραυγή.

Λέει ο Genet στον σχοινοβάτη: «Χόρευε ωστόσο για τον εαυτό σου και μόνο, όχι για μας. […] Και πάντοτε στον ερεβώδη τόπο. Αυτή λοιπόν η μοναξιά θα μας μαγέψει». Γράφει η ποιήτρια ως αφιέρωση στο βιβλίο της: «Στα χρόνια που περπάτησαν μέσα μου ξυπόλυτα και στην αλήθεια που στέκει πάντα ασάλευτη σε πείσμα των ματιών σου». Τι άλλο από ακριβή εκπλήρωση του ιδεώδους του Genet αποτελεί η σχοινοβασία της Μαρίας Χρονιάρη.

Στην ποίηση έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε –σαν παράδειγμα κακού μαθητή- την βιογραφία του καλλιτέχνη ως άξονα για την ανάλυση του έργου του. Εγώ θα προσπαθήσω, κατά το μέτρο του δυνατού, να αποφύγω αυτή την γκάφα. Βλέπω το εγχείρημά της σαν την προσπάθεια της Σελήνης να διαγράψει κάποιες από τις εποχές της σκοτεινής της πλευράς∙ δίχως, όμως, να αποκαλύπτει τα τοπία και τα ηφαίστεια που καραδοκούν στο έδαφός της. Γι’ αυτό, άλλωστε, κυριαρχεί τόσο στα ποιήματά της η σιωπή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλη η συλλογή πραγματεύεται ό, τι δεν αποκαλύπτει ανάμεσα στα κεντίδια των στίχων της. Αθόρυβα ο πόνος, η επιβεβαίωση του αναπόφευκτου, η κατακρήμνιση ενός αγαπημένου προσωπείου, καθοδηγούν την πορεία προς την αλήθεια: την φθίνουσα επιθυμία. Διότι, όσο κι αν ο χωρισμός φαντάζει στα μάτια μας σαν θάνατος, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από την επίτευξη του απώτερου στόχου μας- το γκρέμισμα του αντικειμένου του πόθου μας από το βάθρο που του είχαμε στήσει.

Τι είναι αυτό που το κάνει τόσο επώδυνο;

Το γκρέμισμα του κόσμου που επινοήσαμε για να προσδώσει νόημα στην επιθυμία μας. Την ώρα, δηλαδή, που γκρεμίζουμε το βάθρο τσακίζουμε τον σπόρο που μας εκπλήρωνε. Αντικρίζουμε και βιώνουμε το υπερκορεσμένο μιας πραγματικότητας που έχει ήδη πάρει το σχήμα του παρελθόντος. Πονάμε γιατί δεν υπάρχει πια ούτε μήνυμα, ούτε ακροατήριο, ούτε φωνή για να αναγγείλουμε εκείνο που, μέχρι πριν από λίγο, αποτελούσε την ουσία, τον πόθο… το πλήρες μας… Κενό σώμα πια ζητά νέα σταυροφορία και καινούριο σκοπό.

Το σημαντικότερο ποίημα της συλλογής που μπορεί να μας βοηθήσει στην πρόσληψη της, θεωρώ πως είναι η «Υποτείνουσα». Σ’ αυτό το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο φτάνει στην αποκάλυψη του εγκλήματος. Άρα, και στη σκοποθεσία του ίδιου του βιβλίου.

Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής αφήνει μιαν υποψία ερμηνείας του τίτλου της. Θα ήταν παρακινδυνευμένη η άποψη πως ο τίτλος παραπέμπει σε κάποιο παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ. Παρακινδυνευμένη και μάλλον άστοχη… μιας και περιορίζει το ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής του βιβλίου. Μιας και δουλειά του κάθε ερμηνευτή είναι να ανοίγει το εύρος των ερμηνευτικών δυνατοτήτων. Θα πρότεινα –για να δώσω συνέχεια στα όσα ανέφερα πιο πάνω- πως αγέννητη γη είναι ό, τι απομένει όταν ο έρωτας και η επιθυμία τελειώνουν. Όχι, όμως, σαν στάχτη μα σαν ανεκμετάλλευτες πιθανότητες. Ο έρωτας δεν γεννά τίποτε άλλο παρά μόνο το πάθος. Ο έρωτας είναι πόλεμος, κι όπως κάθε πόλεμος έχει ένα τέλος θανάσιμο. Η αγάπη είναι η μήτρα της ζωής. Επίσης, θα πρότεινα να συνδυαστεί ο τίτλος με την πλήρη απουσία σημείων στίξης και κυρίως με την απουσία τελείας.




Σαν έμμεσα διακειμενικά στοιχεία η ποιήτρια προτείνει τα ποιητικά τοπία των Dickinson, Woolf και Plath∙ παρ’ ότι –όπως παραδέχεται και πάλι έμμεσα η ίδια- δεν ανταποκρίνονται ουσιαστικά ούτε στο ύφος αλλά ούτε και στο κλίμα της Αγέννητης Γης. Η λειτουργία τους πιστεύω πως περιορίζεται σ’ αυτό που ονομάζουμε «παραδείγματα προς αποφυγή».

Υπάρχουν δύο ερωτήματα στη συλλογή. Είναι δύο ερωτήματα που φαντάζουν με την πρώτη ματιά αναπάντητα∙ θεωρώ, όμως, πως οι απαντήσεις μπορεί να μην δίνονται κατευθείαν από την ποιήτρια, αλλά κερδίζονται μέσα από την πορεία στην οποία σε υποχρεώνει να ακολουθήσεις.

Το πρώτο ερώτημα είναι: Πως σβήνει άραγε τον ήλιο κανείς;

Η απάντηση σ’ αυτό εκπηγάζει απ’ όσα ανέλυσα παραπάνω. Δηλαδή, αφήνοντάς τον να κάψει όλα του τα αποθέματα. Ειδάλλως, μετατρέπεται ο έρωτας- ήλιος σε εμμονή.

Το δεύτερο ερώτημα είναι: Προς ποια κατεύθυνση/ εξημερώνει τον θάνατο ο έρωτας;

Αυτό είναι ένα πράγματι δύσκολο ερώτημα. Θα παραθέσω αρχικά κάποια από τα λόγια της ίδιας της ποιήτριας κι έπειτα θα προσπαθήσω να αναλύσω αυτή μου την επιλογή.

Γράφει στο ποίημα Οδός Ασκληπιού:

Πλησιάζω αργά
Με τις ρυτίδες μου όλες αναμμένες
Σε χαιρετώ σαν πάντα να είναι αύριο

Το ποίημα Απόδραση:

Οι ποιητές είναι πάντα
προς την πλευρά της ζωής

Γράφουν μόνο υπέρ της
φορώντας μόνιμα
στο μπράτσο τους
το μαύρο περιβραχιόνιο

του θανάτου

Κάποτε είχα γράψει πως ο φόβος είναι η απόκρυφη τέχνη της φθοράς. Σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει η Μαρία Χρονιάρη το 2016, στην ερώτησή μου για το τι είχε αποκομίσει από την συγγραφή των τεσσάρων τότε βιβλίων της μου είχε απαντήσει: «Έμαθα όταν φοβάμαι να μη φοβάμαι και να επιτρέπω στον εαυτό μου να βλέπει τα πράγματα πιο καθαρά». Ίσως λοιπόν η κατεύθυνση που εξημερώνει τον θάνατο ο έρωτας, να είναι εκείνη που το άφοβο βλέμμα σού, σου υποδεικνύει. Αυτό που θα σου ψιθυρίσει η φωνή μέσα σου και θα την κάνεις ποίημα [ένα ποίημα ως στάση ζωής…]. Διότι, ο έρωτας είναι στάση ζωής. Μπορεί να είσαι ερωτευμένος με ό, τι επιθυμήσεις κι αυτό με την σειρά του θα σε κατευθύνει στην πλευρά της ζωής.

Όμως, εδώ υπάρχει μια παγίδα. Όπως μας προειδοποιεί ο Rollo May, ο έρωτας (ο έρωτας για κάποιο άλλο άτομο) αναγγέλλει την θνητότητα. Αυτή η ψευδαίσθηση της αφομοίωσης στον άλλο και της υπέρβασης. Η πρόσκαιρη αθανασία που κερδίζεις μέσω της πτώσης σου στα θολά νερά του πάθους. Σιγά- σιγά σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πως το τέλος είναι αναπόφευκτο. Αλλά δεν είσαι χαμένος! Τράβηξες προς την πηγή της ζωής… έκανες τον κύκλο που όφειλες και σου όφειλαν… κι έφτασες πλήρης μέσα από την άλωσή σου.

Φαίνεται μια πτυχή αυτού στους στίχους: 

Κανείς δεν θα ζήσει τόσο μαζί

όσο εμείς

κομμένοι στα δύο

Όλα αυτά αποτυπώνονται πολύ γλαφυρά [και μέσα από την ίδια την εναντίωσή τους…] από την συζήτηση του Χάρολντ Πίντερ με την σύζυγό του Αντωνία Φρέιζερ μέσω χαϊκού:

 Αν δεν υπήρχε ο θάνατος
στον κόσμο
πως θα σ’ είχα συναντήσει;
Αντωνία Φρέιζερ

Θα μ’ έβρισκες τριγυρίζοντας το μεγάλο μπαρ
Ποτήρια υψωμένα,
Ένα για σένα, ένα για μένα
Χάρολντ Πίντερ

[Σε δική μου μετάφραση]

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο εξώφυλλο του βιβλίου. Μια εξαιρετική δουλειά του Χάρη Τσιλόπουλου που καταφέρνει να αυξήσει την ένταση του τοπίου στο οποίο μας εισαγάγει η Μαρία Χρονιάρη. Επίσης, η Αγέννητη Γη ως τοπίο πια αποκτά μιαν απτή αποτύπωση όσων δεν λέγονται ποτέ. Για να μείνουν ποιητικά λάφυρα… και μυστικά χνάρια στο κορμί της Σελήνης…



Η κριτική του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου, δημοσιεύθηκε στο Πολιτιστικό Magazino Ολόγραμμα. *Η φωτογραφία της ποιήτριας ανήκει στην Άννα Μαρινάκη

Διαβάστε κι εδώ:


Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

VERBA DICAT



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Μια μέρα θα ‘ρθω και θα σου πω για τις λέξεις. Για τα τραύματα που χωράνε μέσα τους· για όλη τη θλίψη και όλο τον πόνο. Για την χαρά και τη δόξα της κι όλο το πριν, το μετά και το ενδιάμεσα μόνο. Λέξεις που προσδοκούν τη δική τους ζωή, καθώς ξεφεύγουν απ’ το άνοιγμα των δοντιών σου και που μιλούν την αλήθεια τους, όταν εσύ δεν τις βλέπεις.

Λέξεις υπάρχω και χάνω και χάνομαι· ορίζω, γυρίζω και φεύγω. Λέξεις που ήρθαν, λέξεις που έφυγαν και όσες έμειναν, θέλουν την πληρωμή τους. Λέξεις εδώ, εκεί κι ανάμεσα, ίσως νωρίς, ίσως αργά και ίσως κάποτε λίγο. Λέξεις παντού και πουθενά που καθορίζουν πορεία, που δείχνουν το αύριο κι αποκοιμούνται στο χτες. Που έζησαν μόνες τους, γιατί τα στόματα που ήρθαν, στάθηκαν μικρά και λίγα. Που δεν χαϊδεύτηκαν, δεν αγαπήθηκαν, που όμως μετάνιωσαν, αλλά δεν είπαν λυπάμαι.

Που περίμεναν πάντα σ’ ένα λιμάνι μια επιστροφή, στα κλειδιά του αυτοκινήτου σου, πίσω απ’ την πόρτα. Που στον καθρέφτη τις κρέμασες και τις κοιτούσες για ώρες, ενώ φοβόσουν μην τις ακούσεις να σου λένε για ψέματα. Οι λέξεις βλέμματα που αγγίζουν τη μνήμη· αυτές που δάγκωσες για να μη βγουν κι αυτές που φίλησες για να τους πάρεις τον πόνο. Όσες λαχτάρησες, όσες σε πρόδωσαν κι αυτές που έμειναν να προδοθούν. Που τυραννούν τον ύπνο σου και δεν ξημερώνουν, που γυρνούν στο κεφάλι σου κι όλο βουίζουν, κι αγρίμι γίνονται και σε γραπώνουν, σε κόβουν και σε ενώνουν αγόγγυστα.

Οι λέξεις καταλογίζω, υπολογίζω και έρχομαι· οι λέξεις τρομάζω, δειλιάζω και τρέχω. Οι λέξεις ζω, επιζώ κι απελπίζομαι. Οι λέξεις μιλάω, σωπαίνω και κρύβομαι· κι όλο ξεχνάω, θυμάμαι και κλαίω. Διορθώνω τα λάθη μου, μα προσβλέπω και σε άλλα. Λέξεις ουρλιάζω, αντέχω και έσπασα. Ρήματα που έβαλες σε παρενθέσεις, σημεία ορίζοντα να εξευμενίσεις τον χάρτη. Μέρες και νύχτες να ιδρώνουν οι λέξεις σου, να πεινούν και να ζητάνε βοήθεια. Να ανεβαίνουν στο λαιμό σου και θηλιά σου να γίνονται ενώ εσύ, θα παλεύεις για να σώσεις μια λέξη· μια λέξη ανήμπορη, βασανισμένη, που δεν αρθρώθηκε και να χάσκει έμεινε μήπως την δεις, μήπως την ακούσεις, μήπως τα χέρια σου της χαρίσουν πνοή.

Μια νύχτα θα ‘ρθω και θα σου πω για τις λέξεις. Για όσα άκουσα, έμαθα κι είδα. Για το ποτέ, για το τώρα, το πάντοτε. Μα όλες δεν θα σου τις πω, θα μείνουν κάποιες να κρατήσω για μένα.

Οι εφεδρείες μου, για τις στιγμές που σωπαίνω.

*Οι λέξεις λένε

Μαρία Ι. Χρονιάρη


Διαβάστε ολόκληρη την εφημερίδα εδώ: