Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.
(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")
(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015
Σάββατο 6 Ιουνίου 2015
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015
ΜΙΑ ΜΠΛΕ ΣΚΙΑ
Όταν η ελπίδα και η αγάπη μας για ζωή μπλέκουν, τότε γεννούν τις πιο όμορφες "φανταστικές" πραγματικότητες.
Μαρία Χρονιάρη
A SHADOW OF BLUE from Carlos Lascano on Vimeo.
Μαρία Χρονιάρη
A SHADOW OF BLUE from Carlos Lascano on Vimeo.
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015
Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ
Ευλογημένος
να ζει αιώνες μέσα στις απαλές σκιές του δάσους και να τρέχει ελεύθερος στα
φεγγαρoξέφωτα
τις νύχτες. Φρουρός της ζωής που κρύβεται πίσω από τις φυλλωσιές και των ψυχών
που γαλήνη ψάχνουν κάτω από το αστροφώτιστο πέπλο. Ο Θρύλος του ταξίδευε με
τους βόρειους ανέμους και έφτανε σαν μικρή ιστορία παραμυθιού.
Έφτασε
μια μέρα στα αφτιά μου μια ιστορία, ένα παραμύθι. Μιλούσε για έναν λύκο που
ζούσε στο δάσος μαζί με την Κυρά του. Μια Νεράϊδα-Ξωτικό. Παρ' ολη την δύναμη
που κατείχε πάνω στη γη και την εξουσία που του είχε προσφέρει η Κυρά του
Δάσους, πάντα η καρδιά του κοιτούσε ψηλά και μελαγχολούσε στους νυχτερινούς
ουρανούς. Τα τραγούδια του ποτέ δεν είχαν μέσα τους χαρά, αλλά μυστικές ευχές,
γεμάτες επιθυμία απλησίαστη για το είδος του.
Η
Νεράϊδα Κυρά όσο κι αν του έκανε παρέα, όσο κι αν έπαιζε μαζί του με τις μέρες
κι όχι με τις ώρες, δεν κατάφερνε να του φέρει γαλήνη στην ψυχή. Τον
παρακολουθούσε στην άκρη του γκρεμού να κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό και να
ξεφυσά μελαγχολικά σα να ήταν φυλακισμένος σε κλουβί.
Του
τραγουδούσε η Κυρά του Δάσους, μελωδίες Ξωτικές με λέξεις μαγικές. Λέξεις που
ταξίδευαν με στόχο την καρδιά του λύκου, ώστε να απαλύνουν τον πόνο του και την
λύπη του. Μα ούτε και οι λέξεις οι μαγικές δεν κατάφερναν το παράπονο από τα
μάτια του να διώξουν.Και σκεφτόταν η Κυρά του Δάσους, γέννημα της απόλυτης
ένωσης Ξωτικού και Νεράϊδας.
Σκεφτόταν
καλά και βαθιά, μα η καρδιά του λύκου ήταν απροσπέλαστη και πέρασμα δεν έβρισκε
τις επιθυμίες του να δει. Ο Φρουρός του Δάσους της έστεκε πάντα εκεί. Να
κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό και να ξεφυσά το βάρος των σκέψεών του.Μια μέρα
όμως καθώς τον παρακολουθούσε είδε αυτό που έψαχνε με τρόπους Νεραϊδοξωτικούς. Εκεί
που καθόταν ο λύκος, στην άκρη του γκρεμού, πέταξε στον ουρανό ένας αετός. Μεγάλος
αετός, από την χρυσαφένια φυλή των κορυφών. Φτερά μεγάλα και επιβλητικά, μάτια
που λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι. Περήφανος πετούσε στους απαλούς ανέμους γύρω
από το Δάσος της Κυράς.
Και
είδε, η Κυρά, τον λύκο να σηκώνεται απότομα και να ακολουθεί παράπλευρα τον
αετό και οι χτύποι της καρδιάς του να σπάνε την σιωπή. Έτρεχε με το βλέμμα του
να είναι καρφωμένο στο πέταγμα του μεγάλου αετού. Όταν όμως ο αετός χάθηκε από
τα μάτια του μέσα στις σκιές των κορυφών, έκατσε στα δυο του πόδια και κοίταξε
ψηλά. Το αλύχτισμα που έβγαλε με όλη του τη δύναμη ήταν γεμάτο πόνο και
επιθυμία. Κοιτούσε το Φεγγάρι και τον Αστέρα του Βορρά και οι ευχές του ήταν
πια φανερές.
Η
Ξωτικο-Κυρά τον κοιτούσε και κρατούσε την καρδιά της γερά. Τώρα που κατάλαβε
τον λόγο της αιώνιας μελαγχολίας του λύκου που προστάτευε το δάσος της και την
ζωή που κρύβει μέσα του αυτό, δεν είχε πια καμιά αμφιβολία για αυτό που έπρεπε
να κάνει.Όταν ο
λύκος έπεσε να κοιμηθεί, εκείνη βγήκε σε ένα φεγγαροξέφωτο και τραγούδησε λόγια
μαγικά. Νεράϊδες και Ξωτικά μαζεύτηκαν γύρω της και βοηθούσαν στην μαγική
μελωδία της νύχτας. Όλοι και όλα να βοηθήσουν εκείνον που τάχθηκε να υπερασπίζει
δίχως να ζητά το Δάσος και τα Στοιχειά. Μεγαλύτερη σύναξη σαν κι αυτή ποτέ δεν
έγινε ξανά. Κανείς δεν θυμόταν να συνέβαλαν τόσες δυνάμεις για να βοηθήσουν μια
ψυχή ή να διώξουν μια απειλή.
Η νύχτα
έφυγε και η σύναξη διαλύθηκε. Έμεινε μόνο η Ξωτικονεράϊδα να κοιτάζει τον λύκο
από κοντά. Τον πλησίασε και με ένα χάδι στο κεφάλι τον ξύπνησε απαλά. Εκείνος
άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε με χαρά. Δεν την έβλεπε συχνά παρά μόνο στο
ολόγιομο Φεγγάρι. Άκουγε μόνο το τραγούδι της κι ένωνε το δικό του με το δικό
της.
Σηκώθηκε
ο λύκος κι ένιωθε παράξενα. Ένα αέρινο βάρος στα πλευρά του. Προσπαθούσε να
κοιτάξει αριστερά και δεξιά μα δεν μπορούσε να δει καλά. Έτρεξε προς την
κρυστάλλινη λίμνη και μαζί του έτρεχε γεμάτη χαρά η Κυρά. Μα εκεί που έτρεχε ο
λύκος ξαφνικά τα πόδια του άφησαν την γη και το σώμα του το ένιωθε
απελευθερωμένο στην αγκαλιά του αέρα. Έφτασε στην λίμνη μα δεν ήταν στις όχθες
της. Ήταν ακριβώς από πάνω της και έριξε το βλέμμα του να δει τον εαυτό του.
Μεγάλα
φτερά! Μεγάλα αετίσια φτερά! Φτερά της χρυσαφένιας φυλής των κορυφών του Βορρά.
Ο λύκος τους Δάσους μπορεί και πετά. Και το αλύχτισμα του ,στους ουρανούς καθώς
πετούσε από χαρά, πλημμύριζε ευτυχία και
ένα είδος ελευθερίας που όμοιο του κανείς άνθρωπος θνητός ποτέ δεν θα καταλάβει!
Πέταξε μαζί του και η Νεραϊδο-Κυρά. Του έκανε παρέα στα πρώτα του πετάγματα.
Και τραγουδούσαν μαζί. Έπαιζαν σαν δυο μικρά παιδιά στην αγκαλιά του αέρα. Τόση
ήταν η χαρά που γιόρταζε ολόκληρο το Δάσος και τα γειτονικά βουνά.
Όταν
κουράστηκε ο λύκος και πάτησε στη γη ξανά, τον πλησίασε η Κυρά κι έκατσε κοντά
του.Και
καθώς τον χάϊδευε και του ψιθύριζε λόγια γλυκά, του είπε με απόλυτη αγάπη και
στοργή: "Λύκε του Δάσους μου, Φύλακα της ζωής που κρύβεται εδώ, Σύντροφε
και πολέμιε της μοναξιάς μου. Εδώ στο Δάσος είναι το Βασίλειο σου και χτυπά η
καρδιά σου. Αλλά στον Ουρανό ταξιδεύουν τα όνειρα σου. Στον Ουρανό είναι
ταγμένη η ψυχή σου."
Και η
Κυρά συνέχισε να παίζει μαζί του, να πετάει παρέα με τον λύκο στους νυχτερινούς
αιθέρες. Και το Δάσος γιόρταζε την κάθε νύχτα αυτό το μοναδικό γεγονός. Τραγουδούσε
για τον μόνο Φτερωτό Λύκο και την μόνη Νεραϊδοξωτική Κυρά.
Μελωδία
χαρμόσυνη σαν πέπλο έπεφτε πάνω στο κόσμο όπου ζούσαν.
Το παραμύθι αυτό είναι αντιγραφή από το ιστολόγιο "Σκιά και Γκρεμός"
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014
Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014
Παρασκευή 30 Μαΐου 2014
ΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑ
Δεν θα συνοδεύσω με λόγια την ανάρτηση αυτή, γιατί απλά δεν τα έχει ανάγκη.
Μαρία Χρονιάρη
Μαρία Χρονιάρη
Τετάρτη 21 Μαΐου 2014
Η ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΑ
στην Άρια
Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχεί μια δική του στάλα βροχής. Μια ολόδική του μικρή, τόση δα δροσοσταλίδα. Άν είναι τυχερός και τον ακουμπήσει, τότε νιώθει την γλυκιά υγρή ζέστη της. Η δική μου δροσοσταλίδα είναι ένας Μικρός Ναυτίλος κάπου στο Ηράκλειο, που πάντα ταξιδεύει με κόντρα καιρό. Και πάντα τα καταφέρνει. Αυτή είναι η ιστορία της.
Μαρία Χρονιάρη
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014
Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013
ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ
Όλοι κάνουμε όνειρα για τους εαυτούς μας κι όλοι έχουμε επιθυμίες για το τι θέλουμε να γίνουμε. Να είμαστε. Πολλές καταστάσεις στο διάβα της ζωής μας βγάζουν από την πορεία μας. Μας απογοητεύουν. Δεν μας κάνουν όμως ποτέ να ξεχνούμε όλα όσα κάποτε θελήσαμε.
Όλα, τα πάντα έρχονται στην ώρα τους, όταν είναι όλα έτοιμα για να τα υποδεχτούν. Με τιμή και δόξα. Το παραμύθι αυτό που ακολουθεί μας διδάσκει την αλήθεια αυτού του πράγματος. Μην ξεχνάτε ποτέ τα όνειρά σας, αλλά να ξέρετε πως ίσως και να είναι πολύ μικρά και κάτι πολύ ανώτερο να υπάρχει εκεί έξω και να σας περιμένει.
Καλά Χριστούγεννα
Μαρία Χρονιάρη
Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013
Σάββατο 6 Ιουλίου 2013
Δευτέρα 22 Απριλίου 2013
Η ΤΥΦΛΗ ΚΟΠΕΛΑ
Πολλές φορές θυσιάζουμε πράγματα από τον εαυτό μας, ίσως και τον ίδιο τον εαυτό μας, μόνο και μόνο για να δούμε εκείνους που αγαπάμε χαρούμενους. Ήρεμους κι ευτυχισμένους.
Η θυσία αυτή, το μέγεθός της, ουσιαστικά μπορεί να μετρηθεί μόνο από μας. Όχι από τον παραλήπτη. Ο παραλήπτης όμως είναι εκείνος που θα κάνει την χαρά της θυσίας μας άξια, απλά λέγοντας ένα ευχαριστώ. Αν δεν το κάνει, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς κερδισμένος πάντα, είναι εκείνος που δίνει. Κι ας φαίνεται πως έχει χάσει.
Μαρία Χρονιάρη
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013
Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
Ένα
χειμωνιάτικο βράδυ, σε μια λίμνη σκαρφαλωμένη στα βουνά, έφτασε ένας λύκος
οδηγημένος από την πείνα και τους περίεργους θορύβους που άκουγε. Αν και λύκος
ήταν μοναχικός. Του άρεσε από καιρό σε καιρό να εγκαταλείπει την αγέλη του και
να γυρίζει στα βουνά μονάχος, να ανακαλύπτει ομορφιές και να γνωρίζει νέους
τόπους.
Είχε
ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το φεγγάρι ολόγιομο, καθρεφτιζόταν στα νερά της
λίμνης, φωτίζοντας και την γύρω της περιοχή. Τα αστέρια, χλωμά μπροστά στην
λάμψη του φεγγαριού, αντανακλούσαν το φως τους σαν παιχνίδισμα στην επιφάνεια
του νερού και το έσπαζαν σε χιλιάδες κομμάτια, όπου υπήρχε κίνηση. Στην αρχή ο
λύκος νόμιζε πως το παιχνίδισμα ήταν που του τράβηξε την προσοχή, κοιτώντας
όμως καλύτερα, διέκρινε μικρές σκιές ανάμεσα στις καλαμιές, ενώ στα αυτιά του
έφτασε ο ήχος από πνιχτά γέλια.
Περίεργος
και επιφυλακτικός πλησίασε προσεκτικά για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και τότε
τις είδε. Νεαρές νεράιδες του γλυκού νερού με ξέπλεκα τα μακριά τους μαλλιά,
μαζεμένες σε κύκλο και με τα χέρια πλεγμένα, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν
ντυμένες με φύλλα και πέταλα λουλουδιών και δέντρων κι έτσι όπως στροβιλιζόταν,
θύμιζαν πολύχρωμο μπουκέτο, που ο αέρας έφερνε στην ευαίσθητη μύτη του, το
γλυκό και μεθυστικό άρωμά τους. Έμεινε ακίνητος, μαγεμένος από το θέαμα και
περίεργος να δει τι θα γίνει στην συνέχεια.
Οι
νεραϊδούλες λύνοντας τον κύκλο, άφησαν άτακτα τα λουλουδένια φορέματά τους στις
καλαμιές και η μία μετά την άλλη βούτηξαν στα κρύα νερά της λίμνης. Έμεινε να
τις κοιτάζει καθώς ξεμάκραιναν, με τα ξανθά, κόκκινα και καστανά μαλλιά τους να
επιπλέουν γύρω τους σαν φύκια, ενώ το σεληνόφως ασήμιζε τα φτερά τους. Αυτές
κολυμπούσαν βιαστικά, κυνηγώντας η καθεμία, το αντικαθρέφτισμα από ένα
διαφορετικό αστέρι και φτάνοντας στο κέντρο του, εξαφανιζόταν από την επιφάνεια
του νερού.
Τότε
άκουσε το κλάμα. Γύρισε ξαφνιασμένος ψάχνοντας την πηγή του. Στην όχθη της
λίμνης, δίπλα στο σωρό με τα λουλουδένια φορέματα, ήταν μια νεράιδα, που
έκλαιγε με λυγμούς . Την παρατήρησε και πρόσεξε πως ήταν διαφορετική από τις
άλλες. Ήταν ψηλή και μεγαλύτερη στην ηλικία από τις υπόλοιπες, τα μαλλιά της
ήταν μαύρα σαν την νύχτα, τα φτερά της ήταν μικρά και το φόρεμά της ήταν
φτιαγμένο από τσουκνιδόφυλλα.
Προσπαθώντας
να μην την τρομάξει, πλησίασε αργά και σταθερά προς το μέρος της. Η νεράιδα
νιώθοντας την παρουσία του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ίσια στα μάτια
χωρίς ίχνος φόβου. Κοιτάζοντας τα μαύρα μάτια της, που έλαμπαν ακόμα από τα
δάκρυα, την ρώτησε με απαλή φωνή τι της συμβαίνει και γιατί δεν ακολούθησε τις
υπόλοιπες.
Αυτή
προχώρησε και κάθισε στην άκρη της λίμνης βουτώντας τα ξυπόλυτα πόδια της στο
νερό. Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει τον κάλεσε να κάτσει δίπλα της.
Κοιτώντας προς το φεγγάρι άρχισε να διηγείται με φωνή μονότονη και κουρασμένη
πως έχασε το δικαίωμα, που έχουν όλες οι νεράιδες του γλυκού νερού, να
ανανεώνεται κάθε πανσέληνο και να μένει άφθαρτη, γιατί επέτρεψε σ’ έναν άνθρωπο
να την δει γυμνή, χωρίς να του πάρει ούτε την μιλιά, ούτε την καρδιά, όπως
ήταν γραμμένο στους κανόνες των ξωτικών, εδώ και αιώνες.
Ο λύκος
την κοίταξε δείχνοντας τα δόντια του, που έλαμψαν και της είπε πως όλες οι
αγέλες θέλουν υποτακτικούς και πάντα τους απειλούν με τον χαμένο παράδεισο.
«Θέλει δύναμη και παρρησία για να μην συμφωνείς με αυτό που λέει ο αρχηγός,
όποιος κι αν είναι αυτός, και να προχωρήσεις μόνος σου. Έχεις τσαγανό, μικρή
μου κι αυτό πρέπει οι άλλοι να μάθουν να το υπολογίζουν και να το φοβούνται. Κι
όσοι δεν το φοβούνται να το σέβονται».
Γύρισε
και τον κοίταξε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή και βάλανε τα γέλια.
Γελούσαν για ώρα πολύ κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Ενώ το πρώτο φως της αυγής
έβαφε τον ουρανό, ο λύκος την ρώτησε για το περίεργο φόρεμά της. Η νεράιδα του
είπε πως το φως του ήλιου θα κάψει τα φτερά της κι ότι δεν μπορεί να μείνει
άλλο. Του ζήτησε να έρθει το επόμενο βράδυ για να του πει την υπόλοιπη ιστορία
κι ανοίγοντας τα φτερά της, πέταξε γρήγορα μακριά.
Η μέρα
πέρασε αργά και για τους δύο. Η ελπίδα πως θα νικήσουν την μοναξιά φώλιασε στην
καρδιά τους και περίμεναν με αδημονία να δύσει ο ήλιος για να βρεθούν ξανά.
Μόλις σουρούπωσε ο λύκος κίνησε για την λίμνη. Πήγαινε αργά προσπαθώντας να μην
δείξει την ανυπομονησία του. Η καχύποπτη φύση του τον έκανε να σκέφτεται πως η
νεράιδα παίζει κάποιο παιχνίδι και προσπαθούσε να σκεφτεί πως θα αμυνθεί αν
τελικά είναι κάποιο κόλπο.
Την
βρήκε να κάθεται στο ίδιο σημείο, που είχαν αποχαιρετιστεί το πρωί. Του
χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν στο σκοτάδι. Τον χάιδεψε και τον έσφιξε
στην αγκαλιά της προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την ζεστασιά του. Ο λύκος
έμεινε ακίνητος . Γύρισε το κεφάλι και την δάγκωσε απαλά ζητώντας της να
συνεχίσει την ιστορία.
Του είπε
πως οι νεράιδες φτιάχνουν φορέματα με τα λουλούδια και τα φυτά, που ανθίζουν
μέσα τους. Ο άνθρωπος , που επέτρεψε να την δει γυμνή, της ζήτησε ένα δώρο. Κι
αυτή μην έχοντας τίποτα άλλο να του δώσει, έβγαλε το φόρεμα με τα ροδοπέταλα
που φορούσε και του το έδωσε. Αυτός, ενώ πρόθυμα το δέχτηκε, έφυγε και δεν
γύρισε πίσω ποτέ πια. Κι αυτή, το μόνο που βρήκε ψάχνοντας στην καρδιά της για
να καλύψει την γύμνια της , ήταν τα τσουκνιδόφυλλα. Αυτό το νέο φόρεμα δεν
μπόρεσε να το βγάλει από πάνω της ,όσο κι αν την πονούσε, γιατί είχε κολλήσει
στο δέρμα της και ο κήπος της καρδιάς της σταμάτησε να ανθίζει.
Ο λύκος
έμεινε σιωπηλός για λίγο. Της είπε πως θα την βοηθήσει να βγάλει το φόρεμα με
τις τσουκνίδες κι άρχισε να τραβάει με τα δόντια του ένα-ένα τα κολλημένα
φύλλα. Η γλώσσα του γέμισε φουσκάλες, που τον έτσουζαν και τον πονούσαν, αλλά
αυτός συνέχισε να τραβάει αποκαλύπτοντας σταδιακά το γυμνό κορμί της. Η νεράιδα
δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν ένιωσε τα δόντια του στην σάρκα της. Ήξερε πως το
έκανε για το καλό της. Αλλά δεν παρέλειψε να του χτυπήσει ανάλαφρα την
μουσούδα, ώστε να είναι σίγουρη πως δεν θα ξεχαστεί.
Το ίδιο
συνεχίστηκε πολλά βράδια. Κι όσο το κορμί της νεράιδας απελευθερωνόταν από τα
πράσινα δεσμά του, τόσο περισσότερο ο λύκος έμενε σιωπηλός. Σταμάτησε να του
χτυπάει την μουσούδα και να παίζει μαζί του. Κοιτούσε την εικόνα της στον
καθρέφτισμα της λίμνης και μετά στα μάτια του λύκου. Χαμήλωνε αμέσως το βλέμμα
κι άρχιζε να του λέει ιστορίες, χωρίς να είναι βέβαιη πια αν την ακούει και μην
τολμώντας να τον διακόψει.
Ένα
ανοιξιάτικο βράδυ, τα τσουκνιδόφυλλα τελείωσαν όλα. Η νεράιδα, γυμνή, αλλά
χαρούμενη, κοίταξε τον λύκο, τον αγκάλιασε και του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει
για αμοιβή κι αυτή θα του το έδινε χωρίς σκέψη. Αυτός κοιτώντας την με μάτια
αγριεμένα απάντησε πως δεν θέλει τίποτα από αυτήν. Κι ότι ήρθε η ώρα να
αποχαιρετιστούνε. Αυτή συγκρατώντας τα δάκριά της του ζήτησε να έρθει για ακόμα
ένα βράδυ. «Θέλω να δεις το νέο μου φόρεμα» του είπε «και να με δεις επιτέλους
να χορεύω».
Την άλλη
μέρα είχε πανσέληνο, όπως τότε που πρωτογνωριστήκαν. Ο λύκος πήγε στο γνωστό
μέρος, αλλά δεν την είδε. Παραξενεμένος κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τα ίχνη της.
Κοιτώντας προς τις καλαμιές, την είδε. Φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα,
φτιαγμένο από χιλιάδες πέταλα παπαρούνων, τον περίμενε κοιτώντας τον μετά από
καιρό κατάματα.
Άρχισε
να χορεύει κι ενώ στροβιλιζόταν γύρω τόσο γρήγορα, που φάνταζε σαν τρεμάμενη
φλόγα, την άκουσε για πρώτη φορά να τραγουδάει. Μαγεμένος κάθισε για να
παρακολουθήσει αυτήν την παράσταση την ειδικά αφιερωμένη σε εκείνον. Κι ενώ ένα
χαμόγελο έσκασε μετά από καιρό στα χείλη του, ένιωσε να πέφτει επάνω του ένα
υγρό φύλλο.
Την είδε
να βγάζει από πάνω της τα κόκκινα πέταλα και να τα πετάει προς το μέρος του
χωρίς να σταματάει να χορεύει και να τραγουδάει.
«Για
σένα αγάπη μου, κι ας μην τα ζήτησες ποτέ.
Για σένα
αγάπη μου, κι ας μην κρατήσεις ούτε ένα.
Για σένα
αγάπη μου, κι ας με ξεχάσεις αύριο».
Κι όσο ο
σωρός μεγάλωνε κι το σώμα της γυμνωνόταν, άρχισε να βλέπει πως από κάτω είχε
άλλα φύλλα, κατακόκκινα κι αυτά. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πως ήταν
τσουκνιδόφυλλα, ποτισμένα στο αίμα.
Ο λύκος
δίστασε για μια στιγμή. Και μετά πήδηξε επάνω της να την σταματήσει. Την έριξε
κάτω, πάνω στον κόκκινο σωρό και προσπάθησε να την ακινητοποιήσει με τα πόδια
και τα δόντια του. Κι ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρώτες ακτίνες του στη γη,
έμεινε λαχανιασμένος να την κοιτάει.
Τα φτερά
της νεράιδας κάηκαν στην στιγμή αφήνοντας στο έδαφος ένα σημάδι σαν πρωινή
πάχνη. Οι πληγές στο κορμί της έκλεισαν. Κι ενώ οι ματιές τους αντάμωναν ξανά,
το σώμα της τυλίχτηκε με άσπρα ροδοπέταλα. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του
και ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το πρόσωπο, πριν ακουμπήσει το κεφάλι
του στον μυρωμένο της λαιμό.
Πέρασαν
πολλά χρόνια από τότε. Κάποιοι παρατηρητές παρακολουθώντας έναν μοναχικό λύκο,
οδηγήθηκαν σε μια απομονωνόμενη λίμνη. Τον είδαν να πηγαίνει στις καλαμιές και
τον ακολούθησαν. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα στρώμα από παπαρούνες κι έτσι όπως
γύρισε να τους κοιτάξει, είδαν πως στο στέρνο του είχε ένα περίεργο άσπρο
σημάδι, που θύμιζε τριαντάφυλλο.
πηγή:
a-href-----style--di.pblogs.gr
Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012
ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
Έρχεται μια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, όπου ξαφνικά κι απροσδόκητα βρίσκει έναν λόγο για να υπάρχει. Εκείνο τον ιδιαίτερο λόγο που θα του επιτρέψει να δει βαθιά μέσα του. Γιατί όταν αγαπάς όλα αλλάζουν μορφή, χρώμα, ουσία. Γιατί αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο, από το να δίνεις και το τελευταίο κομμάτι του εαυτού σου, για να μπορεί να ζει εκείνος που αγαπάς.
Μαρία Χρονιάρη
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















