Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ




"ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ - μόνο το πακέτο φωτίζεται. Η κίνησή του έχει δυο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι  μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής.
Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.

Μπαίνουμε νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.
Ο άνθρωπος που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ένα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.

Κάτω απ’ τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένη η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δυο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνο από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.
Σου έδωσα λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες - πού βρήκα τη βροχή δε θυμάμαι - αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μαζί μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ’ τα σώματα μας. Σαν μουσικές εθισμένες.

Θα σπρώξω τον χρόνο να πέσει. Να πάψει να κολλάει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αυγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο νέος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ’ τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί, έτοιμο να στάξει, θα ενωθεί.
Μοναδικό φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να ρθείς με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί που αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.

Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει.
Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε.
Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.

Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει." 





Σταύρος Σταυρόπουλος, "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ


Δείτε εδώ το μπλόγκ του

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΠΑΙΖΑΜΕ


Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας


Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Μανώλης Αναγνωστάκης

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΟΡΤΗ




Γιατί η αγάπη είναι γιορτή, γιατί η αγάπη είναι ό, τι έχει μείνει πια ζωντανό σε αυτή τη ζωή. Γιατί η αγάπη είναι ταξίδι από το πιο μικρό σου κύτταρο ως το άπειρο. Γιατί αυτό είναι ένα από τα τραγούδια της μνήμης της ζωής μου. Άνοιξε εκδηλώσεις των βιβλίων μου και την πρώτη θεατρική παράσταση που σκηνοθέτησα. Γιατί φτάνει που είναι αγάπη. 

Μαρία Χρονιάρη



Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΟΣΑ ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ

Στη ζωή αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι οι ανατροπές της.  Για όσα χάσαμε και για εκείνα που θεωρούσαμε χαμένα, μα επέστρεψαν..




Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ



Σήμερα όλες οι λέξεις θέλουν να μιλήσουν. Να πουν με λόγια ετούτες τις κραυγές. Και περπατούν στα νύχια επάνω στις χορδές της. Φοράνε κόκκινα και σαν σε πανηγύρι συνωστίζονται. Σπρώχνονται ποια θα φτάσει πρώτη πιο κοντά στα δόντια της. Σήμερα οι λέξεις, χιλιάδες φορές.

Μια ιστορία που ξέχασε το τέλος της. Κάθε φορά η κάθε ιστορία χάνει το τέλος της, την ώρα που η κορύφωση γυρεύει να ανοιχτεί. Να κυματίσει στα σεντόνια ενός ληγμένου θριάμβου. Θα παραδώσει μια σκυτάλη που δεν έτρεξε πολύ. Δεν ίδρωσε στα χέρια την ώρα του αγώνα.

Περπατάει σαν πάπια για να προστατέψει τα δαχτυλίδια της. Τραγανίζει κάθε κόκκο άμμου στο στόμα της και φτύνει τα τσόφλια. Γέμισε η παραλία λείψανα. Με την άκρη της γλώσσας της χωρίζει τα κύματα που στάζουν στο στόμα της θολά.
Όταν στεγνώσουν θα γίνουν πέτρες. Θα τις κάνει ψηφιδωτά για να στολίσει το σαλόνι.

Οργανώνει τις μέρες της ανάλογα με την γεύση τους. Για πρωινό φρυγανίζει ψωμί και πασαλείφει πάνω του απομεινάρια από όνειρα. Δαγκώνει με δύναμη και καταπίνει τις μπουκιές της πνιχτά. Στριμώχνεται στη γωνία της κουζίνας και πίνει ληγμένες επιδερμίδες χτυπημένες στο μπλέντερ. Όλα τα σκεύη στοιβαγμένα στο νεροχύτη μοιάζουν με τρούλο λεηλατημένης εκκλησίας, ενώ το μάρμαρο αστράφτει ειρωνικά.

Στο κρεβάτι της σκαρφαλώνει μια άγευστη ωριμότητα. Βγάζει τα ρούχα της νωχελικά και απλώνει απ’ άκρη σ’ άκρη τα πλοκάμια. Οι βεντούζες προδίδουν μια ασημαντότητα. Παρατηρεί προσεκτικά τις γραμμές απ’ τις ελπίδες. Ξεχασμένες ευχές γραπώνουν τον αυχένα της. Κρατάει μια σπάτουλα και διώχνει από το δέρμα καθετί που μοιάζει ψεύτικο. Τρίβει τόσο δυνατά που τα λέπια των στιγμών πετάγονται και κολλάνε στους τοίχους. Ένα μεγάλο δωμάτιο, νεκροταφείο φλεβών.

Έχει αποφασίσει να αρνηθεί να δεχτεί. Η εξέλιξη των γεγονότων αυτή τη φορά δεν την αγγίζει. Ό, τι δεν θέλει να δει, δεν υπάρχει. Έφτασε ο καιρός να τα κάνει όλα ανάποδα. Δεν θα μάθει τη νέα ορθογραφία, θα κολλήσει τελείες στα ρούχα της, θα κρεμάσει σημασίες στα μαλλιά της. Η έννοια του πράγματος θα μείνει ανενεργή. Θα αδρανοποιήσει κάθε λειτουργία εξάρτησης που εξηγεί. Κάνουν κακό οι αναλύσεις.

Να μπορεί μόνο να θυμάται πού έκρυψε την απόφαση. Όλα τα φωνήεντα πρέπει να καταργηθούν, κι από τα σύμφωνα να μείνει μόνο το σίγμα. Είναι το μοναδικό που μπορεί να κάνει ησυχία. Ίσως ακόμα να κρατήσει και το μι.

Για την προστακτική της άρνησης.  

Μαρία Χρονιάρη


(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

ΕΓΩ ΔΕΝ


  


Εγώ δεν
Έχω
Τίποτα το κοινό μαζί σας
Τα μάτια μου μοιράζουν το φεγγάρι
Σε συσσίτια απόρων τις Κυριακές
Προς Μοναστηράκι μεριά
Γυρίζω με απίθανη απείθεια
Από τσιγάρο σε τσιγάρο
Την υδρόγειο των ανέμων

Κάθε πρωί
Μπαίνει η Σέριφος
Απ’ το παράθυρο μέσα μου
Και με κόβει στα δυο
Χρεώνομαι τη σιωπή
Σταυροβελονιά πάνω μου
Ίσως μάλιστα


 Να είμαι ο ιδρυτής της


 Σταύρος Σταυρόπουλος


Δείτε εδώ το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΤΕ ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΕΣΥ

Οι λέξεις έχουν δύο σημασίες: Η μία είναι αυτή που βρίσκει κανείς στα λεξικά. Η άλλη, είναι εκείνη που γεννιέται μέσα σου όταν την συναντάς.Το πώς θα εξελιχθεί η σχέση μας μαζί τους, εξαρτάται από το αν θα μείνουμε στο λεξικό ή αν θα αντέξουμε στη γέννα.

Ευχαριστώ πολύ το μπλόγκ aeriko-moments.blogspot.com, για το βίντεο που έκανε με τις λέξεις μου. Και κυρίως με τις σιωπές μου..

Μαρία Χρονιάρη

Δείτε εδώ το μπλόγκ
http://aeriko-moments.blogspot.com/2011/12/blog-post_13.html


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΠΟΝΑΕΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ


"Όλα είναι νύχτα. Αν την αντιστρέψεις, δεν κερδίζεις απαραίτητα το φώς. Κερδίζεις την προσπάθεια να πολεμήσεις την νύχτα."

Μαρία Χρονιάρη



Ευχαριστώ το μπλόγκ aeriko-edostirogmitouhronou, για την ανάρτησή της με τις λέξεις μου..

Δείτε εδώ το μπλόγκ
http://aeriko-edostirogmitouhronou.blogspot.com/2011/12/blog-post_10.html

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΕΡΩΤΙΚΑ IV


Δεν είμαι εγώ που τη ζωή σου
ήρθα σαν ήλιος να φωτίσω:
το φως στα μάτια μου που λάμπει
δικό σου - και σ' το στέλνω πίσω!

Του μαγικού του κόσμου αν έχω
ανοίξει διάπλατη τη θύρα,
το μυστικό χρυσό κλειδί της
από το χέρι σου το πήρα.

Κι αν απ' τα βάθη ενός ληθάργου
βγήκα, σ' εσένα το χρωστάω,
σ' εσένα τους χυμούς που νιώθω,
τη νέα γλώσσα που μιλάω!


Κώστας Ουράνης, 1953

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Στο Μεξικό - στην αρχαιότητα  αλλά και σε μερικές περιοχές ακόμη και σήμερα - αν μία μαύρη πεταλούδα επισκεπτόταν το σπίτι σου, σου έφερνε μήνυμα πως ήρθε η ώρα για να διαβείς το κατώφλι του κάτω κόσμου.



Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ



Ο ADE GIA στο μπλόγκ του - με φράσεις δικές μου και του Σταύρου Σταυρόπουλου, από το κείμενό μου με τίτλο "ΑΙΤΙΑ"- κατάφερε να διαταράξει την κοινή ησυχία..  Η επόμενη κίνηση, θα είναι να ταράξουμε τα χρηστά τους ήθη..


Δείτε εδώ την ανάρτηση στο μπλογκ του ADE GIA
http://adegia.blogspot.com/2011/08/blog-post_28.html


Διαβάστε εδώ το κείμενο
http://mchroniari.blogspot.com/2011/08/blog-post.html

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ

Στην αγάπη μπαίνεις γυμνός. Έχοντας καταστρέψει όλες τις πανοπλίες σου. Το τίμημα, το πληρώνεις προτού καν εισέλθεις. Και γι' αυτό δεν έχει σημασία αν καείς. Φτάνει μόνο το θάρρος που δείχνεις. Και η απόφαση. Και ίσως καμμιά φορά, στην αγάπη νικητής, να είναι εκείνος που χάνει.

Μαρία Χρονιάρη





Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΜΑΓΚΕΣ

ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΟ PASSPORT: ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ



Αν κι έφυγε από τη ζωή μόλις στα 42 του χρόνια, ο Παύλος Σιδηρόπουλος άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στη μουσική σκηνή της χώρας. Αυτή την Πέμπτη 1/12, στις 9 το βράδυ, φίλοι και συνεργάτες του μοιράζονται με το κοινό του Passport τις αναμνήσεις τους από τον Παύλο και αποτιμούν το έργο του.

Στη συζήτηση μετέχουν ο μουσικός & ηθοποιός Δημήτρης Πουλικάκος, ο ραδιοφωνικός παραγωγός Γιάννης Πετρίδης και ο συγγραφέας Σταύρος Σταυρόπουλος. Συντονίζει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος. Μετά τη συζήτηση, θα προβληθεί η ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου, «Να μ' αγαπάς».
Είσοδος ελεύθερη.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
PassPort: Μουσική/Θέατρο/Βιβλίο

Καραΐσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς, τηλ. 2104296401

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ ΦΩΤΟΣ



Μια εξώκοσμη βεβαιότητα αγκαλιάζει τα κείμενα του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, «Πιο νύχτα δεν γίνεται» - Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου. Μία πραγματικότητα τέλους που συντελείται μπροστά στα μάτια του γράφοντα, δίνοντας τους έναν βιβλικό και προφητικό τόνο. Κείμενα ρεαλιστικά, συμπυκνωμένα, χωρίς κανένα στοιχείο σιωπής. Και όμως. Η σιωπή είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου, η σιωπή είναι αυτή που περιγράφει το κάθε τι καθιστώντας το αναντίρρητα αποδεκτό.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γνωρίζει τον τρόπο να υποτάσσει τις λέξεις στο νόημα που ο ίδιος τους δίνει. Λέξεις – σπόροι, που θα ανθίσουν σε εκείνο το έδαφος, που θα αντέξει να δει. Αν κάποιος αποτολμούσε να κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στο έργο του, με εκείνο κάποιου άλλου δημιουργού, το εγχείρημα θα έβρισκε την απάντησή του, μόνο στο όνομα του Γιώργου Χειμωνά. Μεταξύ τους υπάρχει μία ολοφάνερη συγγένεια, μόνο που ο Σταυρόπουλος προσφεύγει σε ένα προσωπικό νόημα, επικαλούμενος τις διαζευκτικές του ρίζες και το εκτινάσσει, το «καθαρίζει» από τις συνέπειές του, για να στήσει τον συμπλεκτικό κορμό της αφήγησής του, για να ακεραιώσει αυτό το «μαζί».
Προχωράει τους χρόνους των ρημάτων, εκεί που η γλώσσα συναντά την αναγέννησή της. Οι λέξεις μιλούν με μία συνείδηση χαρακτηριστική της γραφής του. Μίας απόλυτα νέας γραφής που ανοίγει καινούριους δρόμους, σε ό, τι ως τώρα γνωρίζουμε κι ονομάζουμε λογοτεχνία. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Βιρτζίνια Γούλφ είχε προφητέψει αυτό το νέο είδος λέγοντας: «Θα έρθει ο καιρός που θα υποχρεωθούμε να ανακαλύψουμε καινούργιες ονομασίες για κείμενα που κρύβονται πίσω από τον υπότιτλο «μυθιστόρημα». Θα παρουσιαστεί κάποτε ένα βιβλίο που δεν θα ξέρουμε πώς να το βαπτίσουμε. Θα έχει την μορφή μιάς γραφής που συνηθίσαμε να την λέμε «πρόζα» - όμως θα πρόκειται για μια αλλόκοτη πρόζα, γραμμένη με πολλά στοιχεία της γραφής που συνηθίσαμε να την λέμε «ποίηση».
Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται», δεν μπορεί παρά να ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Ο συγγραφέας του δεν φοβάται να εμβαθύνει σε νοήματα που μπορεί να προκαλέσουν τη ρωγμή του ορθολογισμού μας. Η μοναδικότητα του λόγου και των εκφραστικών του μέσων είναι τέτοια, που καταργεί σχεδόν αυτόματα τη γνώση μας περί λόγου έως σήμερα. Μας τροφοδοτεί με κείμενα πολυδιάστατα, πολυπρισματικά, βαθύτατα υπαρξιακά. Όσες φορές κι αν διαβαστεί το ίδιο κείμενο, πάντα υπάρχει κάτι νέο για να ανακαλύψεις. Κάτι που σαν δώρο, σε περίμενε για να το βρεις.
Περιγράφει με πολύ άμεσο τρόπο το τέλος όλων εκείνων που συνθέτουν τον ανθρώπινο μύθο. Πρώτα αποδομείται η συμπεριφορά, έπεται η έκπτωση του ανθρώπου, και τελευταίες χάνονται οι λέξεις. Σε εκείνες ο Σταύρος Σταυρόπουλος βρίσκει το έσχατο καταφύγιο, όταν όλα έχουν κριθεί. Τις πλησιάζει και τις κατοικεί με μία ιερότητα, αφουγκραζόμενος την μουσική τους και σεβόμενος την πραγματικότητα που οι ίδιες δημιουργούν.
Σαν συγγραφέας είναι κατά των ορισμών και αυτό το κοινωνεί μαζί μας από την αρχή του βιβλίου, αναφέροντας πως «αυτά τα κείμενα δεν προσχωρούν σε κανένα κίνημα, κι έχουν όλα τα κινήματα μέσα τους μπερδεμένα». Όπως ο ίδιος έχει πει, «η λογοτεχνία δεν συγκροτείται από –ισμούς, είναι η ακραία εκδήλωση ενός πάσχοντος υποκειμένου». Είναι ένας προορισμός. Ένας έτερος είναι η ζωή. Κι ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι υπέρ της ζωής. Φύσει και θέση. «Προς τιμήν της ζωής θα συνεχίσει να βλέπει», όπως χαρακτηριστικά γράφει στο ομότιτλο κείμενο της σελίδας 173.
Τολμά να σταθεί απέναντι στα σκοτάδια του, βιώνοντας πλήρως και με μοναδικό τρόπο κάθε έννοια, πρόταση, σημείο στίξης που τους αντιστοιχεί: «Άρχισε πάλι να σηκώνει σκοτάδι. Ο ουρανός είναι λερωμένος. Όλες οι όχθες πνίγονται στα χέρια μου. Πουθενά δεν είμαι» ή «Τα όνειρα αλλάζουν αντίο. Το μόνο που κάνουμε είναι να σπαταλάμε κατάγματα, κοιτώντας. Σ’ αυτές τις άδειες καρέκλες μπροστά είναι ο δρόμος μου», όπως λέει στην σελίδα 213.
Παρ’ όλα αυτά, τα κείμενά του έχουν μικρές χαραμάδες φωτός, που αν πιαστείς από αυτές, σε οδηγούν άμεσα σε έναν κόσμο πρωτόγνωρα αληθινό. Όπως για παράδειγμα στην ίδια σελίδα λίγο πιο κάτω γράφει: «Ο πιο μεγάλος ίλιγγος είναι αυτός για τον οποίον αξίζει να ζεις» ή «Ό, τι υπήρξε θα υπάρξει ξανά. Καθετί είναι απόσπασμα», που συναντάμε στην σελίδα 119.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, μας φέρνει αντιμέτωπους με την εσωτερική μας πραγματικότητα, που σχεδόν πάντα είναι σκληρή και γι’ αυτό δύσκολα την κοιτάμε κατευθείαν στα μάτια. Κυρίως, όταν αφορά στις σχέσεις μας με τους άλλους. Στο κείμενο που φέρει τον τίτλο «Μαζί» γράφει: «Ο άνθρωπος μέσα μου, είναι ανθεκτικός. Τόσο φευγαλέα ανεξάρτητος. Τόσο αδιαπραγμάτευτα μόνος. Με τις πυξίδες του. Ο βυθός της νύχτας. Πού είναι το μαζί;»
Τα λόγια του, ενέχουν το στοιχείο της επανάστασης. Τα κείμενά του, είναι τα ίδια μία επαναστατική πράξη. Επαν – ίσταται και ανασυνθέτει τον κόσμο του. Ποιός μπορεί να διαφωνήσει μαζί του όταν λέει πως: «Η επιβίωση είναι ανταρσία» ή όταν λίγο πιο μετά δηλώνει: «Όταν θες να αλλάξεις τα πράγματα δεν το συζητάς. Απλώς τα αλλάζεις.»
Οι εικόνες που ξεπηδούν μέσα από τα κείμενά του, είναι αναγεννησιακές. Πολυχρωματικές μέσα στο μαύρο τους. Νιώθεις πως είσαι μέρος ενός πίνακα την στιγμή που εκείνος δημιουργείται. Μεταφέρεσαι αυτόματα σε έναν κόσμο που ακόμη κι αν δεν υπάρχει, εμφανίζεται στα μάτια σου με τρόπο αδιαμφισβήτητο. Το «κακό» με τον Σταύρο Σταυρόπουλο, είναι πως τον κόσμο αυτόν, τον βλέπει. Τον ζει. Και προσπαθεί να περιγράψει το τέλος του όντας κι ο ίδιος κομμάτι αυτού του τέλους.
Όσο προχωράς στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις πως όλα όσα προηγήθηκαν δεν ήταν παρά ένα πρόγευμα ζωής που πλησιάζει σε τέρμα. Όταν ο άνθρωπος δεν υπερασπίζεται και δεν επιβεβαιώνει τον μύθο του, τότε το μόνο που απομένει είναι να αφαιρέσεις την πούδρα και το μακιγιάζ και να κοιτάξεις την αλήθεια κατάματα.
Στη λογοτεχνία τα πάντα είναι ρευστά. Σε αυτό μοιάζει με τη ζωή – που όμως παραμένει ανενεργή, μη έχοντας την δυνατότητα ή την ικανότητα να τα ανασυνθέσει, μετατρέποντας την απελπισία σε «παρτιτούρα» δημιουργίας ποτισμένη με ιδέες. Η ανασύσταση ενός κόσμου που έχει διαλυθεί, ενός μύθου που έχει καταρρεύσει, χρειάζεται αρκετό πλεόνασμα φωτός, για να μπορέσουν να δημιουργηθούν εκ νέου οι συνθήκες εκείνες που θα οριοθετήσουν την από του τέλους αρχή. Αυτά τα αποθέματα ο Σταύρος Σταυρόπουλος τα διαθέτει. Εξάλλου, μέσα από την ίδια την γραφή του, δίνεται η συνέχεια ενός κόσμου που έχει χαθεί και προσπαθεί ξανά να τοποθετηθεί σε τροχιά.
Κι αν το εδώ είναι αλλού, τότε όντως «Πιο νύχτα δεν γίνεται».


( Η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου στα Public της Θεσσαλονίκης, την Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011)

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΕΤΣΙ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ


Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς

Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς;
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς;
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ' ακούς

Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, πού πας και ποιός, μ' ακούς;
Σου κρατάει το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μια μέρα, μ' ακούς

Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς;
Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς;

Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ' ακούς;


Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τα Βιβλιοπωλεία Public και οι Εκδόσεις Οξύ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ | ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΜΥΘΟΥ

την Δευτέρα 21 Νοεμβρίου στις 19.00 στο Public (Τσιμισκή 24, Θεσσαλονίκη)

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

- Θανάσης Τριαρίδης, συγγραφέας
- Μαρία Χρονιάρη, ποιήτρια

Θα διαβάσει αποσπάσματα και θα απαγγείλει
η Γεωργία Συλλαίου, μουσικός - περφόρμερ

Public | Θεσσαλονίκη
Τσιμισκή 24 - Μητροπόλεως 33 | Θεσσαλονίκη | τηλ. 2310 227288

------------------------------------------------------
ΤΟ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ



Δείτε  στο μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου
http://sstavropoulos.blogspot.com/






Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

"ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ" ΣΤΟ ΦΛΟΡΑΛ

"Την έβλεπα συχνά τα βράδια καθώς στριφογύριζε. Άνοιγα τα δάχτυλα
του χεριού της και φιλούσα την παλάμη της. Μετά την έκλεινα σαν
γροθιά για να διατηρηθεί το φιλί. Ό,τι είχε αγγίξει με τα μάτια της
ήταν καμένο δάσος.
Το σώμα της, σαν κοράκι, επαναλάμβανε πάντα το ίδιο μάθημα:
Ποτέ άλλο πια."

Σταύρος Σταυρόπουλος
(απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο ΕΚΑΤΗ, από το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ)


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΦΛΟΡΑΛ




Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΞΑΝΑ






Μία σιωπή έσβησε. Ακούω τα βήματά της να απομακρύνονται. Τα ίχνη που αφήνουν τα πέλματα γίνονται οδηγός μου. Πατώ σιγανά για να πιάσω τον ήχο του. Τον βλέπω στο λιμάνι, στα ερείπια της Πορτάρας. Εκεί στον ναό του Απόλλωνα, να πονάει την Αριάδνη του. Του πιάνω το χέρι.Φέγγω με τα δάχτυλα ένα – ένα τα σκαλιά της επιστροφής.

Όλο το νησί δικό του. Ολόκληρος ένα νησί. Ένας αδιάφανος άνθρωπος με ανασυνθέτει κόβοντας τα κομμάτια μου. Αυτό που προκύπτει τελικά είναι πιο πολύ εγώ από μένα. «Κοίτα με», λέει και με γεννάει στο φως. Τα flamingos χορεύουν στον δρόμο. Στα σοκάκια οι νεράϊδες κρατούν ονειροπαγίδες. Ένας χρόνος και τρεις επιστροφές. Η διαδρομή για το μοναστήρι είναι δύσβατη. «Μαζί σου όλα τα μπορώ». Μία προσευχή, ένα τάμα, η εκκλησία που με περίμενε να μπω. Την επόμενη φορά θα δεξιωθώ την ζωή μου.

Στο Καστράκι η γαρμπίλη δεν βοηθά. Μόνο στα μάτια του φανερώνονται τα ματάκια. Στη θάλασσα της Σαχάρας. Ένας λύκος μου δίνει σαλιγκάρια από σμάλτο. Τα κρεμάω στο λαιμό μου. Ένα αδιαμφισβήτητο λάθος είναι η πιο σωστή πληροφορία.

Στη μηχανή μια πεταλούδα κολλάει στην μπλούζα του. Ανοίγει τα φτερά της και τον κυκλώνει. Τώρα τίποτα δεν μπορεί να χαθεί. Ολόγυρά του φτερουγίζουν ψυχές από χρώματα. Όλα θέλουν να τον αγγίξουν. Σε μία γωνία περιμένει η Κασσάνδρα. Κάθε βράδυ την ίδια ώρα. Ένας χρησμός κομμένος στη μέση.
 
Τα παιχνίδια στη Χώρα, ο δρόμος για τα ορεινά, η στροφή των Αγίων. Μέσα στο κάστρο συναυλίες. Οι Ενετοί ακούνε τζαζ. Το σαξόφωνο κι η φυσαρμόνικα τον παίρνουν στα χέρια. Γέρνω στο άνθος των αθανάτων και τον βλέπω να ίπταται. Τώρα ξέρω. Τώρα κάθε φορά ως την επόμενη φορά.

Στο πρόσωπό του είναι χαραγμένες όλες οι ελπίδες μου. Μέσα στη χούφτα του ζουν σφραγισμένες οι στιγμές που θα ζήσω. 

Και μια νύχτα με τις σταγόνες της βροχής θα γράψω με τις βλεφαρίδες του πάνω στο δέρμα μου το τελευταίο βιβλίο της μουσικής του.

Μαρία Χρονιάρη 

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)


Πρώτη δημοσίευση στο μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου, τον οποίο και ευχαριστώ


http://sstavropoulos.blogspot.com/2011/11/blog-post_11.html

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

ΗΛΙΟΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Νόμισα πως την είδα μετά σαν λάμψη. Τα πόδια της ήταν σβηστά απομακρυσμένα καράβια. Φαίνεται ένα όνειρο μακρύ, σαν κατάρτι. Τα όνειρα είναι πάντα εδώ. 

Υπάρχει ένα σπίτι και τα συναντάς πίσω απ' το τζάμι που κάνει τα πρόσωπα να χαμογελούν. Έξω απ' το παράθυρό του στέκει η ζωή με απορία -ήταν εκεί βρεγμένη.

Γιατί η ζωή θα συνεχιστεί μετά τα κείμενα και παρά τα κείμενα, αλλά εξαιτίας τους. Η ζωή θα συνεχιστεί, γιατί καθόταν εκεί βρεγμένη.

Άκουσα τα κουμπιά απ' το φόρεμά της να ανοίγουν, βγήκαν πουλιά. Μπήκαν μέσα στα μάτια μου, ένα ένα. Στερεώθηκαν στα μάτια μου χιλιάδες πουλιά σαν βελόνες και κοιτούν που καθόταν εκεί βρεγμένη.

Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος κρατούσε ένα κερί. Περπάτησε με κόπο μες στα χαλάσματα με ανοιχτό στήθος στη σκουριασμένη πλευρά. Στάθηκε λίγο πίσω από τις κουρτίνες, προστατεύοντας τη φλόγα με την παλάμη της. Να κόψεις τον ήλιο με τα δόντια σου και να τον μοιράσεις, να έχει λίγο φως η ζωή, της φώναξα. Κάνει πολύ σκοτάδι εδώ ύστερα από τόσες λέξεις.

Γύρισε και με κοίταξε. Σαν καμένο ξύλο ήταν το πρόσωπό της και ερχόταν κατευθείαν από τη λήξη του χρόνου. Με κοίταξε με τα αθάνατα μάτια της, σαν τροφή. Τι λέξεις; Οι λέξεις είναι αναλωμένη αξία. Όταν τις γράφεις, αραιώνει το βάρος τους. Σημασία έχει να τις ζεις, είπε και ο κόσμος τελείωσε.

Εμφανίστηκε μετά ο τραγουδιστής Γκάλαχερ κρεμασμένος από ένα λυπημένο σόλο. Το κόκκινο καρό πουκάμισό του ήταν γυρισμένο στους αγκώνες και είχε μια μικρή, ανεξήγητη τρύπα στο μέρος της καρδιάς. Έβγαλε το τζιν μπουφάν του και κάθησε. Εκεί είναι ο κόσμος, και έδειξε ψηλά με το δάχτυλο κάτι πορτοκαλί πιτσιλιές σαν μέλλον μέσα στο μαύρο. Όταν θα βγει ο ήλιος να περιμένεις εκεί. Γιατί εκεί είναι ο κόσμος που ξεκινά και είναι μετά τον κόσμο που τελείωσε, έρχεται.

Με αυτή την τρομακτική βεβαιότητα κινήθηκα. Και άκουσα το κυνηγητό από πίσω μου των ανθρώπων που δεν θα φτάσουν γιατί είχαν πεθάνει νωρίς, αλλά συνέχισαν να επιδίδονται σε έναν θάνατο αναρίθμητο, επίμονο και θηριώδη. Ακολουθούσαν τον θάνατό τους αθάνατοι - γιατί οι νεκροί δεν πεθαίνουν άλλο.

Και ήταν λιωμένα σίδερα σαν εμετός.

Πήρα τη γυναίκα, που ήταν ο κόσμος, από το χέρι και την οδήγησα. Τη στέγνωσα, που σχεδιάζει και επιθυμεί να ζήσει. Έγινε ήλιος στο τέλος του διαδρόμου. Και γέννησε ήλιο. Ένας στρατός από ήλιους έκανε τώρα παρέλαση στην επιφάνεια της γης. Μικροί, κόκκινοι ήλιοι, σαν κραυγές ζωής ανέτελλαν και έδυαν προς τα εκεί όπου ήταν χτισμένος ο κόσμος. Και συνεχιζόταν, όπως συνεχίζεται η ροή του αίματος σε έναν οργανισμό.

Ο κόσμος έγινε ο οργανισμός των ανθρώπων και οι άνθρωποι ο οργανισμός του κόσμου.

Τελικά ήλιος είναι η αρχή που φλέγεται.


Σταύρος Σταυρόπουλος
Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

http://sstavropoulos.blogspot.com/2001/11/blog-post_05.html

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ

" Όταν ο κόσμος φύγει από την εικόνα που έγινε, και οι απουσίες μετρηθούν
ξανά, ο ανθρώπινος μύθος θα συναντήσει πάλι την εξ αίματος
προϊστορία του.
 
Μέχρι τότε, απώλεια φωτισμού.
 
Πιο νύχτα δεν γίνεται."


Σταύρος Σταυρόπουλος

Παρακολουθήστε εδώ απόσπασμα από την ανάγνωση του Σταύρου Σταυρόπουλου, στην παρουσίαση του βιβλίου του "Πιο νύχτα δεν γίνεται" εκδ. Οξύ, στον ΙΑΝΟ στις 11 Οκτωβρίου 2011


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΙΠΟΤΑ


Όταν έχεις ένα μυστικό, είναι σαν ένας βαθύς, βαρύς πόνος. Σαν βράχος που έσκασε από ψηλά. Σαν νύχτα που βαραίνει την θλίψη σου ακόμη πιο πολύ. Ύστερα, έρχεται ένα τραγούδι και βλέπεις πως το μυστικό σου, υπάρχει εκεί έξω, με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο, αλλά με τον ίδιο ήχο. Και τότε νιώθεις ένα παράξενο μαζί, μα συνάμα κι ένα μεγάλο μόνος.


Μόνος, γιατί όλα όσα είναι το μυστικό, ακόμη κι αν το ξέρει και κάποιος άλλος, το δικό σου μυστικό εξακολουθεί να είναι τέτοιο, που δεν μπορείς να το μοιραστείς. Υφαίνει τα πέπλα του γύρω σου. Απλώνει τα νύχια του ακόμη πιο μέσα σου. Βρίσκει την πληγή και γραντζουνάει ό, τι έχεις ορίσει ως απροσπέλαστο.

Κι εσύ, θες να τα πεις όλα, μα δεν γίνεται. Δεν έχουν όλοι την ίδια αντοχή στην ακουστική του πόνου. Στις νότες της θλίψης, η μελωδία σού ανήκει εξ' ολοκλήρου. Μια μεταφυσική αύρα τρέχει γύρω απ' τη μνήμη σου. Από εκείνα που ξέρεις πως είδες, από αυτά που είσαι σίγουρος πως κάποτε ήρθαν. Κι έφυγαν. Αναίτια οικειοθελώς. Μονότονα ύπουλα.

Κοιτάζω έξω τον δρόμο. Έχει γεμίσει με βάλτους. Στα χέρια μου φυτρώνουν νούφαρα. Περιμένω την βροχή που θα στεγνώσει το οδόστρωμα. Τη στιγμή που θα φοβάμαι ακόμη πιο πολύ την ώρα που θα πάψω να φοβάμαι. Θέλω αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Θέλω να φωσφορίζει το βλέμμα σου από ένα έπειτα. Από το μετά του θανάτου. Το κατόπιν του κόσμου που χάλασε. Που πήρε την ουσία μέσα απ' τα μάτια σου.

Να μπορώ να σου πω: Κοίτα, πονάνε κι οι βράχοι. Κι εσύ να νιώθεις τη γεύση απ' τα κύματα να ρέει απ' τα χείλη μου, σαν μέλι. Αστείρευτα χαλάσματα ομορφιάς. Η αγάπη φτιάχνεται από αίμα. Όσο το σκουπίζεις, τόσο περισσότερο απλώνει. Μες στα ερείπια της νύχτας, χαλασμένες φωνές επενθοστολούν όνειρα. Μην τα κοιτάς. Δεν σε αντέχουν.

Μείνε όσο μπορείς μακριά. Τρέξε να φύγεις απ' την άκρη των δαχτύλων μου. Δεν χωράς σε αυτό τον κόσμο. Ξωτικό που έχασε το μονοπάτι για το πίσω του. Τιμωρία για το μυστικό που έμαθε. Ξέχασε όλα όσα είπα. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα παραλήρημα αλήθειας που μου ξέφυγε. Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ αλήθεια. Οι αλήθειες, τους ξεφεύγουν σαν σπίθα που το σκάει απ' τη φωτιά.

Κι εγώ, αερικό, που έτυχε να με φέρει ο άνεμος κοντά σου. Ατλαντίδα που ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας μόνο για να χαθεί πάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Για εκείνες τις ώρες. Τις στιγμές, που όσο πλησιάζουν, απομακρύνονται.

Μην πας μαζί τους. Δεν αναπνέουν αύριο.


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)


Ευχαριστώ τον Σταύρο Σταυρόπουλο για την δημοσίευση του κειμένου μου στο μπλόγκ του

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ






We must have died alone, a long long time ago


ΠΗΡΑ χαρτί και άρχισα να ζωγραφίζω ξανά. Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Άνοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ένα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.
Ήταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Έτσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ήμουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου επήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου ενόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».(*)

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γεννηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ήταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ήταν σαν τελετή δακρύων. Έκλαιγαν κάτω από τη γη.

Ένιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.

Και να καείς.


(*) Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962


Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

http://sstavropoulos.blogspot.com/2001/10/blog-post_23.html


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/10/2011&id=319451

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΑΥΡΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ


 Από το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

http://sstavropoulos.blogspot.com/2011/10/blog-post_22.html


ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΡΟΚ


Αν προσπαθούσα να θυμηθώ τα βήματα, τη διαδρομή που διανύθηκε από εκείνο το πρώτο mail της Έλενας και την συνάντησή μου με τα παιδιά των IlluminArti στο καφέ του Ιανού, έως την καταληκτική ημερομηνία της 19ης Μαίου – έμπαινε καλοκαίρι, κι όμως, εκείνη τη νύχτα στον Κεραμεικό έκανε μια παράξενη ψύχρα, ήταν το κρύο μέσα μας που διαδεχόταν, αντικαθιστούσε, εκταμίευε τον Ιούνιο που ερχόταν και τον έβαζε στην άκρη; - θα είχα πολλά να πω: Για τις χειμωνιάτικες πρόβες, ατέλειωτες και καταλυτικές. Τη φλόγα των περισσότερων παιδιών που έκαιγε σαν κερί στα μάτια τους. Τον ερασιτεχνισμό που θα ζήλευαν πολλοί επαγγελματίες. Την αγωνία του Βαγγέλη που ήταν ο καλύτερος – οι καλύτεροι έχουν πάντα αγωνία. Τις απίστευτες κινήσεις της Αντιγόνης. Το άγχος της Νικολέτας, πρώτη φορά. Τις διορθώσεις, τις οδηγίες, τα σκηνικά. Τις φωνές και τα γέλια. Την μεγάλη επιστροφή της Λυδίας. Το βλέμμα της Χριστίνας το πρώτο βράδυ. Την αμηχανία της Τατιάνας. Την τρελή αγάπη του κόσμου - σαν ποτάμι ήταν που μαζευόταν γύρω απ’ τα πόδια μας. Την μεγάλη συγκίνηση της Αλίκης που ήρθε απ’ τη Λάρισα. Τις πρώτες κριτικές στο «Αθηνόραμα». Τον Γιώργο που ήθελε την αφίσα της παράστασης για το δωμάτιό του – ο Γιώργος είναι 54 ετών. Τον Σαράντη που έφυγε. Την πλημμύρα που ήρθε. Τον Χάρη, τον Δημήτρη, τα όνειρα.


Γεννιόταν κάτι μεγάλο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, σαν να δικαιωνόταν αυτό που έλεγε συνέχεια ο Νίτσε, «χωρίς τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος», ήταν μια διάδραση που μας ξεπερνούσε, μια σταυροφορία υπέρ της αθωότητας. Λειτουργούσε σαν ύμνος στη Νύχτα - ένας ακόμα ύμνος του Novalis με προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα που γινόταν δημόσιος. Η πρώτη ελληνική ροκ όπερα έγραψε ένα βαθύ ίχνος στα σανίδια του Altera Pars και τελείωσε. Σαν μια πρωτοφανής διαδήλωση που ο κόσμος αποχωρεί αγκαλιασμένος.

Θέλω να πω κάτι για την Μαρία. Για το πάθος της Μαρίας Χρονιάρη, αυτό το έντιμο πάθος για το βιβλίο και την παράσταση: Ο μεταφραστής μεταγράφει έναν συγγραφέα, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο κριτικός αναλύει ένα έργο, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο καθηγητής εξηγεί ένα φαινόμενο, μιλώντας για τον εαυτό του. Η Μαρία σκηνοθέτησε μια παράσταση, μιλώντας για το βιβλίο που είχε αγαπήσει. Για το βιβλίο που έγινε παράσταση, για την παράσταση που έγινε νόημα, για την ζωή που έγινε παράσταση. Άφησε στην άκρη τον εαυτό της και έκανε το προφανές. Αυτό που δεν κάνει κανείς.

Δεν της το είπα: Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ γιατί το ξανάρχισες εσύ.

Μαρία, σ’ ευχαριστώ.

Δείτε εδώ την παράσταση

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

ΤΑΙΝΙΑ


Ο χώρος ήταν γεμάτος πτώματα. Με τα δόντια ξερίζωνε τα φτερά της και τα έριχνε στο πάτωμα. Ύστερα με τις ακρονυχίδες της έγραφε πάνω στα κομμάτια. Εμβατήρια σιωπής. Στους τοίχους καμένες λέξεις μιας άγνωστης γεωμετρίας, πλαίσιο για τα αποτυπώματα. Μέσα στο σπίτι. Κανένα σπίτι. Τίποτε που να μοιάζει με αυτό. Εκείνου που κάποτε χτίστηκε άστεγο.

Το κορμί της πνιγμένο από αναπνοές. Ξεβιδώνει τα χείλη να χυθεί κάθε ξένο. Πεταμένες φωνές σε σακούλες σκουπιδιών. Εκνεφώματα αλήθειας. Σε ποτήρια κρυστάλλινα. Της αφάνειας.
Η Αλίκη κουράστηκε απ΄ τα θαύματα. Πήδηξε απ΄ τον φωταγωγό. Κίνησε για τη χώρα όπου όλοι πεθαίνουν. Και κανείς νεκρός. Ά-γνωστος. Πόσες φορές μεγαλώνει και μικραίνει ο χρόνος; Στα βιβλία που διάβασε όλα ήτανε λάθος. Τίποτε δεν κρατάει. Μένει μόνο. Το πάντα. Το ποτέ.

Καβάλησε τη μηχανή ντυμένη προτάσεις. Που ποτέ δεν θα πει. Φωτογραφίζει τη μνήμη σε ξένα δωμάτια. Τακτοποιεί τις ζωές που δεν ξέρουν να έχουν. Όλα τα κυβερνά μια σιγή. Σ΄ ένα άγγιγμα επουλώνει φωτιές. Ξαπλώνει στο μάρμαρο με διαμπερείς πόθους. Στην αρχή των πραγμάτων, φοβάσαι για το τέλος τους. Στη γραμμή της λήξης, λυπάσαι για την αρχή τους. Πού βρίσκεται τελικά το ανάμεσα;

Περπατά ακολουθώντας τη σκιά της στο δρόμο. Με βήμα υπόλογο. Μιας συνομωσίας. Πιάστηκε όμηρος της ανάγκης. Να υπάρχει. Πάνω στην παλάμη της καμία γραμμή. Μόνο οχυρωμένες βεβαιότητες. Γι΄ αυτό που θα έρθει. Και για ό, τι ως τώρα μάκρυνε.
Στον καθρέφτη το πρόσωπό της. Βάφει τις βλεφαρίδες της με ασετόν. Κάτι γερασμένα ποιήματα τρέχουν απ΄ τα μάτια της. Λες κι άνοιξε μια καταπακτή από φως. Ξεφυλλίζει το χαμόγελό του και πάει.

Κάθε γιορτή, κρυφτό επιθυμίας. Η δική της είναι μόνο γιορτή. Μόνο επιθυμία. Ανοίγει τα χέρια της να υποδεχτεί. Ο αέρας βαπτίζει τη φωνή της να πει. Στα μαλλιά της κορδέλες. Γαϊτανάκι ζωής. Στα δωμάτια της λήθης νοικιάζει εποχές. Σε όλα τα δάχτυλα περνά δαχτυλίδια. Ό, τι περίμενε, μάγια που πιασαν.

Σε τριανταπέντε χρόνια από σήμερα θα ανέβει στο τρένο. Σε εκείνο το τρένο που να κατέβει νωρίς κανείς δεν μπορεί. Οι αποσκευές της γεμάτες κρασί και κομμάτια από μήλο. Θα μετράει τις μέρες αχόρταγη. Η προσμονή της εστίας, μόνιμη επιλογή.
Ποτέ μόνοι. Ποτέ πριν. Ποτέ τόσο φως πουθενά. Θα πει το σύνθημα και θα περάσει.

Να ταξιδεύεις το μέλλον σου μέσα μου.

Μόνο έτσι ζωγραφίζει το βλέμμα ζωή.


Μαρία Χρονιάρη


(
από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)



Ευχαριστώ τον Σταύρο Σταυρόπουλο για την δημοσίευση του κειμένου μου στο μπλόγκ του