Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

ΕΛΕΥΣΙΣ



Ήρθαν και τους είδα. Έφεραν μαζί και τα γεμάτα κάρβουνο, μα κενά μάτια τους. Τα χέρια τους, που
από τις άκρες των δακτύλων τους κυλούσε φόβος και αιώνιο αίμα. Το στεγνό τους πρόσωπο, είχε ξεχάσει να ζει και έβλεπα την προσπάθεια που έκαναν τα νεύρα τους να αναστήσουν τη μνήμη, κάθε φορά που γελούσαν. Για την ακρίβεια, το στόμα τους έχασκε κι αν ήξερες να κοιτάς, έβλεπες την τραγωδία εντός τους. Μιλούσαν βέβαια, αλλά η φωνή τους ήταν ηχώ από κύματα κι οι λέξεις που έλεγαν, ξεραμένος βάλτος.

Οι κινήσεις τους πρόδιδαν μια χρόνια ακινησία· ήσαν δύσκαμπτοι σαν χαλασμένα γρανάζια και κάθε βήμα τους, δημιουργούσε ταλαντώσεις στο μαρμάρινο πάτωμα. Μου έκανε εντύπωση, η προσπάθεια που κατέβαλλαν για να υπάρχουν. Να καταστήσουν σαφές μπροστά μου, πως είναι. Εξάλλου, είχαν έρθει για να με δουν. Όφειλα να είμαι ευγενική. Παρατηρούσα τις κινήσεις τους όποτε ένιωθαν πως μου λένε κάτι σπουδαίο, ξεχωριστό και συνάμα την πικρή τους ψεύτικη βεβαιότητα, πως όλα εκείνα με νοιάζουν. Τους άκουγα με προσοχή, μα τίποτα δεν συγκινούσε τα χρώματα μέσα μου. Γνώριζα πως έπρεπε να με προστατεύσω από τη μανία της αγάπης τους. Μιας αγάπης ρευστής, σαν λάβα που σέρνεται.

Τα ρούχα που φορούσαν ήταν επίσημα. Με κυρίευε μια αγωνία για το μετά. Για την αντίδραση που θα είχαν, σαν καταλάβαιναν πως η ύπαρξή τους, μου ήταν αδιάφορη και κουραστική. Με τρόμαζαν όλα τα σημεία στίξης κι ακόμη περισσότερο, όσα μέσα τους εκείνα έκρυβαν. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, όπως κοιτάς τα αγάλματα. Ξέρεις πως είναι νεκρά, μα βαθιά σου ελπίζεις να ζούσαν. Με την κύρια διαφορά όμως, πως εγώ ένιωθα το αίμα να χτυπάει στα μηνίγγια μου, να θέλει να σπάσει τις φλέβες μου και να γίνει ποτάμι που θα τους πάρει στο βάθος του.

Και περνούσαν οι ώρες κι από την προσπάθεια κουράζονταν όλο και περισσότερο, ώσπου πια, αφού δεν είχαν τίποτε άλλο να πάρουν από μένα, άρχισαν να με εκλιπαρούν για να δώσω  ένα τέλος. Το όποιο τέλος, δεν τους απασχολούσε· ήθελαν μόνο να μπει η τελεία. Άλλωστε η γιορτή σιγά – σιγά στένευε και πλησίαζε στην άκρη της πόρτας. Τους κοίταζα έναν – έναν με μια θλίψη μα και τη σιγουριά της ζωής μου. Τους ευχαρίστησα για την παράσταση, για την προσπάθεια να μάθουν τον ρόλο, για την όσο πιο πιστή απόδοση πραγματικότητας.

Με κοίταζαν κι εκείνοι, με την στοργή και την φροντίδα που ο φονιάς σκοτώνει αυτόν που αγαπάει. Έβαλα το χέρι μου στο πόμολο, τράβηξα την πόρτα κι άκουσα τον ήχο από τα τζάμια που έσπαγαν. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς τα φαντάσματα, σκέφτηκα.

Και περπάτησα αργά τον απέραντο δρόμο.

Μαρία Ι. Χρονιάρη


Κείμενο από τη μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού", στην εφημερίδα "Η φωνή των Ανωγείων". Διαβάστε κι εδώ:


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

VERBA DICAT



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Μια μέρα θα ‘ρθω και θα σου πω για τις λέξεις. Για τα τραύματα που χωράνε μέσα τους· για όλη τη θλίψη και όλο τον πόνο. Για την χαρά και τη δόξα της κι όλο το πριν, το μετά και το ενδιάμεσα μόνο. Λέξεις που προσδοκούν τη δική τους ζωή, καθώς ξεφεύγουν απ’ το άνοιγμα των δοντιών σου και που μιλούν την αλήθεια τους, όταν εσύ δεν τις βλέπεις.

Λέξεις υπάρχω και χάνω και χάνομαι· ορίζω, γυρίζω και φεύγω. Λέξεις που ήρθαν, λέξεις που έφυγαν και όσες έμειναν, θέλουν την πληρωμή τους. Λέξεις εδώ, εκεί κι ανάμεσα, ίσως νωρίς, ίσως αργά και ίσως κάποτε λίγο. Λέξεις παντού και πουθενά που καθορίζουν πορεία, που δείχνουν το αύριο κι αποκοιμούνται στο χτες. Που έζησαν μόνες τους, γιατί τα στόματα που ήρθαν, στάθηκαν μικρά και λίγα. Που δεν χαϊδεύτηκαν, δεν αγαπήθηκαν, που όμως μετάνιωσαν, αλλά δεν είπαν λυπάμαι.

Που περίμεναν πάντα σ’ ένα λιμάνι μια επιστροφή, στα κλειδιά του αυτοκινήτου σου, πίσω απ’ την πόρτα. Που στον καθρέφτη τις κρέμασες και τις κοιτούσες για ώρες, ενώ φοβόσουν μην τις ακούσεις να σου λένε για ψέματα. Οι λέξεις βλέμματα που αγγίζουν τη μνήμη· αυτές που δάγκωσες για να μη βγουν κι αυτές που φίλησες για να τους πάρεις τον πόνο. Όσες λαχτάρησες, όσες σε πρόδωσαν κι αυτές που έμειναν να προδοθούν. Που τυραννούν τον ύπνο σου και δεν ξημερώνουν, που γυρνούν στο κεφάλι σου κι όλο βουίζουν, κι αγρίμι γίνονται και σε γραπώνουν, σε κόβουν και σε ενώνουν αγόγγυστα.

Οι λέξεις καταλογίζω, υπολογίζω και έρχομαι· οι λέξεις τρομάζω, δειλιάζω και τρέχω. Οι λέξεις ζω, επιζώ κι απελπίζομαι. Οι λέξεις μιλάω, σωπαίνω και κρύβομαι· κι όλο ξεχνάω, θυμάμαι και κλαίω. Διορθώνω τα λάθη μου, μα προσβλέπω και σε άλλα. Λέξεις ουρλιάζω, αντέχω και έσπασα. Ρήματα που έβαλες σε παρενθέσεις, σημεία ορίζοντα να εξευμενίσεις τον χάρτη. Μέρες και νύχτες να ιδρώνουν οι λέξεις σου, να πεινούν και να ζητάνε βοήθεια. Να ανεβαίνουν στο λαιμό σου και θηλιά σου να γίνονται ενώ εσύ, θα παλεύεις για να σώσεις μια λέξη· μια λέξη ανήμπορη, βασανισμένη, που δεν αρθρώθηκε και να χάσκει έμεινε μήπως την δεις, μήπως την ακούσεις, μήπως τα χέρια σου της χαρίσουν πνοή.

Μια νύχτα θα ‘ρθω και θα σου πω για τις λέξεις. Για όσα άκουσα, έμαθα κι είδα. Για το ποτέ, για το τώρα, το πάντοτε. Μα όλες δεν θα σου τις πω, θα μείνουν κάποιες να κρατήσω για μένα.

Οι εφεδρείες μου, για τις στιγμές που σωπαίνω.

*Οι λέξεις λένε

Μαρία Ι. Χρονιάρη


Διαβάστε ολόκληρη την εφημερίδα εδώ:



Κυριακή 8 Απριλίου 2018

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΓΡΙΛΙΕΣ






Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Να υπάρχεις ανάμεσα στις γρίλιες τόσα χρόνια. Να ζεις εκεί στα σκοτεινά, μαζί με τα φαντάσματα. Φαντάσματα που δεν σου ανήκουν, που δεν σε μιλούν. Κι όμως, να οφείλεις να ζεις εκεί. Γιατί ήταν η επιλογή σου. Η αρχική σου έγνοια: το μοίρασμα ζωής. 

Και να περνούν τα χρόνια και να γίνεσαι μεγαλύτερη σιωπή μέσα στη ζωή που επέλεξες να ζήσεις. Να μη διεκδικείς για να μη λυπήσεις, να μη στεναχωρήσεις. Να μη μιλάς, για να μην κάνεις μάτια να κλάψουν. Κι έρχεται η ώρα που το μέσα σου, απλά καταργείται. Από τα ουρλιαχτά των σκιών που σε ντύνουν.

Από τους άλλους, που θεωρούν πως έτσι πρέπει. Επέλεξες, άρα μη μιλάς. Συντονίσου με τους άλλους. Ζήσε για τους άλλους. Ξέχνα για τους άλλους. Όλα για τους άλλους. Γιατί οι άλλοι, είναι εσύ. Γιατί όχι εσύ. Γιατί μόνο οι άλλοι. Πάντα οι άλλοι. Τα φαντάσματα των άλλων. Οι ζωές των άλλων. Η βία της αγάπης των άλλων. 

Κι έτσι χάνεις εσένα τόσο αυθόρμητα, που στο τέλος αναρωτιέσαι αν ποτέ υπήρξες στη δική σου ζωή κι όχι των άλλων. Κι απάντηση ίσως να μην έρθει. Κι εσύ, να κοιτάς τον κόσμο ακόμη μέσα από τα μάτια των άλλων.

Γιατί οι άλλοι ξέρουν καλύτερα. Γιατί ποιός είσαι, χωρίς οι άλλοι να σου πουν; Χωρίς τους άλλους, δεν υπάρχεις. Ποιος θα σου επιβεβαιώσει ύπαρξη, αν όχι οι άλλοι; Πώς θα γεμίσεις πληγές, αν όχι οι άλλοι; Πώς θα τρυπήσει η ψυχή σου, αν όχι οι άλλοι; Τόσες φορές, τόσες ζωές στη δική σου ζωή, μόνο οι άλλοι.

Κι αν κάποια μέρα θυμηθείς πως τα χρόνια πέρασαν και θελήσεις να ζήσεις, πριν σε σκοτώσεις, σκέψου τους άλλους. Πάντα το καλό σου ήθελαν.

Εσύ δεν ήξερες να το καταλάβεις.


Μαρία Ι. Χρονιάρη


(Κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Ιστορίες του Ωκεανού", στην εφημερίδα "Η φωνή των Ανωγείων")


Διαβάστε όλη την εφημερίδα εδώ:
http://www.ifonitonanogion.gr/

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΕΥΘΥΝΗ ΨΥΧΗΣ


Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Υπάρχουν στον κόσμο, δίχως να φαίνονται γι’ αυτό που είναι στ’ αλήθεια. Η μάσκα που φορούν, δεύτερη φύση τους. Ενίοτε, πρώτη. Τους συναντάς παντού γιατί πουθενά δεν χωράνε. Με τη μόνιμη, βίαιη αίσθηση του ανικανοποίητου να καίει τη ματιά τους. Όταν μπουν σ’ έναν χώρο, αν δεν είσαι απ’ αυτούς, ένα ρίγος σε κόβει. Διαπεραστικά θα σκάψουν με το βλέμμα τους και με μια λύσσα θαρρείς, να εντοπίσουν. Εκείνο που φέγγει. Και δεν τους μοιάζει. Αυτό που θα κάνει τη διαφορά μέσα στο ανώνυμο πλήθος.

Με τρόπο ύπουλο μα κι επικίνδυνα τρυφερό, θα σε πλησιάσουν. Θα θελήσουν να μάθουν ποιος είσαι, τι κάνεις, τι ζεις και τι θες. Για να ξέρουν με βεβαιότητα τι κουμπιά θα πατήσουν. Κι εσύ, που βασιλεύει μέσα σου η παιδική σου ηλικία, δίνεις μητρώο, ταυτότητα, σπας κωδικούς για ν’ αντέχουν να ζουν. Άρχισες μόλις να χάνεις. Μα το εντός σου λευκό, σ’ εμποδίζει να δεις.

Κι εκείνοι απλώνονται μέσα σου, γύρω σου και παντού. Καταλαμβάνοντας τον ζωτικό σου χώρο. Κάνουν ό,τι μπορούν για να πάρουν το φως που σε κάνει να είσαι. Που δεν τους μοιάζει και το φθονούν. Κι επιβάλλουν. Τις λέξεις, τις σκέψεις μα και τον τρόπο τους. Σου απαγορεύουν να υπάρχεις σε όσα αυτοί δεν μπορούν. Σου κλείνουν πόρτες, παράθυρα, μανταλώνουν τα πάντα με βαριές αλυσίδες, για να είναι σίγουροι πως η αιχμαλωσία σου δεν κινδυνεύει να πάψει.

Τους βλέπεις με κόπο να προσπαθούν να σου αλλάξουν τα μάτια. Ανοίγουν το στόμα σου και σου σφηνώνουν στα δόντια, όσα δεν θέλεις να πεις. Κι όταν αρνείσαι, με τα βρώμικα χέρια τους, σου καρφώνουν πληγές, ενοχές μα και τύψεις. Θέλουν πάντα να είσαι υπόχρεος. Να τους χρωστάς πως υπάρχεις. Πως σε είδαν και σε ξεχώρισαν.

Και καίει μέσα σου η φωτιά της αλήθειας. Κι επαναστατεί το μυαλό, τα χέρια και τα πόδια σου. Ώσπου μια μέρα, αρχίζεις να ουρλιάζεις. Και οι κραυγές σου σπάνε τα σίδερα, και τα παράθυρα ανοίγουν, κι οι πόρτες γκρεμίζονται, και οι αλυσίδες που σου είχαν,τώρα θηλιά στον λαιμό τους. Και σε κοιτούν μικροί και έντρομοι, να μεγαλώνεις μπροστά τους. Τα έκαναν όλα σωστά, μα υπολόγισαν λάθος. Γιατί δεν μέτρησαν την ψυχή σου. Γιατί οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν.

Γιατί ποτέ δεν έμαθαν, πως η ελευθερία της ψυχής ισούται με την δύναμη ολάκερης της ανθρωπότητας.


Μαρία  Χρονιάρη

(Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η φωνή των Ανωγείων", στη μόνιμη στήλη μου "Ιστορίες του Ωκεανού" στο τεύχος που κυκλοφορεί)

Διαβάστε όλη την εφημερίδα εδώ:


Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΟΜΙΛΟΥΣΑ ΣΙΩΠΗ


Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Κάποιοι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους μια βαθιά σιωπή. Το όνομά τους συνοψίζει το είναι τους και τα μάτια τους έχουν κάτι από μετάξι. Οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να αγαπούν, με τον ίδιο τρόπο που ξέρουν να υποφέρουν. Με την αξιοπρέπεια που κρύβει μέσα της η πληγή που δεν δείχνεις. Που δε διαφημίζουν τη ζωή που έζησαν κι αυτή που ‘χάσαν. Όλα όσα έκαναν κι όλα αυτά που δεν ‘γίναν ποτέ. Είναι εκείνοι που θα σου απλώσουν το χέρι όταν κρυώνεις και όταν κλαις. Όταν φοβάσαι μα κι όταν υπερβαίνεις.

Όταν πέσεις θα είναι εκεί  για να σε σηκώσουν, γιατί γνωρίζουν καλά πως είναι να γκρεμίζεσαι. Είναι εκείνοι που κάθε φορά που γελάς, θα λάμπουν μαζί σου κι αν ποτέ χαθείς, θα ανάβουν την ψυχή τους να σου δείξουν τον δρόμο.

Κάποιοι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους μια βαθιά σιωπή. Όταν πονούν κι όταν λυπούνται, οργανώνουν εντός τους την πιο μεγάλη γιορτή. Ανάβουν τα φώτα τους, φορούν τα καλά τους και χαϊδεύουν τη θλίψη τους για να μη την πληγώσουν.

Κουρνιάζουν δίπλα σου μαλακά για να μη σε τρομάξουν και όταν κοιμάσαι, μπολιάζουν τον ύπνο σου με το πιο κόκκινο χρώμα. Για να μπορείς να ονειρεύεσαι, θα κομματιάσουν τη θάλασσα και θα μικρύνουν τον χρόνο, κάνοντάς τον κάδρο στο σαλόνι σου. Να μη σου λείπει το πάντα.
Ζουν δίπλα σου σαν δροσερό αεράκι, σαν ήλιος, σα νεφέλωμα. Είναι όλα τα χρώματα· όλες οι μέρες κι οι νύχτες. Όλα τα βήματα κι όλες οι λέξεις. Όλα τα πριν, τα μετά κι όσα ανάμεσα. Είναι η ίδια η σιωπή, που κρύβει μέσα της το πιο βαθύ μεγαλείο.

Μα όταν σε κοιτάξουν βαθιά μες στα μάτια, μιλούν με το βλέμμα τους όλες τις γλώσσες της γης.


Μαρία  Χρονιάρη


Κείμενο από την στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού", στην εφημερίδα "Η φωνή των Ανωγείων."


Διαβάστε όλη την εφημερίδα εδώ:
http://www.ifonitonanogion.gr/media/files/FWNH-308.pdf


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ


Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Περπατάει στα βήματα της ίδιας γνώριμης στράτας. Αργά και μεθοδικά, υπερασπίζεται βέβαια, αποφάσεις και στάσεις. Ζωής. Κατάστασης. Διαδρομής δεδομένης. Στα χρόνια που διένυσε χιλιόμετρα νύχτας, έσπειρε φως στις εντός της πατρίδες. Ίδρυσε χρώματα σε γερασμένες πληγές. Ζωγράφισε θάλασσες στις γκρεμισμένες ασφάλτους.

Ό,τι κι αν έκανε για ένα ήταν σίγουρη: Τώρα όλα τα μάτια της θα κοιτούσαν μπροστά. Οι άνθρωποι που γνώρισε, ιερή μουσική. Στις παρτιτούρες της θλίψης τους, έγραψε με την ίριδα χίλια σονέτα ευχών. Τους μιλάει για θαύματα όλες τις άγρυπνες ώρες. Για τα ανένδοτα κύματα στις γωνίες της ψυχής. Είναι όλα ανάποδα. Είναι όλα σωστά.

Αντιστρέφει τον πόνο που ορίζουν οι λέξεις τους και κρεμάει στις κουρτίνες της μελλοντικές προσευχές. Κρατάει πάντα σφιχτά τα κλειδιά του ουρανού της. Πια καμία σκιά δεν θα λερώσει ορίζοντα. Θα επιτρέψει την είσοδο μόνο σ’ εκείνους που ξέρουν. Που γνωρίζουν καλά να γιατρεύουν ρωγμές.

Την πληγή που τη ρήμαξε, η ψυχή τη θυμάται. Κάτι αόρατα νήματα δείχνουν πάντα το έδαφος για να αλλάζει η σιωπή. Τώρα ό,τι της έκλεψαν, το πήρε πίσω διπλά. Να μεγαλώνει η φωνή της δίχως ίχνος κραυγής. Άλλαξε κατευθύνσεις, διευθύνσεις και γράμματα.
Σκότωσε όλες τις πιθανότητες που της φώναζαν πίσω. Κανένας θάνατος πια δεν γιορτάζει για ‘κείνη. Στο ταξίδι αυτό, έχει ό,τι χρειάζεται. Ξημερώνει στα χέρια της μία νέα ζωή. Και δηλωμένη βαθιά της μια καινούρια πορεία.

Από εδώ και στο εξής, όλος ο κόσμος που όρισε, θα συμβαίνει εξ’ αιτίας της.



Μαρία  Χρονιάρη


Κείμενο από την στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού", στην εφημερίδα "Η φωνή των Ανωγείων."


Διαβάστε όλη την εφημερίδα εδώ:

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ ΦΥΓΗ



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Σε κρατούν στα χέρια τους. Σε κοιτούν και σε φτιάχνουν. Σου δίνουν σχήμα και χρώμα. Για να τους μοιάζεις. Να είσαι ίδιος με το ντεκόρ. Σε ονοματίζουν. Ό,τι επιθυμούν, ό,τι χρειάζονται, ό,τι βολεύει, ό,τι τους λείπει, ό,τι εξυπηρετεί, ό,τι δεν έχουν, ό,τι δεν θέλησαν, ό,τι ήρθε – έφυγε και κάθε ενδιάμεσο.

Σε φωνάζουν φόβο, ντροπή, κακία, θάνατο. Σε λένε αγάπη όταν όλα τα υπόλοιπα τους έχουν τελειώσει. Δε σε ρωτούν. Εκείνοι ξέρουν. Και πάντα έχουν δίκιο. Τροφοδοτούν τις ανάγκες σου για να εξαρτάσαι. Να υπάρχει πάντα αυτό το σκοινί που αν το κόψεις, πάει, τέλειωσες.

Και μαθαίνεις. Να είσαι πιστός, νομοταγής, ήσυχος·  να μην εναντιώνεσαι και να κοιτάς χαμηλά. Να μιλάς σιγά για να μην ενοχλούνται. Να μιλάς καλά για να νιώθουν περήφανοι. Σε διδάσκουν αρχές· αυτές προ πάντων. Έσω ηθικός, νομοταγής, τίμιος. Να θυμάσαι από που ξεκίνησες και σε ποιους οφείλεις.

Γιατί πάντα οφείλεις να οφείλεις. Χωρίς γιατί, επειδή, αμφισβήτηση. Οφείλεις. Έτσι είπαν. Σε τοποθετούν στη ζωή και σου δίνουν το ρόλο. Σε εκπαιδεύουν για να είναι σίγουροι πως θα παίξεις σωστά. Άλλωστε πάντα σε παρακολουθούν. Από μακριά για να μη σε τρομάξουν, από κοντά για να μην τους ξεφύγεις. Μην αυτονομηθείς κι οι ισορροπίες χαλάσουν.

Σου δίνουν σπίτι, δουλειά, μια ωραία οικογένεια. Και τα χρόνια περνούν και κοιτάς στον καθρέφτη. Δεν ξέρεις ποιος είσαι εσύ, ποιοι είναι οι άλλοι. Αποφασίζεις πως δεν θες  να ‘σαι ούτε η σκακιέρα ούτε το πιόνι. Γιατί ό,τι κι αν έκαναν, εσύ δεν τους μοιάζεις.

Κοιτάς πίσω και βλέπεις σιωπή. Γυρνάς μπροστά κι αναπνέει ορίζοντας. Κανένα δίλημμα πια δεν υπάρχει. Εσύ η εξουσία σου, εσύ τα δεσμά σου. Στέκεσαι στο πλατύσκαλο αδιαπραγμάτευτα μόνος. Ο δρόμος απλώνεται με ακρίβεια βέβαιη. Όλα απέχουν μόνο μια δρασκελιά.

Η ώρα άργησε, αλλά ήρθε.  Κόβεις τις άγκυρες και ουρλιάζεις φυγή.




Μαρία Ι. Χρονιάρη




Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF και να την διαβάσετε εδώ:


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΜΙΑ ΖΩΗ ΖΩΝΤΑΝΗ





"Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος."


Κοιτά μακριά σ’ έναν άδειο ορίζοντα. Ανακαλεί τη μνήμη που τώρα μοιάζει όλο και πιο μακρινή, όλο και πιο ξένη. Ο,τι πέρασε κι ό,τι ήρθε άμπωτη και παλίρροια. Κάθε σταγόνα θάλασσας και μια νέα ελπίδα. Μια οδός αθανασίας εντός. Ψάχνει μέσα της για  να δει την αλήθεια. Να βρει το μετά που υπάρχει στο πριν.

Στο λακκάκι του λαιμού της ζωγραφίζει ζωές. Καταπίνει τη γεύση του αέρα και την κάνει φωνή. Τόσα χρόνια εκπαίδευε τα μάτια της για να μάθει να βλέπει. Με όραση βέβαιη. Με το πάντα που δεν κρύβει γιατί.

Οι άνθρωποι χάνονται μες στο πολύ ή το λίγο τους. Οργανώνουν εντός τους εκστρατείες εαυτών. Πολλαπλών ειδώλων που τους κάνουν να είναι. Να χωρέσουν στο σύμπαν τους, να δεχτούν ό,τι γίναν. Ο καθένας έχει την καταδίκη του. Την κατάδική του καταδίκη. Και μια σίγουρη λύτρωση.

Η αφετηρία δεν προδιαγράφει την διαδρομή. Η πορεία εμφανίζεται όταν είσαι έτοιμος  να την περπατήσεις. Η γραμμή της λήξης, είναι άλλη υπόθεση. Όταν τερματίσεις, κουβαλάς μαζί σου την ψυχή απ’ τον δρόμο που πέρασες. Δεν είσαι ποτέ ο ίδιος. Κι αυτή το γνωρίζει. Το ξέρει καλά.

Στα χρόνια που έφυγαν είδε τα πάντα ν’ αλλάζουν. Να μεταβάλλονται, ν’ αναβάλλονται, να μεταθέτουν ευθύνες κι ενοχές. Οι εποχές που ξέχασαν κι εκείνες που ήρθαν, κρύβαν στον θάνατο μια νέα γέννα. Μια διαθλασμένη οπτική ενός άλλου φάσματος. Που ήταν πάντα εκεί. Σαν απύθμενη αγάπη.

Μίλησε τις ευχές της σε μπουκάλια γυάλινα. Τράβηξε τις κουρτίνες για να μπει το σκοτάδι. Ντύθηκε το φως του, να φοβάται η πληγή. Απ’ όσα είδε κι απ’ όσα άκουσε, έμαθε να κρατά την βοή απ’ τα ψέματα. Για να μπορεί να θυμάται. Να μην ξεχνά να μετράει σωστά.

Τώρα πια κανένα ποτέ δεν υπάρχει στις μέρες της. Μόνο ζωή που γελά με μανία.



Μαρία Ι. Χρονιάρη


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF και να την διαβάσετε εδώ:

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Τις τελευταίες νύχτες κάθομαι στη μικρή πολυθρόνα μου κάνοντας ένα πέρασμα βαθιά στην ψυχή μου. Ο ίδιος δρόμος τόσα χρόνια, όμως κάθε φορά η αλήθεια του αλλάζει. Διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες που περιβάλλουν την έξω ζωή. Άνθρωποι μπαίνουν, άνθρωποι βγαίνουν, άλλοι πορεύονται μαζί της. Κι όμως, σε κάθε περίπτωση εκείνη βιώνει τη δική της προσωπική ζωή. Γιατί έτσι είναι η ψυχή «Πάντα μαζί κι ωστόσο πάντα μόνοι».*

Κάθε διαδρομή και μια καινούρια εμπειρία μες στην πολύπλευρη πραγματικότητά της. Άραγε η μοναξιά είναι κάτι που το μαθαίνει κανείς; Κι αφού το μάθει, μετά πως ζει; Σκέψεις πάνε κι έρχονται σαν τους περαστικούς που περνούν απ’ το μπαλκόνι μου. Τους κοιτώ όλους μ’ ένα δέος ψυχής. Αναρωτιέμαι πως να νιώθουν καθώς βαδίζουν στο δρόμο. Πονούν, λυπούνται, χαίρονται;

Από που φύγαν κι ως που πάνε; Ποιον ρόλο φόρεσαν σήμερα στην ψυχή τους; Ποιο είναι εκείνο το συστατικό ζωής που κουμπώνει τέλεια μέσα τους; Ποια καλοσύνη ορίζει τη συχνότητα του βίου τους; Ρητορικά ερωτήματα θα σκεφτεί κανείς, ωστόσο όχι και τόσο. Γιατί κατά βάθος ο καθένας μας – στο μέτρο του δυνατού – μπορεί να γνωρίσει τον εσωτερικό του κόσμο.

Και μετά να τον ξεχάσει. Γιατί είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να θυμάται και να αποδέχεται κατά το δοκούν, ακόμη κι εκείνα που αφορούν το ίδιο το άτομο. Ένα προκλητό είδος λήθης. Μια λησμοσύνη επιβεβλημένη γιατί η αποκάλυψη εκείνων που δεν αντέχουμε, μας πονά. Μας γεμίζει ενοχές κι ένα περίεργο αίσθημα μιας ακαθόριστης τύψης.

Γι’ αυτό που τόσα χρόνια κοιμόταν εντός και το ξύπνημά του μας φανέρωσε μια πλευρά μας που δεν θα θέλαμε να έχουμε. Η σκιά κι η ψυχή – δυο πραγματικότητες άυλες  μα τόσο πραγματικές.

Η διαδικασία της ενδοσκόπησης όσο οδυνηρή κι αν είναι, πάντα θα μας οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά στον εαυτό μας. Ακόμη κι αν αυτό μας τρομάζει πολύ, θα είναι αέναα ο μόνος τρόπος για να κατανοήσουμε την ουσία της ύπαρξής μας στην εδώ ζωή.

«Γιατί η ψυχή μας βαδίζει στο πλευρό μας».*


Μαρία Ι. Χρονιάρη




*Φράσεις από το ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Η ψυχή μου»


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF και να την διαβάσετε εδώ:

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΛΑΘΟΣ






Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Ένα απόγευμα κουρασμένη από το πολύωρο περπάτημα, κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας να πάρω μια ανάσα. Στο ακριβώς διπλανό, δυο νεαρά κορίτσια συζητούσαν χαμηλόφωνα όταν το ένα φώναξε: «Δεν είναι σωστό». Η φράση αυτή με έβαλε αμέσως σε σκέψεις. Ποιο είναι το σωστό; Ποιο είναι το λάθος; Και κυρίως, που; Για όλα υπάρχει η προσωπική μας οπτική και πρόσληψη. Ποιος είναι εκείνος που θα κρίνει το σωστό και το λάθος; Με ποια ιδιότητα θα αποφανθεί; Κι αν η κρίση του δεν είναι σωστή, ποιος θα του επισημάνει πως είναι λάθος;

Πόσο επηρεάζει η προσωπική μας κρίση την κριτική και κυρίως τον διαχωρισμό λάθους – σωστού; Ποιος όρισε τη διαφορά ανάμεσά τους; Το δικό μου λάθος είναι το δικό σου σωστό και το αντίστροφο; Τι είναι εκείνο που τα κάνει να διαφέρουν; Κανόνες ηθικής; Νομικοί; Τάξης; Αν το δικό σου σωστό το εφαρμόσω σε μένα  κι αποδειχθεί λάθος; Είναι όντως σωστό; Ή εγώ έπραξα λάθος;

Οι καλές προθέσεις είναι σωστές, αλλά πολλές φορές φέρνουν λάθος αποτελέσματα. Μήπως λοιπόν οι προθέσεις είναι εκ προοιμίου λανθασμένες; Κι αν είναι, ποιος μπορεί να το γνωρίζει αν δε δει το λάθος αποτέλεσμα; Εσύ πόσες φορές έκανες λάθος σήμερα; Πόσες έπραξες σωστά; Για ποιο από τα δύο καταδίκασες την πράξη σου;  Μήπως το ότι θεωρείς πως κάνεις το σωστό σε βοηθά να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου; Τελικά μήπως το λάθος είναι αυτό που μας βοηθά να βλέπουμε πιο βαθιά και με περισσότερη αλήθεια τον εαυτό μας;

Σε όλα τα γεγονότα, σε όλες τις καταστάσεις, ισχύει ο νόμος της σχετικότητας. Ο σωστός άνθρωπος βρίσκεται τη λάθος στιγμή στο σωστό μέρος. Ο λάθος άνθρωπος βρίσκεται τη σωστή στιγμή στο λάθος σημείο. Πώς θα ξεχωρίσουν πού, πότε, και κυρίως γιατί; Είναι σωστό να κρίνουμε τις πράξεις των άλλων; Κι αν ναι, γιατί οι υπόλοιποι είναι λάθος να μας κρίνουν; Πώς προσδιορίζεται; Πώς ορίζεται η κρίση για την κριτική σωστού  - λάθους;

Πάλι από εκείνο που μας συντελεί ως χαρακτήρες και προσωπικότητες. Και ποιος έχει τη δικαιοδοσία της απόφασης του λάθους; Ποιος του σωστού; Από πού εξουσιοδοτείται εφ’ όσον δεν σκέφτεται αντικειμενικά; Πόσο ο προσωπικός παράγοντας επηρεάζει το λάθος μου; Πόσο το σωστό μου; Υπάρχει αντικειμενικότητα ή είναι όλα υποκειμενικά; Κι αυτό από μόνο του είναι λάθος ή σωστό;

Η αντικειμενικότητα του σωστού καταδεικνύει το λάθος ή μήπως η υποκειμενικότητα του λάθους καθιστά το σωστό, σωστό; Ποια αντίληψη είναι εκείνη που επιτρέπει την σωστή ή λάθος ανάγνωση των πραγμάτων;

Κι εν τέλει τόση ώρα κάνω λάθος που το αναλύω; Ή μήπως όχι;



Μαρία Ι. Χρονιάρη


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF και να την διαβάσετε εδώ:

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ



 Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Βρίσκομαι μόνη σ’ ένα γειτονικό καφέ. Απ΄ την πλευρά που κάθομαι, έχω την δυνατότητα να κοιτώ απ΄ το παράθυρο. Στην πλατεία τα μικρά παιδιά παίζουν, τρέχουν, γελούν. Οι μεγάλοι, καθισμένοι στα γύρω παγκάκια παρακολουθούν. Παρακολουθώ κι εγώ μικρούς και μεγάλους και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ την άνοιξη που έχουν τα παιδικά χρόνια και την μοναξιά που κρύβει μέσα της η ενηλικίωση.

Αυτό το πέρασμα από χρόνο σε χρόνο που σε φέρνει όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά  αντιμέτωπο με τον εαυτό σου. Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Ο εαυτός μας. Που είναι εμείς. Που δεν είναι εμείς. Που θα ήθελε να είναι κάτι άλλο ενδεχομένως από αυτό που είμαστε κι είναι εγκλωβισμένος μέσα στο δικό μας σώμα.

Κι εκεί αρχίζει το σκάκι με την μοναξιά. Δύσκολες παρτίδες. Σκληρές και ύπουλες. Ποιο πιόνι να μετακινήσεις για να σώσεις βασιλιά και βασίλισσα; Δηλαδή εσένα. Ποιο τετράγωνο θα είναι το σωτήριο; Κι αν η επόμενη κίνηση είναι ματ κι όλα τελειώσουν; Ερωτήσεις, ερωτήσεις κι απάντηση από καμία έως δύσκολα.

Κάποιος μια φορά μου είχε πει: «Μαρία παιδί μου, άνθρωπο θωρείς καρδιά δεν βλέπεις». Πόσο δίκιο είχε αυτή η κουβέντα του. Πόση αλήθεια. Από τότε δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου. Κοιτώ έναν έναν τους ανθρώπους στο μαγαζί. Τους περιεργάζομαι από πάνω έως κάτω. Οι κινήσεις τους, τα γέλια τους κρύβουν έναν κεκαλυμμένο πόνο.

Με μερικούς απ’ αυτούς συμπίπτει το βλέμμα μας. Δεν μπορώ να υπολογίσω για πόση ώρα, όμως όση κι αν είναι, αρκεί για να φανερώσει και στους δυο μας το μυστικό και να το φυλάξουμε ο ένας για τον άλλον καλά κρυμμένο. Αγγιζόμαστε κι ανταλλάσσουμε τις μοναξιές μας. Σαν μεταδιδόμενη νόσος. Μέσα σε τόσο πλήθος κι όμως έρημοι. Ναι, έρημοι. Σαν κόκκοι άμμου που τους παραδέρνει ο αέρας.

Συλλογίζομαι έπειτα την δική μου εσωτερική ερημιά. Τι αρνήθηκα; Τι δέχτηκα; Τι θυσίασα; Τι πήρα και τι έδωσα για να φτάσω εδώ; Πόσα και ποια απ’ όλα τα ναι και τα όχι της ζωής μου, άξιζαν τον κόπο; Κι όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα γεννούν κι άλλα, πιο σκληρά και δεν γνωρίζω πως και σε ποια να απαντήσω.

Και τι να πω στη δική μου μοναξιά. Λίγο πριν πιω την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ μου, έρχεται στο μυαλό μου μια ρήση -  που δυστυχώς δεν θυμάμαι ποιος την είπε – με βρίσκει όμως απόλυτα σύμφωνη: « Μη λυπάστε τους μοναχικούς ανθρώπους. Να λυπάστε εκείνους που συμβιβάζονται από φόβο μην μείνουν μόνοι».


Μαρία Ι. Χρονιάρη




Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

ΉΡΘΕ, ΕΙΔΕ, ΝΙΚΗΣΕ



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Άνοιξα το παράθυρο. Όλος ο κόσμος σταγόνα στην παλάμη μου. Έστρεψα το βλέμμα στον ουρανό· ένα καθαρό ακέραιο φως ήρθε και με βρήκε. Το καλοκαίρι δειλά – δειλά θα ξεκινούσε το ταξίδι του.

Προτού να προλάβω να το καταλάβω, το μυαλό μου αμέσως πήγε στις παιδικές μου μνήμες. Εκεί που πάντα η ψυχή βρίσκει καταφύγιο. Κάθε χρόνο, με τις πρώτες αναπνοές της άνοιξης, φύσαγα τον καιρό να περάσει. Περίμενα πώς και πώς να κλείσει η βαριά σχολική πόρτα και μαζί της να κρατήσει όλα όσα είχε φέρει ο χειμώνας που πέρασε.

Τότε όλος ο κόσμος ερχόταν και φώλιαζε στα πόδια μου. Υποταγή στην αθωότητα. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να με κάνει να χάσω. Για τρεις μήνες θα ρούφαγα αχόρταγα κάθε χαρά. Μέσα στις άπληστες παιδικές μου χούφτες θα χώραγα όλα τα μυστικά που θα έμεναν για πάντα δικά μου.

Και τα χρόνια πέρασαν. Και τα καλοκαίρια αντί να μακραίνουν, κόντυναν. Σαν ρούχο που πια δεν σου κάνει. Γιατί άλλαξαν τώρα τα δεδομένα. Οι συνθήκες έπαψαν να είναι ιδανικές κι η φιγούρα μου στον καθρέφτη λίγο πια μοιάζει με το κοριτσάκι που ήμουνα. Οι τρεις μήνες έγιναν ένας κι ο κόσμος που κάποτε ερχόταν στα πόδια μου, τώρα με χαιρετάει από μακριά, κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι.

Στην άκρη αυτού του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού, κάθε σοκάκι και μια ιστορία εθνών. Τουρίστες, γηγενείς, φωνές, αγκαλιές, δάκρυα. Ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Υπάρχει μια πραγματικότητα ανεξάντλητη που όλο γεννιέται στα μάτια μας. Λέγεται πραγματικότητα της στιγμής. Μέχρι να προλάβεις να την δεις, χάθηκε. Σαν ποτέ να μην ήταν.

Στην παραλία οι άνθρωποι μοιάζουν με στιγμιότυπα ζωής. Σαν φιλμ που πήρε φως. Τα βήματά τους στην άμμο, αποτύπωμα εποχής. Ό, τι έζησαν, ό, τι θέλησαν, εκείνο που προσδοκούσαν κι όμως δεν ήρθε. Κάθε καλοκαίρι κι ένα καινούριο όνειρο. Μια ελπίδα αλλαγής που αντιφεγγίζει τις ευχές τους. Βγάζω τα παπούτσια μου και περπατώ παράλληλα με τις ζωές που ξεχάσανε. Βαδίζω στα χνάρια τους αφήνοντας τα δικά μου. Ώσπου όλα να γίνουν θάλασσα· άνθρωποι, όνειρα στιγμές.


Άλλο ένα καλοκαίρι ήρθε, είδε κι είναι ο μόνος νικητής.



Μαρία Ι. Χρονιάρη

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:



http://www.ifonitonanogion.gr/media/files/FWNH-295.pdf

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Απ’ το παράθυρό μου, κοιτάζω την βροχή που πέφτει. Κάθε σταγόνα - μια έκρηξη μέσα μου. Στάλα στάλα μαζεύω τις χαμένες ευχές μου. Θυμάμαι τα χρόνια που ήμουν παιδί.  Τότε που όλα διαρκούσαν και το ποτέ δεν υπήρχε. Όλος ο χρόνος ήταν κερδισμένος.  Τίποτα δεν υπήρχε που να με κάνει να χάσω. Γιατί τίποτα δεν ήταν λίγο. Οι χειμώνες και τα καλοκαίρια, ήταν προφάσεις αλλαγής. Στην πραγματικότητα, καμία αλλαγή δεν ήταν ικανή να με κάνει να νιώσω ελλείψεις.

Όλοι οι άνθρωποι είναι βιβλία. Είναι ταξίδια μέσα σε άλλα ταξίδια. Σελίδες βγαλμένες απ’ τα δάκρυα που έχυσαν όταν ήταν παιδιά. Υπάρχει μια ιεροσύνη στα δάκρυα. Κυρίως, όταν αυτά συνεχίζουν να σε ακολουθούν κι όταν μεγαλώσεις. Δείχνουν πως καλώς ή κακώς, ακόμη διατηρείς εκείνη την παιδική αθωότητα, που μάταια προσπαθείς να δικαιολογήσεις στους απέξω. Στον κόσμο που δεν βλέπει και δεν σκέφτεται όπως εσύ. Σ’ εκείνους που δεν επιτρέπουν στην ψυχή τους να θυμάται.

Γιατί η ψυχή, οφείλει να ξέρει να μην ξεχνάει. Είναι το μόνο ασφαλές καταφύγιο, για τις ώρες που μέσα κι έξω βρέχει.

Στην απέναντι γωνία, κάτω από ένα σκέπαστρο, έχει κουλουριαστεί ένας σκύλος. Καθώς γυρνάει δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του, υψώνει τα μάτια προς το παράθυρό μου. Κοιταζόμαστε για ώρα. Ίσως στο δωμάτιό μου να βρέχει πιο πολύ τώρα. Ίσως εκείνος να είναι πιο στεγνός.

Είναι δύσκολο να διατηρήσεις την αγνότητά σου σ’ έναν κόσμο λερωμένο. Σ’ έναν κόσμο κουρασμένο κι άγριο που δεν σου αντιστοιχεί. Σ’ έναν κόσμο που δεν σου μοιάζει. Είναι σκληρό να μην χωράς πουθενά και να αναζητάς διαρκώς ένα απάγκιο να ξαποστάσεις. Κι έτσι, στρέφεσαι ακόμη πιο πολύ στον εαυτό σου. Κλειδώνεις πόρτες, παράθυρα και πετάς τα κλειδιά προς το μέρος του σκύλου.

Η βροχή έξω έχει σταματήσει και τα φώτα αντανακλούν ζωή στο ακόμη βρεγμένο οδόστρωμα.  Δίπλα στο κομοδίνο μία φωτογραφία: Τα πρόσωπα δύο αγοριών μου γελούν συνωμοτικά. Μου λένε για κόσμους μακρινούς. Μου μιλούν με παραμύθια και χρώματα. Με ευχές και όνειρα που δεν τελειώνουν. Μου απλώνουν το χέρι να πάω μαζί. Όσο υπάρχουν παιδιά που γελούν κι ονειρεύονται, τίποτε δε μπορεί να χαθεί.

Ο Χάρης μια νύχτα, μου είπε πως το φεγγάρι φτιάχνεται απ’ τα σύννεφα.

Κι εγώ τον πιστεύω.


Μαρία Ι. Χρονιάρη

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:


Τρίτη 30 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΕΑΥΤΟΥ




Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Είμαι σχεδόν διάφανη. Οι άνθρωποι με αγγίζουν χωρίς να με ακουμπούν. Και τις φορές που μ’ ακουμπούν, δίχως να το γνωρίζουν, εισρέουν μέσα μου χιλιάδες «εγώ». Εκχύνουν ζωές που εν δυνάμει μου μοιάζουν. Γίνομαι αμέτρητοι άλλοι. Μετουσιώνω ευχές, μέρες και νύχτες. Υποδύομαι εκείνα που νομίζουν πως είναι. Παίζω τους ρόλους τους τόσο καλά, που στο τέλος θα θέλουν να μου μοιάσουν.

Κανείς άνθρωπος δεν αποδέχεται πλήρως τον εαυτό του. Το απόλυτο της αδυναμίας του. Το μηδενικό της δύναμής του. Πάντα κάνει το λάθος να γνωρίζει λάθος πράγματα για τον εαυτό του. Να ενεργεί παράνομα. Κατά παράβασιν εαυτού. Κι όμως, αυτό είναι που τους βοηθά να συνεχίζουν να ζουν, ανενόχλητα άλλοι μες στη ζωή τους.

Κι αν καμιά φορά το σκεφτούν, δεν αλλάζουν τροχιά. Αλλάζουν τη μάσκα. Για να μπορούν να υποφέρουν εκείνα που βλέπουν πως δεν είναι. Που κάποτε θέλησαν και τώρα πια δεν αντιστοιχούν.
 
Όλοι έχουμε ένα ειδικό βάρος. Αυτό που μας κάνει ορατούς δια γυμνού οφθαλμού. Κι όμως, το αόρατο οφείλουμε να βλέπουμε. Εκείνο που περιβάλλει την ύπαρξη και την κάνει να είναι.

Στιγμές – στιγμές, όταν ανοίγω τα παράθυρα ν’ ακουμπήσω το φως, είναι σαν κάποιος να τρυπάει το κορμί μου. Μυριάδες βελόνες φωτός που απειλούν την διαφάνειά μου. Αντανακλώ τον εαυτό μου χιλιάδες φορές. Γυρίζω γύρω από μένα, γιατί δεν έχω που να πάω. Δεν υπάρχει κανείς να μ’ απορροφήσει. Κι έτσι επιστρέφω σε μένα. Γιατί από μένα εκπορεύομαι.

Ο Σταύρος σε ένα βιβλίο του έχει γράψει: «Είμαι τα γεγονότα μου».(*)  Πόσο ακριβές και βαρύ και δίκαιο είναι αυτό. Μόνο που εγώ, γενόμενη διαρκώς άλλοι, είμαι και τα γεγονότα τους. Πως γίνεται να επωμίζεσαι τις ζωές των άλλων; Δεν ξέρω. Αλήθεια, δεν ξέρω.

Ξέρω μόνο πως εκείνο που αντέχεται, είναι να προσπαθείς να βρεις το τέρμα που θα σε φέρει πιο κοντά σ’ ό, τι είσαι προορισμένος να γίνεις. Και να ψάχνεις βαθιά μέσα σου, να βρίσκεις διαρκώς τα κομμάτια που σε συνθέτουν.

Γιατί τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο ισχυρό, από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να είσαι και να μπορείς τα γεγονότα σου.


(*) Σταύρος Σταυρόπουλος, «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν»

Μαρία Ι. Χρονιάρη


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ: