Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ



Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.


Γιάννης Ρίτσος, Ἀθήνα 18.11.80

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 15



Η χαρά καθόταν κάτω κι έκλαιγε. Μόλις είχε φύγει η αγάπη.

Μαρία Χρονιάρη

(Ποίημα από το βιβλίο μου, "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα 2010)

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΑΣ ΟΔΥΝΗΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ




"Η οδός της οδύνης οδηγεί τον άνθρωπο στην ολοκλήρωσή του ως άτομο, για τον απλό λόγο ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση του στον πόνο, όπως κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση του στον θάνατό του."

 Νατόλι

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ



Σε ξέρω εσένα
Μου μοιάζεις
Τις νύχτες
Ξεκλειδώνεις τις γρίλιες
Και φυσάς στη φαντασία μου
Ζωή

Σε ξέρω εσένα
Μου μοιάζεις
Ό, τι κι αν κάνω
Δεν μπορείς
Να τ’ αρνηθείς

Όμως
Σε παρακαλώ
Κάθε που κλαίω
Να στρέφεις αλλού
Το βλέμμα σου

Δεν αντέχω πια
Να με βλέπω

Σπασμένη



Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ



Στη ζωή έχει σημασία τί είσαι εσύ κι όχι τι βλέπουν οι άλλοι. Κι όσο κι αν θέλουν να σε κάνουν να τους μοιάσεις, θα πρέπει να έχεις το σθένος και τη δύναμη να αντισταθείς. Γιατί όλη η ομορφιά μας, όλη η ουσία της ύπαρξής μας, βρίσκεται σε αυτή τη λεπτή γραμμή που μας χωρίζει από τους άλλους, και λέγεται μοναδικότητα. Και θα πρέπει να αποδεχόμαστε την όποια διαφορετικότητα μας. Και να την υπερασπιζόμαστε. Και μόνο όταν θα την αποδεχτούμε θα μπορέσουμε να απορρίψουμε την γνώμη που έχουν οι άλλοι για μας. Γιατί οι άλλοι θα είναι πάντα αλλού. Έτσι κι αλλιώς.

Μαρία Χρονιάρη




Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 14




Οι σκέψεις μου - χαλασμένες τέμπερες - αποτυπώνουν τα ίχνη μιας αόρατης σκιάς. Που σου μοιάζει.

(Μαρία Χρονιάρη, "Εκεί που αλλάζω ζωές", Εκδόσεις Απόπειρα 2010)

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

2007 Μ.Χ




Μια μέρα θα μαζέψω όλες τις φωτιές και θα τις γκρεμίσω απ’ το μπαλκόνι. Οι άνθρωποι είναι σπίτια. Γεμάτα από άδεια σπίτια. Μαραθώνιος στις φλέβες του λαιμού σου. Τα συναισθήματα είναι ύπουλα. Τρυπώνουν χωρίς να το καταλάβεις. Ανεβαίνουν ως το λαιμό και σε σφίγγουν.

Η λήξη για μια αρχή. Και κανένα μυστικό. Πουθενά δέντρο. Κι η φωνή να γυρνάει. Ένα δάχτυλο γραντζουνάει το άνοιγμα. Κάποτε είχε ψιθυρίσει. Την αλήθεια. Και τώρα τίποτε από εκείνη την εποχή. Σφράγισα την τρύπα με την φυγή μου. Κι όλα εκεί. Κι ένα μέλλον ζει για να βλέπει. Αυτό που η ανάμνηση είναι. Και δεν.

Η πραγματικότητα κρύβεται πίσω από τα μάτια της μνήμης. Όλη η ζωή σε μια μέρα. Σαν την κυρία Ντάλαγουεϊ.(*) Οργανώνεις πάντα γιορτές για να σκεπάσεις τη σιωπή. Σαν αλεύρι που χύνεται από το κόσκινο σαν χιόνι. Σημασία δεν έχει να μετανιώνεις. Ούτε αν. Σημασία έχει τι μπορείς να αντέξεις.

Όλα είναι ρόλος. Ό, τι άφησες, αυτά που έχεις. Σκηνοθεσία στιγμής. Για τις ώρες. Τις πάντα. Τις ποτέ. Γιατί πρέπει να χάσεις για να εκτιμήσεις;  Γιατί να σκάβεις σκοτάδι για να μπορείς φως; Έπεσα. Αλλά καθώς έπεφτα, έμαθα. Ήταν αυτή η σωτήρια πτώση που ωθεί. Είδα ό, τι δεν φαινόταν. Όλα μες στο ταυτόχρονο. Ένα σύμπαν ακαριαίων φόβων σε όλους τους χρόνους μου.

Τα λόγια είναι υποθήκες. Και πίστεψα. Σαν ρουφήχτρα στην άβυσσο πήγα. Και γύρισα γιατί κάποιοι άντεξαν που έφυγα.  Γιατί ήταν εκεί στην επιστροφή μου. Με σιγουριά βέβαιη περίμεναν. Και γι’ αυτό. Κανένα φάρμακο πιο δυνατό απ’ την προσμονή. Κανένα πιο στέρεο απ’ την αγάπη.

Γι’ αυτό θα μείνω. Σκοπευτής στο κοντοήμερο. Ποτέ ρίψασπις. Κι ούτε ένα λεπτό για να θυμηθώ τι πρέπει να ξεχάσω.


(*) Η «Κυρία Ντάλαγουέί», Βιρτζίνια Γούλφ


Μαρία Χρονιάρη

(κείμενο από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ



για τον Μανώλη μου


Έφυγες ήσυχα, απλά. Όπως ήσυχα κι απλά σβήνει το φως. Καλή στρατιά αγαπημένε μου. Θα τα ξαναπούμε εκεί όπου χρόνος και πόνος δεν υπάρχουν. Εκεί που το φως σου θα λάμπει για πάντα.

Μαρία Χρονιάρη

(3/10/2012)


Διαβάστε στον διαδικτυακό τόπο ΑΝΩΓΗ, το κείμενο που έγραψα στην μνήμη του Μανώλη μου.
http://www.anogi.gr/archives/7153

 

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΡΩΤΟΥΝΕ




Α΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.
Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.
Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Άλλο άλογο δεν έχω.
Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Άλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.
Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: "Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!"
"Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη."
"Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας."
"Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!"
"Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος."
"Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη."
"Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω."
"Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!"
"Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση."

"Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη;"
"Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!"

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.
Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Άλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.
Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ΄ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.
Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν΄ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Νικόλαος Καζαντζάκης

(από το βιβλίο του, "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες)