Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

ΧΘΕΣ




Το σπίτι μου είναι από μολύβι. Ό, τι χρώμα υπήρχε μέσα του, έγινε στάχτη στη βροχή. Μια όξινη δυνατή βροχή που καλύπτει τα πάντα. Τα έπιπλα κινούνται γύρω μου σαν πεταλούδες που χάθηκαν στο δρόμο.

Πιάνω το μοναδικό έγχρωμο έπιπλο και το κρεμάω στο λαιμό μου. Η φωτογραφία μιας απρόσμενης αγκαλιάς με κοιτάει με αγωνία. «Θα με σώσεις;»  Δεν ξέρω τι να της απαντήσω.

Έξω στο δρόμο, οι άνθρωποι μοιάζουν με λίμνη. Νερένιοι, υγροί. Θέλω να πλησιάσω· όμως το σπίτι και μαζί κι εγώ, όσο πάμε και λιγοστεύουμε. Κάποτε, το σπίτι αυτό ήταν νησί. Μια ατέλειωτη κόκκινη παραλία. Ένας λύκος μια φορά, μου ‘χε χαρίσει το κέλυφος από ένα νεκρό σαλιγκάρι. Για να μην χάνομαι στις νύχτες της ερήμου. Τώρα ούτε λύκος, ούτε ματάκια, ούτε ζωή. Μόνο λίγη άμμος που είχα φυλάξει κάποτε για ώρα ανάγκης.

Όταν το σπίτι βουλιάζει, πέφτεις κι εσύ. Γιατί είναι το δικό σου σπίτι. Και κανείς ποτέ δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει το σπίτι ζωντανό. Αν κάποτε βρεθούμε, το σπίτι μου κι εγώ, παρακαλώ να μας καρφώσετε στην θάλασσα.


Γιατί μόνο εκεί μπορούμε να ζούμε. Γιατί μόνο εκεί πεθαίνουμε.


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)


Ευχαριστώ τον Σταύρο Σταυρόπουλο για την προδημοσίευση του κειμένου μου, στο προσωπικό του μπλόγκ
http://sstavropoulos.blogspot.gr/2001/08/blog-post_14.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου