Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΤΑΝ Ο ΛΥΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΤΑΝ Ο ΛΥΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Spiritus θα πει Πνεύμα

 



Στη μνήμη του αγαπημένου μου θείου Σπύρου Καπώνη

 

Και ξαφνικά τα δωμάτια συστέλλονται και διαστέλλονται. Χώρος και χρόνος μια ευθεία γραμμή. Για την ανάγκη του καθορισμού. Της πραγματικότητας. Που δεν υπάρχει. Εισπνοή και μαζεύω. Καταπίνω ό,τι άφησες πίσω σου. Εκπνοή και φυσάω. Να φύγει το κακό. 

Ξημερώνει και βραδιάζει κι όλα παραμένουν στη θέση που τα άφησες. Κι ας μετακινούνται διαρκώς. Μοιάζει να έχουμε κολλήσει στην άσφαλτο. Μια Πέμπτη που αποφάσισες για εσένα, αποφασίζοντας για εμάς. Ποιος μίλησε για αυτεξούσιο; Ποιος πίστεψε σ’ αυτό και ποιος το όρισε; Όταν χτυπάει το τηλέφωνο τρομάζω. Κλείνω τα αυτιά μου με τις παλάμες μου και μετράω ώρες. Τρεις το ξημέρωμα, τέσσερις και οδηγείς, πέντε και φτάνεις, έξι με επτά φτου και βγαίνεις. ΜΠΑΜ!

Όταν ακούω κρότο ουρλιάζω. «Μη μου πεις, δε θέλω να ξέρω». Και μετά τίποτα. Η γραμμή νεκρή. Λευκός θόρυβος. Σειρήνες, κόσμος, φασαρία. Βήματα στα σκαλιά κι ερωτήσεις. «Ήταν δικός σας;» Μάτια θολά και άδεια. Και το κενό ένας τόπος που όλους μας χώρεσε δραματικά. Υποδήματα, ρούχα, σπαρμένα αντικείμενα. Στην αναγνώριση ένας κορμός. Πού είναι τα φωτεινά σου μάτια; Πού είναι τα χείλη και το γέλιο σου;

Καλοκαίρι απόγευμα να περπατάς γρήγορα στο βουνό. «Μη βιάζεσαι, δεν σε προλαβαίνω». Σιωπή. Μόνο βήματα γρήγορα κι ανάσες δύσκολες. «Το φεγγάρι, δες! Σε ξέρει με το όνομά σου. Θα νικήσουμε, ακούς;» Ησυχία. Τώρα εδώ σφίγγω τα δόντια για να βγαίνει η μέρα. Κάνω στα ψέματα πως γελώ να μην ξέρει κανείς πως πονάω.

Μου χρωστάς τόσες βόλτες γαμώτο! Εσύ με έμαθες να αγαπάω τις μηχανές, την ταχύτητα, το μαύρο και το κόκκινο χρώμα. Νύχτα ζεστή, ένα ποτάμι, δρόμος φαρδύς. «Κρατιέσαι καλά;» «Ναι, πάτα το γκάζι πιο πολύ. Κοίτα! Πετάμε!» Από εδώ και μπρος όλα τα άλογα θα τα φωνάζω «Ντάνυ» κι όταν τη σέλα θα καβαλάω, θα κοιτάω πάντα πίσω μου να σε δω. Θα ρωτάω, «Έτοιμος;» Θα τρέχει το άλογο και θα σου λέω «Κρατήσου γερά. Πετάμε!» Και κάθε που θα διασχίζω την εθνική οδό, θα ψάχνω πάντα τα ίχνη απ’ τις ρόδες σου, να περπατήσει η ψυχή μου εκεί που πάρκαρες για να φύγεις.

Θα ρωτάω τα πουλιά αν σε αντάμωσαν και θα ζητάω ένα μήνυμα να μου φέρουν. Τη μυρωδιά και τον ήχο σου. Ένα τραγούδι η φωνή σου. «Μωρέ μαραίνομαι ο καημένος. Μια μολυβιά που σβήνει». Θα σου δώσει χέρι ο Γιώργος να χορέψεις. Μήνας Νοέμβριος. Μία γέννηση και δύο θάνατοι. Αρχή και τέλος μαζί. Πώς να χωρέσει τόσος κόσμος στις μέρες του;

Κόλαση και παράδεισος και στη μέση εγώ. Αν από κάπου μας βλέπεις, έλα και άπλωσε τα χέρια σου γύρω μας και με τη δύναμη της ανάσας σου, δώσε μας λίγη απ’ τη ζωή που πήρες μαζί σου. Κι εγώ κάθε μέρα θα κοιτάω ψηλά μήπως και φανείς και θα φωνάζω στον ουρανό.

«Venceremos. Ακούς; Ηττηθήκαμε».

 

Μαρία Χρονιάρη - Sandhu

Νέο κείμενο στη στήλη μου "Οταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/spiritus-tha-pei-pneyma/

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

ΠΥΛΗ ΕΙΣΟΔΟΥ

 



Άρχισα να γράφω μην ξέροντας για τί θέλω να μιλήσω. Αποφάσισα να αφήσω τα δάκτυλα να χτυπούν στο πληκτρολόγιο, μόνα τους, ελεύθερα. Χωρίς τη δική μου επιρροή, χωρίς τη δική μου δύναμη πάνω στις λέξεις. Ίσως έτσι να είναι πιο καθαρά τα λόγια της ψυχής μου.

Παρατηρώ, ακούω, νιώθω, θυμάμαι και αποδέχομαι. Παρατηρώ, δεν ακούω, δεν νιώθω, δεν θυμάμαι, δεν θέλω να αποδεχτώ. Το μίσος, την κακία, τον θάνατο και τη φωνή του. Τα ερείπια που γύρω του αφήνει και το μέσα βάσανο, που ποτέ κανείς δεν θα το δει. Ποτέ κανείς δεν θα το ονομάσει με το πραγματικό του όνομα.

Περπατάω στον δρόμο ψάχνοντας ένα μέρος για να ξαποστάσω. Έχω ξεχάσει πόσες ώρες περπατάω και από πού ξεκίνησα. Κοιτάζω το ψηφιακό ρολόι που δένει στον καρπό μου, αυτό που μετράει τα βήματα. 37.824 έχουν εγγράψει στα αρχεία του σήμερα. Πού πήγα; Τι είδα και τι άφησα; Ποιες συναντήσεις κατέγραψε η ψυχή μου και ποιες το μυαλό μου κατήργησε;

Τι θα θυμάμαι από όλα αυτά και τι έχω ήδη ξεχάσει; Τα γεγονότα των ανθρώπων σκάνε επάνω στην καρδιά μου. Βόμβες κανονικές, πυρηνικές κεφαλές, σφαίρες άγνωστων μιλιμετρ και κάννης. Ποιος οπλίζει και ποιος λαβώνεται; Ποιος δικαιώνει τέτοιο αίμα και πίνοντάς το ζητάει εξιλέωση;

Οι γνωστές άγνωστες γλώσσες των ανθρώπων. Μια συνεχής βιβλική Βαβέλ να τους χωρίζει και να μεγαλώνει το τραύμα επ’ άπειρον. Κι αυτή η μία λέξη, η κοινή, που είναι γραμμένη πάντα στην κόρη των ματιών, σαν ανάξια να στέκει, και να φωνάζει και να οδύρεται, και να ματώνει πιότερο από κάθε ουλή στο σώμα.

Αγάπη τη λένε. Κι αδελφοσύνη. Και άνθρωπο. Όλα σε μία ενώνονται από καταβολής του κόσμου. Μα θα μου πεις, ποιος νοιάζεται; Ποιος είναι αυτός που την ακούει και ποιος κλείνει το στόμα της και τη γεμίζει δάκρυα και πόνο;   

Αναζητώ μια λύση όπως κι εσύ που τώρα με διαβάζεις. Γυρεύω να βρω μια πόρτα που θα αλλάζει διάσταση και θα οδηγεί σε έναν καλύτερο κόσμο. Να δώσω το σύνθημα και να σε πάρω μαζί μου. Κι εσύ να πάρεις έναν άλλον άνθρωπο, και όλοι να γίνουμε αλυσίδα και την πόρτα να περάσουμε. Αντί για κιβωτό ζητώ μια πόρτα. Που θα χωρέσει όλης της γης την καλοσύνη και το δίκαιο, και θα ενώσει αντί να κόψει.

Στον ουρανό το βλέμμα θέλησε να πάει και το άφησα. Κι είδα μια σκάλα κι ένα φως. Καθώς έκανα να φύγω σκόνταψα σε κάτι μεταλλικό και στιβαρό. Στα παπούτσια μου είχαν κολλήσει κάτι κλειδιά. Τα πήρα στα χέρια μου, χαμογέλασα και κατηφόρισα τον δρόμο.

Δεν ξέρω που θα φτάσω. Ούτε και πόσα βήματα θα γράψει το ρολόι μου. Θα σε συναντήσω όμως στη διαδρομή και θα στα δείξω. Έρχεσαι; 

 

Μαρία Χρονιάρη Sandhu


Νέο κείμενο στη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Διαβάστε κι εδώhttps://ologramma.art/pyli-eisodoy/


Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

ΦΑΙΝΟΜΑΙ(ΝΟ)

 


Συμβαίνουν τόσα πολλά ταυτόχρονα, που το μυαλό μου δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για να τα επεξεργαστεί. Να τα κατανοήσει. Να τα μπορέσει. Γύρω όλα είναι μια αδυσώπητη πραγματικότητα γεμάτη με μείον. Όλα έχουν μια αφαίρεση, λες και υπάρχουν μόνο γι' αυτή. Λες και ζουν για να λείπουν. Άλλες φορές χωρίς, πριν καν να υπάρξουν. Βουίζει το μέσα στο μυαλό μου. Η ουσία από την οποία είναι φτιαγμένο. Και με προκαλεί, με προσκαλεί να ουρλιάξω. Με παρακαλεί. Με προστάζει. Αλλά εγώ το στόμα μου κρατάω σφαλισμένο.

Με πείσμα. Με αυτό το πείσμα που σου δίνει η απόγνωση. Γιατί γνωρίζεις πως δεν θα ακουστείς. Φωτιές. Παντού φωτιές. Γύρω όλα μυρίζουν στάχτη και θάνατο. Το χρώμα έφυγε και άφησε στη θέση του την τρύπα του κενού. Της ζωής που ήταν μα έφυγε κι αυτή. Την φύγαμε. Εμείς. Κι ίσως κάποια στιγμή ξεχάσει να γυρίσει.

Κάθε μέρα ανοίγω τα μάτια μου και ξεδιπλώνω το ταβάνι μου. Έπειτα στρώνω έναν δικό μου ουρανό κι επάνω του καρφιτσώνω όλα τα μελλούμενα. Και τα κοιτάζω να ανθίζουν, να μεγαλώνουν, να γιγαντώνονται. Να απλώνουν και το σύμπαν να αγκαλιάζουν. Η δική μου πραγματικότητα έχει δύναμη. Τη δύναμη. Να αλλάξει, να μεταμορφώσει, να δημιουργήσει, και να δώσει πνοή σε ό,τι το εντός μου θέλει να ονοματίσει.

Θα καταργήσω λέξεις όπως έλλειψη, απελπισία, πόνος, καταστροφή. Στη θέση τους λουλούδια θα φυτέψω. Δέντρα και φως και θάλασσες. Νέα φωνήεντα θα ιδρύσω, να πολλαπλασιάζω τη χαρά και την ελπίδα.

 

Και κάθε νύχτα τις ευχές μου θα φυσάω στον Θεό, τόπο για να τις κάνει.

 

Μαρία Χρονιάρη Sandhu

Νέο κείμενο στη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/fainomai-no/

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΣΩΜΑ

 

Μερικές φορές στη ζωή είσαι και το πιόνι και η σκακιέρα. Πότε λευκό και πότε μαύρο. Πότε ο βασιλιάς και πότε το άλογο. Θέλει σοφία εσωτερική για να διακρίνεις κάθε φορά τον ρόλο σου. Να μπορείς να κινηθείς σωστά, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Δεν είναι όμως πάντα εύκολο. Εσύ διαλέγεις τον ρόλο σου; Κι αν όχι, ποιος; Κι εσύ γιατί τον αποδέχεσαι; Κι αν δεν τον αποδεχτείς, σε ποια χέρια θα τον αφήσεις; Είναι λιγότερο ή περισσότερο ασφαλή από τα δικά σου;

Μεγάλη υπόθεση τα χέρια. Σου, τους, των. Άλλοτε μικρά κι άλλοτε μεγάλα, με την ίδια δύναμη, με λιγότερη δύναμη, κοφτερά μακρινά ή κοφτερά αγαπημένα, δίκαια ή άδικα, λάθος ή σωστά, τα χέρια είναι πάντα εκεί.

Να σε τραβήξουν επάνω ή κάτω, να σε βγάλουν απέναντι ή να σε χάσουν. Κι όμως… Πάντα αυτά θέλουμε. Σε αυτά κατευθυνόμαστε για να ξεχάσουμε και να αγαπηθούμε. Για να κλάψουμε και να γιορτάσουμε. Σε χέρια γεννιόμαστε και σε χέρια πεθαίνουμε. Σε αναζήτηση των χεριών μια ζωή στη ζωή μας.

Τυχερός ο άνθρωπος που βρέθηκε από τη φωτεινή τους πλευρά. Που είδε μέσα τους το γέλιο και το χάραμα. Που δεν ένιωσε φόβο, πόνο, απόρριψη και πίκρα. Που τα χέρια δεν τον γέλασαν. Που μόνο του γελούσαν απέραντα και πάντα δικά.

Που τον κράτησαν γερά και τον συντρόφευσαν σε δρόμο ίσιο και σε βουνό. Που του τραγούδησαν, που έγιναν πρόσφορο να μεταλάβει κι από τις χούφτες τους δεν χανόταν νερό. Χέρια χάδι, χέρια βάλσαμο, χέρια αντοχή, χέρια αγκαλιά κι ανάσα, χέρια σφιχτά, χέρια ουρανός, χέρια ζωή και θάλασσα. Χέρια που όπου κι αν μπουν στη σκακιέρα, όποιο πιόνι κι αν είναι, δεν θα πληγώσουν ποτέ.

 

Γιατί στις ρίζες τους θα γεννιέται διαρκώς η φωνή της αγάπης.

 

Μαρία Χρονιάρη - Sandhu


Νέο κείμενο στη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma.art Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/prosforo-soma/

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

SHURUWAT

 


Στεκόταν ακλόνητα
στην ίδια θέση. Πέντε ώρες είχαν περάσει κι ωστόσο έμοιαζε ο χρόνος να έχει σταματήσει στην αποβίβαση. Μέσα στο πλήθος ξένη μα τόσο δική τους. Η ουρά όσο πήγαινε και λιγόστευε. Του είχε μιλήσει. Στην ίδια θέση κι εκείνος μα από την άλλη του τοίχου πλευρά. Μια κάρτα επιβίβασης στο χέρι της, θύμιζε από που ερχόταν. Όλα τα υπόλοιπα ήταν απλά γιορτή.

Όταν η πόρτα άνοιξε, ο νέος κόσμος που χρόνια την περίμενε για να φτάσει, άπλωσε τα χέρια του και την κλείδωσε μέσα. Ένα βλέμμα, μια αγκαλιά και μια κορδέλα στα μαλλιά της που έμεινε στο αεροδρόμιο, χνάρι παντοτινό της επιστροφής της. Στον δρόμο μόνο φωνή χωρίς λέξεις και χέρια ενωμένα στη διαπασών. Το μυστικό τους, η ζωή τους, η ένωση που ποτέ δεν είχε διασπαστεί. Ο Αδάμ έγινε από την Εύα.

Στις μέρες που ήρθαν ο χάρτης είχε κιόλας σχηματιστεί. Νευρώνες και μυελός ήταν έτοιμοι και η καρδιά σίγουρη από πάντα έγραφε το πεντάγραμμο της τώρα αρχής. Ποτέ άλλοτε το χρώμα δεν είχε τόσο φως. Ποτέ άλλοτε η νύχτα δεν είχε τόση λάμψη. Ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα στα σύννεφα. Ανάμεσα σε κουτιά κόκκινα και άσπρα σε μία φάρμα ώρα απόγευμα. Τη στιγμή που το τέλος του ήλιου σημαίνει μια νέα αρχή.

Τον κοίταζε στα μάτια όπως κοιτάς τα θαύματα. Αναγνώριζε τις φλέβες και τα σημεία. Θυμόταν τον τόπο, τον χρόνο, τη διαδρομή από την πηγή ως την πατρίδα. Του. Της. Όσο κι αν φαίνεται να αργεί, η ζωή φτάνει πάντα στην ώρα της. Ποτέ νωρίτερα ποτέ αργότερα. Έρχεται πάντα στο ακριβώς του χρόνου που της αναλογεί, για να είναι βέβαιη πως θα είσαι έτοιμος για να ζήσεις.

Στα πεζοδρόμια οι άνθρωποι αέρας που κυλά και τα αυτοκίνητα θάλασσα να κολυμπάει. Σε ένα καφέ μία ερώτηση ήταν αρκετή για να ακούσει μια ημερομηνία. Μια μέρα που το ρολόι έδειχνε 10 το πρωί, κάνανε κύκλους επτά επί δύο γύρω από την πύλη που τους περίμενε για να συμβεί. Μπροστά στο πλήθος που άγνωστο είχε βρεθεί ανάμεσά τους. Κόκκινες κλωστές δεμένες, ένα τούλι γύρω από τον λαιμό τους, ένας κόμπος τα χέρια τους, η ψυχή τους, το σώμα τους. Η μετάληψη τι όνομα έχει;

Την κοιτούσε όταν της υποσχέθηκε σε μια γλώσσα αρχαία και παντοτινή. Την κοιτούσε όταν το αιώνιο πέρασε στο δάχτυλό της, στο δάχτυλό του. Όταν τα μάτια γνωρίζουν, όταν η φωνή έρχεται από χιλιάδες έτη φωτός μακριά για να σε συναντήσει, όταν οι αριθμοί δείχνουν πάντα πως όλα γίνονται αρκεί να είσαι εκεί. Να περιμένεις, να συγχωρείς, να θυμάσαι, να πιστεύεις, να αγαπάς.

Δύο χώρες, δύο πατρίδες, ένας άνθρωπος. Ποτέ χωρίς. Ποτέ πίσω. Μόνο δρόμος εμπρός ανοιχτός και ορίζοντας να καταγράφει τη γη τους. Μάρτυρες της εδώ παρουσίας τους, το αποτύπωμα γνώσης μέσα από ήχους, βιβλία, εικόνες και σύμβολα. Κρατάει στις παλάμες της το μέλλον του χρόνου. Κρατάει στις παλάμες του τον ίδιο ερχομό.

Η απλότητα και το μεγαλείο της αγάπης. Το χέρι σου στο δικό μου.

 

Μαρία Χρονιάρη

Νέο κείμενο στη στήλη μου "Όταν ο λ'υκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Δείτε εδώ: https://ologramma.art/shuruwat/

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

BRAHMAAND

 



Είδα τα πράγματα να συμβαίνουν ραγδαία. Ο κόσμος έγινε από γυαλί. Από νερό και άμμο. Για να θυμίζει πάντα το πόσο εύθραυστοι είμαστε. Πόσο το ελάχιστο δημιουργεί το πολύ. Τον πήρα στα χέρια μου και τον έσπασα. Ήθελα έναν άλλο, καινούριο. Κοίταζα τα έκθαμβα μάτια τους, καθώς είχαν γύρω μου συγκεντρωθεί και προσπαθούσαν να καταλάβουν. Άλλοι γυρνούσαν το κεφάλι με αποστροφή, άλλοι με απορία, κάποιοι έβαλαν τα κλάματα, και ήταν κι εκείνοι που απλά μια λέξη επαναλάμβαναν.

Περίμεναν με αγωνία μία απάντηση από εμένα. Κάτι που να δικαιολογεί όχι την πράξη μου αλλά τον τρόμο τους. Όχι το ύστερα αλλά το πριν. Όχι εμένα αλλά εκείνους. Κι εγώ το στόμα μου δεν άνοιγα παρά μονάχα έδειχνα με το δάκτυλο τον φωτισμένο δρόμο.

Τα χέρια τους έπεφταν απ’ τους ώμους τους σαν πληγωμένα. Σαν έρημα και μόνα, δίχως κορμί να υποστηρίζει τις κινήσεις τους. Τα πόδια τους είχαν πλεγμένα σύρματα που έφταναν ως τις φλέβες. Τις διαπερνούσαν μα αίμα δεν έτρεχε. Ήταν καλώδια που καμία παροχή ρεύματος δεν ήταν ικανή να τους ενεργοποιήσει.

Κι όλοι με κοίταζαν, με κοίταζαν… Κι εγώ όλο έδειχνα, μα κανείς εκεί που έδειχνα δεν ακολουθούσε. Κάποιος με ρώτησε, «γιατί»; Ένας άλλος μου είπε, «τι έφταιξε»; Μια γυναίκα με χείλη πικρά και άγονα μού φώναξε «διψάω! μα εσύ τολμάς να πιείς νερό».

Παρατηρούσα τις λέξεις και τα σημεία τους, τους κρότους και όλες τις λάμψεις. Έβλεπα να χάνονται από μπροστά μου τα χρόνια και τα τραγούδια τους, κι εγώ στεκόμουν ακίνητη. Ακλόνητα βέβαιη για την απόφασή μου. Η ζωή μου χτυπούσε μέσα μου. Η ζωή μου χτυπούσε γύρω μου. Η ζωή μου έκανε τα πάντα για να ζήσει.

Ήμουν αυτά που δεν τολμούσαν να κάνουν. Ήμουν αυτά που δεν μπορούσαν να ονειρευτούν. Ήμουν αυτά που δεν μπορούσαν να φτάσουν. Είμαι αυτά που ποτέ δεν φοβήθηκα. Έστριψα προς το μέρος σου. Περίμενες καιρό να αναπνεύσω. Βάδισα σταθερά και σε έφτασα. Φόρεσες το γέλιο μου και ντύθηκα τη δική σου πατρίδα.

Είδα τα πράγματα να συμβαίνουν ραγδαία. Ο κόσμος έγινε από γυαλί. Τον πήρα στα χέρια μου και τον έσπασα. Κι έπειτα φύσηξα δυνατά κι εξαφανίστηκα.

 

Μαρία  Χρονιάρη


Νέο κείμενο στη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/brahmaand/

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

απουσιάΖΩντας

 


Τα βήματά τους ακούγονταν από μακριά. Έμοιαζαν με σάλπισμα από χιλιάδες στρατιώτες την ώρα της μάχης. Δεν ξέρω γιατί, μα πάντα ο ήχος της σάλπιγγας γεννούσε μέσα μου άγονους πολέμους. Έφτασαν έξω από την πόρτα μου. Κρατώντας το χερούλι σφιχτά αλλά και με μια απίστευτη δύναμη βεβαιότητας, την άνοιξα. Και τους είδα.

Με κοιτούσαν με τα σφαλιστά μάτια τους. Το πρόσωπό τους μουντό, χωρίς ίχνος. Η αύρα τους ανέδυε μια μυρωδιά μαύρου. Σαπίλα, απομόνωση, γκρεμός. Απ’ τα μαλλιά τους κρέμονταν άδεια κλαδιά μισοφαγωμένα από άγνωστη αρρώστια. Καμμιά καλοσύνη δεν είχε ενδημήσει ποτέ μέσα τους.

Το μόνιμα ψεύτικο χαμόγελό τους, έταζε μια παράφορη ανάγκη να υπάρξουν. Θα υπήρχαν μέσα απ’ όποιον τους αναγνώριζε. Μέσα από αυτόν που θα ονομάτιζε τη γενιά τους. Τα άδεια χέρια τους έφερναν τα σημάδια από γοτθικούς τάφους και σε κάθε τους κίνηση και μια ιστορία φυγής κι εγκατάλειψης.

Κάποτε προσπάθησαν να αγαπήσουν. Να νιώσουν τη ζέστη της ζωής που απέρριπταν. Ό,τι είσαι, το κουβαλάς. Ό,τι κουβαλάς, σχεδόν είσαι. Τους έβλεπα να γεννιούνται και να πεθαίνουν ανά ζωές· ανά διαστήματα γέννας, με καρφωμένο πάντοτε στο μυαλό τους το γράμμα της σήψης.

Όταν μιλούσαν, κρεμόταν απ’ τα δόντια τους ένα μόνιμο σφάλμα. Ήταν το λάθος της όρασης. Το λάθος του πλήθους, το λάθος της αφής των στιγμών. Κι εγώ ακόμη τους έβλεπα. Στεκόμουν βουβή απέναντί τους με τον αγέρωχο πόνο μου. Προσβεβλημένη από το μικρόβιο της αγάπης, απ’ την ασθένεια ζωής.

Βουβή κι ακίνητη μπροστά σ’ αυτούς. Τους κατά φαντασίαν ανθρώπους.

 

Μαρία Χρονιάρη

 

Νέο κείμενο στη στήλη μου " Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Site Ologramma. Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/apoysiazontas/?fbclid=IwAR1G7I40B_nenBrmkgQ2D9ETkBoYaXH2B0IXkgoqeT1qSAa3WKhFZPi9RSE

 

 

 

 

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

ΑΠΟΚΟΛΛΗΣΗ

 


Περπάταγαν μόνοι μέσα στο πλήθος. Ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς τη γνώση της γνωριμίας τους. Όλα επάνω τους ήταν κοινά. Ακόμη κι όταν δεν μοιράζονταν τον ίδιο δρόμο, κατέληγαν πάντα στην ίδια στροφή.

Μια μέρα, έτσι απροσδόκητα, την είδε να κοιτάει έξω απ’ το παράθυρο. Πόσο καιρό ήταν εκεί; Γιατί ποτέ πριν δεν είχε σηκώσει το βλέμμα του σ’ εκείνο το παράθυρο; Τότε ακριβώς τον είδε κι εκείνη. Κοιτάζονταν δίχως να μιλούν κάθε μέρα, την ίδια ώρα, απ’ την ίδια θέση. Ένα ιδιότυπο ραντεβού χωρίς φωνή. Υπήρχαν μόνο τ’ αποτυπώματα των ματιών τους.

Ο δρόμος είχε γίνει το μέρος που ζούσαν την ιστορία τους. Ένα βράδυ έσπρωξε με βιασύνη την πόρτα του μπαρ και την είδε να στέκεται στα απέναντι σκαλοπάτια. Τον πλησίασε, του πρόσφερε ένα τσιγάρο και βουβά μα πλάι πλάι περπάταγαν.

Δίχως να το αντιληφθούν είχαν φτάσει στη θάλασσα. «Θες να πετάξουμε πέτρες;» τον ρώτησε. Εκείνος σήκωσε την πρώτη και την έβαλε μέσα στη χούφτα της. Μία πέτρα για κάθε χαμένο όνειρο. Για κάθε στιγμή που δεν είδαν. Για κάθε ανάμνηση που μοιράστηκαν χωρίς κανείς τους να την μιλήσει.

Οι μήνες που ήρθαν τους βρήκαν μαζί. Ζούσαν στο σήμερα, κουβαλώντας στους πόρους τους τις ρωγμές απ’ το χθες. Με μια βελόνα και μία κλωστή, έραβαν ο ένας στο σώμα του άλλου τις ανοιχτές πληγές του. Κι όταν τελείωναν έσβηναν το φως, αφήνοντας πάντα ανοιχτό το παράθυρο, για να μπαίνει στο δωμάτιο ο δρόμος.

Συγχρονισμένοι και με προσήλωση ζούσαν μέσα στον κόσμο μα έξω απ’ αυτόν. Μόνοι μαζί με την αλήθεια τους. Όταν βρίσκεις το σώμα που θα αφήσεις την ψυχή σου όλα αλλάζουν ρυθμό. Γίνονται αυτόματα μια μελωδία που δε χωράει σε κανένα πεντάγραμμο. Κι η ζωή τους κυλούσε χωρίς να ρωτά, δίχως να περιμένει.

Τη μέρα που αποφάσισαν να περπατήσουν ξανά προς τη θάλασσα, μια οχλοβοή τράβηξε την προσοχή τους. Άνθρωποι έτρεχαν εξαγριωμένοι προς όλες τις κατευθύνσεις, φωνάζοντας και κλαίγοντας˙ μαζεμένοι σε παρέες πάλευαν με οργή και λύσσα πρωτόγνωρη.

Βημάτισαν γρήγορα τρομαγμένοι πίσω στο σπίτι. Ένιωσαν πως τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ήταν επιτακτική ανάγκη να μη χάσουν την επαφή τους. Άρχισαν με μανία να αγγίζονται, να χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον, να αλληλοδαγκώνουν τις σάρκες τους καθώς μυρίζονταν. Ήταν ο τρόπος τους να νιώσουν μέσα τους ακόμη ζωντανοί. Να επισφραγίσουν το όλον της ύπαρξής τους. Όταν ο κόσμος γύρω σου αλλάζει, χρειάζεσαι πάντα ένα σημείο αναφοράς, να σου θυμίζει ποιος είσαι, τι έκανες. Να μη σε αφήσει να ξεχάσεις πως εσύ είσαι ο τόπος σου.

Σιγά σιγά οι δρόμοι ερήμωσαν, σαν ποτέ να μην τους είχε κανείς περπατήσει. Οι φωνές των ανθρώπων σίγησαν, σαν ποτέ να μην είχαν μιλήσει, κι ένα κρύο απλώθηκε σα μυρωδιά πάνω απ’ την πόλη. Σαν αρρώστια που δεν τη γιάτρεψε κανείς.

Εκείνοι έχοντας πια χάσει σταδιακά όλες τις αισθήσεις τους εκτός της αφής, ξάπλωσαν στο κρεβάτι τους. Ελεύθεροι από τα δεσμά της μνήμης που γεννάει η όσφρηση και η γεύση, από τον πόνο που φέρνει η ακοή κι απ’ τον μεγάλο φόβο που δίνει στα μάτια σου η όραση.

Αγκαλιασμένοι στο γεμάτο σκοτάδι τους, έγλειφαν ο ένας τα δάκρυα του άλλου, και με τις άκρες των δαχτύλων τους αναγνώριζαν το σώμα και τα ταξίδια του. Πιο μόνοι από κάθε άλλη φορά, πιο μαζί απ’ όσο ποτέ υπήρξαν. Κι ίσως για πρώτη φορά, και οι δύο, έμαθαν να αφήνονται στην αγάπη.

Έχοντας χάσει οριστικά όλες τις πανοπλίες τους.


Μ. Χρονιάρη


Νέο κείμενο στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο "Ologramma", στη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ". 

Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/apokollisi/


Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ


Ήταν ο ήχος της φωνής που πρώτα αναγνώρισα. Το γρέζι εκείνο που έβγαινε απ’ τα έγκατα και ανοιχτό και ολόκληρο απλωνόταν, σπάζοντας κάθε τοίχο του σπιτιού. Και άκουγα τη θλίψη μου να δραπετεύει μέσα από τα συρτάρια και τις ντουλάπες του· μέσα από πίνακες, βιβλία, φωτογραφίες. Να διαχέεται και να απομακρύνεται, όπως απομακρύνονται τα τρένα απ’ τους σταθμούς. Τη νύχτα εκείνη μέτρησα χίλια βήματα μέσα μου να γεννιούνται.

Τα πράγματα συμβαίνουν όταν νομίζεις πως τίποτε άλλο δεν μένει να συμβεί. Ερήμην όλα να γυρνούν αέναα στον χώρο, ως να έρθουν να σε βρουν και να σε αγγίξουν. Ήταν ο ήχος της φωνής που πρώτα αναγνώρισα. Μετά ήρθαν τα μάτια. Λάδι από κυπαρίσσι και μυρωδιά από φως που ετοιμάζεται να βρέξει. Τα κοίταζα για να μπορέσω να τα μάθω. Να σπάσω το προστατευτικό τους τζάμι και στον πυρήνα τους να εισχωρήσω. Μα όλο χαμήλωναν τα βλέφαρα κι όλο φυσούσα για να ανοίξουν.

Και ο χρόνος πέρναγε και οι μήνες, μα εγώ τον ήχο της φωνής τον κράταγα στα αεροπλάνα που ανέβαινα. Στον λαιμό μου τον κάρφωνα και στο πάτωμα, για να απορροφάω τους κραδασμούς του. Να νιώθω την ανάγκη του, να χάνεται μαζί μου. Κι ύστερα ήρθαν τα δάχτυλα. Τα χέρια σου στα δικά μου. Ένα βουνό και μια σελήνη μόνο για μένα, σαν γάτα να κουρνιάζει επάνω μου. Μία πλατεία, μια εκκλησία, μία γιορτή.

Ομίχλη, υγρασία, και μία πόλη σαν τη νύχτα φωτεινή, να καταγράφει από το σώμα τη σκιά. Κι όλο να παύει η αναμονή σου. Λευκές καρέκλες σε χώρο μνήμης από πάντα κοινό. Σαν χάρτης, σαν πυξίδα. Σουηδία – Βιέννη – Ελβετία να ξεδιπλώνονται μπροστά μας κι εγώ να λέω, «μόνο τον ήχο σου αναγνωρίζω, μόνο τον ήχο σου».

Στις μέρες που θα έρθουν να με κρατάς· να με πετάς ψηλά κι έπειτα θάλασσα να ανοίγεις να με πιάνεις. Κι εγώ τις νύχτες θα σε οδηγώ στον πόλεμο, που θα έχει πάντα νικητή μόνο τον ήχο της φωνής σου.

Και θα σε εδράζω μέσα μου.

 

Μαρία Χρονιάρη

Νέο κείμενο στην στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ολόγραμμα. Δείτε κι εδώ:https://ologramma.art/themeliosi/ 

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Μονωδία








Σε κοιτώ μέσα από τις σκονισμένες φωτογραφίες στους τοίχους, μέσα από τα παλιά βιβλία που έχουν φτιάξει στο δωμάτιο ουρανό, μέσα από τις λέξεις που γράφονται στα κουδούνια των δρόμων, μέσα στα ονόματα που κανένα δεν έχει τον δικό σου τον ήχο, στα περίπτερα όταν οι εφημερίδες σαν πρώτη είδηση γράφουν τον θάνατο μίας ακόμη μέρας,

σε κοιτώ στους καθρέφτες των δρόμων, στις σπασμένες τζαμαρίες κάθε εμπορικής συναλλαγής, σε μιλώ σε όλες τις γλώσσες που δεν έμαθα, σε κάθε στίχο που μου μοιάζει, μέσα στα ψέματα που μου λες και σου ζητώ να τα πάρεις πίσω όμως ποτέ δεν σταματάς,

σε κοιτώ μέσα στα όχι και τα ναι, να προσπαθείς να σώσεις μια πραγματικότητα, να βυθίζεσαι μαζί με τις κιμωλίες που δεν έγραψα σε μαυροπίνακα σχολείου, στους καθρέφτες των αυτοκινήτων που έσπασα χθες βράδυ και σε κάθε μηχανή που μου υπόσχεται μια βόλτα, καλοκαίρι καιρό, στα μαλλιά μου που μαύρισαν για να κάνουν αντίθεση με την ξανθιά μου ψυχή,

σε κοιτώ στην κόρη των ματιών μου που δεν είναι η κόρη μου, στα πρώτα βήματα του γιου μου που θέλει να σε πει μπαμπά όμως βάζει τα κλάματα, στα στενά δρομάκια των νησιών, στις πλατείες, στα πανηγύρια των εορτών κάθε αγίου που μυρίζει θάνατο, στις παραλίες των βουνών, σε κάθε γκρεμό μέσα στο πράσινο των φάρων χειμώνα, να μιλάς με τον Καζαντζάκη για την άνοιξη,

σε κοιτώ στα παραμύθια που έγραψα, σ' εκείνα που μου είπαν, σ' αυτά που έζησα μια ζωή δίχως αύριο, στις γλάστρες που φύτεψα την τυχερή καρδιά που έκοψα παράνομα καθώς περνούσα από εκείνη την παλιά πολυκατοικία που έπαιζες κυνηγητό.

Κοιτάω, μιλάω, ακούω, πονάω, σωπαίνω και κλέβω, τις λέξεις κρατάω καλά μυστικό για να τις τραγουδήσω σε άλλη πατρίδα. Φορώντας μια μπλούζα λευκή για την ιστορία της αποκατάστασης, που θα κάνει τα χέρια μου να μην τρέμουν κάθε φορά που θα γράφω για μνήμη.


Μαρία Χρονιάρη

Νέο κείμενο στην στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ολόγραμμα. Δείτε κι εδώ:https://ologramma.art/monodia/?fbclid=IwAR1CcaYVflsEDHCRyldXDJDEL4UKpRMaM6nVbqsDIAGfOpUk5hcr_A-JO34


Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Στέφαν - ει




Θέλω να σας μιλήσω γι’ αυτή την γυναίκα. Με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Με τα βλέφαρα γεμάτα ρυτίδες στα 24 χρόνια της. Για την κραυγή, που στάζει ασταμάτητα από την ίριδα κάθε που σε κοιτάει, και για τα άδεια από φροντίδα χέρια της.

Θέλω να σας μιλήσω για το χαμόγελο που όλο γερνάει στο στόμα της, χωμάτινο, άνυδρο και κρυωμένο. Οι ρωγμές στα χείλη της μαρτυρούν την ανάγκη για φίλημα. Λίγη βροχή να πέσει επάνω τους, να σωθούνε. Απ’ την πληγή, απ’ την ματαίωση, από την αχρηστία της ύπαρξης. Το σώμα της είναι φαρδύ κι ανήλιαγο και μόνιμα θλιμμένο. Δεν ξέρει τι να κάνει την τόση αναπνοή.

Αν πλησιάσεις, διακρίνεις πάντα το συρματόπλεγμα, και στις ματωμένες γωνίες του κίτρινα αγκάθια έχουν φυτρώσει. Τα ρούχα της  - πάντα στο χρώμα του μπλε - μου θυμίζουν νερό που έχει πάψει να ρέει. Στην λευκή καρέκλα της τα κενά απ’ τις ενώσεις, θαρρείς πως έγιναν για να δραπετεύσει. Μα δεν γυρίζει ποτέ να τα δει. Μόνο κοιτάει παράταιρα και όλο κάτι σφυρίζει.

Την ακούω συνέχεια να λέει το ίδιο τραγούδι· σαν να μιλάει στα πουλιά και να ζητάει να φτάσουν. Έχω την αίσθηση πως μόνο περιμένει. Τα πάντα. Κι όλο φοβάται να τα δεχτεί. Οι τρύπες απ’ τα παπούτσια της όσο πάνε και μεγαλώνουν. Παράξενο για έναν άνθρωπο που ποτέ δεν κουνιέται. Κι εκείνη να κάνει πως δεν το γνωρίζει, μην τυχόν χρειαστεί να κλάψει, γι’ αυτά που αφήνει και πάντα της φεύγουν.

Έχει ομίχλη ο ουρανός και στο βουνό εδώ και μέρες συνέχεια βρέχει. Μα δεν μοιάζει να την ενοχλεί. Στέκομαι μπροστά της, δείχνοντας με το δάχτυλο το απέναντι σπίτι στο δάσος. Ακολουθεί με το κεφάλι της την φορά απ’ το χέρι μου, όμως λίγο πριν φτάσει το βλέμμα της, σφίγγει με πόνο τα μάτια.

Μια λέξη πνίγεται στο λαρύγγι μου και με κάνει να βήχω. Βήχω τόσο πολύ, που η ανάσα μου κόβεται και στο τέλος λιποθυμώ. Νιώθω μια ζέστη να με περπατάει. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω γύρω μου ένα χαλί από λέξεις. Όμως δεν είναι δικές μου. Τις σχηματίζουν τα νύχια της που το δέρμα μου γραντζουνάνε. Χαμογελάω κι ακίνητη την κοιτώ.

Άρχισε να σουρουπώνει. Ανοίγει το στόμα της και σχηματίζει με την φωνή της έναν αλλόκοτο ήχο. Ένα κοράκι πετάει κοντά της και με τα πόδια του τα μαλλιά της αγγίζει. «Είναι η φωλιά του», μου λέει. «Εδώ γεννήθηκε και εδώ θα πεθάνει». Κι ύστερα αίφνης έγινε ολόκληρη ένα μαύρο πουλί.

Ήθελα να σας πω γι’ αυτή την γυναίκα κι αλήθεια προσπάθησα. Μα δεν ξέρω αν η ψυχή σας κατάλαβε, για ποιόν καθρέφτη από όλους σας μιλούσα.

Μαρία Χρονιάρη


Νέο κείμενο στην στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ologramma. Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/stefan-ei/?fbclid=IwAR07gTR69HWogKqgpVvtMiQWIj5eszkXgzn5BhSciTsKsMoVokWTusutrjg

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

ΠΑΤΡΙΔΑ





Είναι μια χώρα που γεννιέται στο δωμάτιο. Αναδύεται από τα σπλάχνα του μάρμαρου και πιάνεται από τα έπιπλα και τους τοίχους. Γαντζώνεται επάνω στα χέρια και τα πόδια μου, μπλέκεται στα μαλλιά μου και στην γλώσσα μου καίγεται, γεμίζοντάς την με αλάτι. Γίνεται νερό που αχόρταγα πίνω, που περνάει στις φλέβες και τα αιμοφόρα αγγεία μου, ρίχνοντας φως στις κεντρικές μου αρτηρίες, καθώς στερεώνεται στα τρίσβαθα της ψυχής μου.

Στο ταβάνι μου χτίζει τον ουρανό της αγκαλιάζοντας όλα τα σύννεφα, και συμπυκνώνει τον αέρα μου σε θερμοκρασία ηφαιστείου. Νιώθω τη σιωπή της να βαθαίνει τις λέξεις μου και να τις κάνει να τρέμουν. Να δαγκώνει τα σύμφωνα διαιρώντας κάθε φωνήεν. Την μοναξιά μου να γδέρνει και να σκοτώνει την εξορία της. Να γονατίζει τους πόνους μου και να τους κάνει να σπάνε.

Είναι μια χώρα που αλλάζει το δωμάτιο. Γραντζουνάει τα τζάμια μου και χορεύει με τις κουρτίνες. Τις μέρες μου οργανώνει με ζάχαρη και γεύσεις από σοκολάτα, και τις νύχτες ρίχνεται στον γκρεμό με τα χέρια ορθάνοιχτα για να τρομάζει το τέλος. Την ταΐζω στο στόμα με μικρές μπουκιές και γλείφω γύρω απ’ τα χείλη της, για να προλάβω την ζωή της.

Έχει σώμα, φωνή και όνομα. Έχει δίψα για θαύματα και δεν φοβάται να χάσει. Στην φωτιά γιγαντώνεται και από μέσα μου βγαίνει, δυνατή και γενναία. Έχει μάτια από κυπαρίσσι και η μυρωδιά από τα χρόνια της, μου δείχνει μόνο τον δρόμο. Την κοιτάζω να έρχεται, να μεγαλώνει στον χώρο και να αγκαλιάζει το αόρατο, παίρνοντάς με μαζί της.

Δεν δειλιάζει στα τραύματα και τις ουλές μου χαϊδεύει με φροντίδα που μένει. Κι εγώ, για όλα αυτά ως αντίδωρο, δένω σφιχτά στον λαιμό μου τον σταυρό απ’ τους πόνους της.

Και της ορκίζομαι την ζωή μου.


Μαρία Χρονιάρη


Νέο κείμενο στην στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Magazino Ologramma. Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/patrida/?fbclid=IwAR2OL1tiAf7OOSZ12m4IzMWBmPJtC-1npui3v5EziQN-C-blRJCBNeLEPLk

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Θέλγ-εισί




Η επιθυμία έχει σώμα, φωνή και όνομα. Μάτια κόκκινα απ’ την αϋπνία και χείλη δαγκωμένα απ’ τη φωτιά. Τις νύχτες κάνει τα σεντόνια να ιδρώνουν και το πρωί σκίζει τα αποτυπώματα που έμειναν καρφωμένα. Η επιθυμία είναι λέξεις και άρωμα. Είναι μάτια που σε θερίζουν και χέρια που σε κρατούν. Έχει νύχια που ξεσκίζουν τη σάρκα σου κι ύστερα την φτύνει για να την γεννήσει ξανά.

Είναι νερό που σε πνίγει και χάνεσαι, μόνο για να σε σώσει. Ξεγυμνώνει τα λάθη σου και σε αφήνει εκτεθειμένο στο φως. Η επιθυμία είναι αίμα και σίδερο. Κάνει τις φλέβες σου να λυγίζουν και ρουφάει το οξυγόνο σου για να σε δει να πονάς. Κρατάει τσίλιες την άνοιξη και τον χειμώνα πέφτει και καίγεται, φτάνει να της μιλήσεις.

Σε γκρεμούς γκρεμίζεται να σπαρταράει το κορμί σου και μετά ανασταίνεται, για να την δεις να πεθαίνει. Σε τυλίγει σαν θάλασσα και σαν έρημος χάνεται, αχανής και γενναία. Κι όταν δεν την κοιτάς, καταστρώνει το μέλλον σου σε τοπία πνιγμένα. Σε πετάει ψηλά και σε πιάνει. Σου ορμάει με δύναμη και δαγκώνει με λύσσα.

Σπάει όλα τα σύνορα, ανατινάζει βουνά, και με οργή πυρώνει το μέσα σου, όταν αρνείσαι να την αγγίξεις. Σε χλευάζει όταν δεν την δέχεσαι και ξαπλώνει δίπλα σου όταν κλαις και λυπάσαι. Η επιθυμία είναι όαση και η ειρωνεία της αλήθειας πως εσύ την ορίζεις. Μανιασμένα μακριά τρέχει όταν την ψάχνεις και επιστρέφει στα γόνατα να ζητήσει συγγνώμη.

Ξέρει να γδέρνει τη γλώσσα σου και να τρυπάει την καρδιά σου. Είναι καρφί και σταυρός και μαρτύριο. Είναι η θέωση και η πληγή της. Γραπώνεται πάνω σου και τα κοντέρ μηδενίζει. Ο παραβάτης νόμος σου, η φυλακή σου και τα κλειδιά της. Είναι η γεύση, το φιλί και το όνειρο.

Είναι μόνο εσύ. Και η αναπνοή μου που κόβεται κάθε που καίω μαζί σου.

Μαρία Χρονιάρη

Κείμενο από την στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ" στο Πολιτιστικό Magazino Ologramma. Δείτε κι εδώ: https://ologramma.art/thelg-eisi/?fbclid=IwAR0SChtFZw_ZOxPbXmuq3tfG3WQmsn2pqb0bLAoTlk4Q1WnuqWX6354aKPw

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

ΧΡΥΣΑΥΓΗ



Τις τελευταίες μέρες, απασχολεί τα χέρια μου μια πεπρωμένη φυγή. Όσο κάνω πως δεν υπάρχει, τόσο εφευρίσκει τρόπους για να με κάνει να την κρατώ. Διεκδικεί το δικαίωμα της ύπαρξής της, ζητώντας μου να την ακολουθήσω.

Στον δρόμο οι άνθρωποι από γυαλί φτιαγμένοι, αν τους φυσήξω θα διαλυθούν. Στα πρόσωπά τους, τα χαραγμένα χρόνια τους, θυμίζουν πέτρα σκαλισμένη απ’ το κύμα. Όπως περπατούν, αφήνουν πίσω τους μια αύρα στάχτης και οι κινήσεις τους προδίδουν σταθερή έλλειψη αγάπης.

Μια κουμπωμένη ψυχή θαρρείς και τους οδηγεί και καθορίζει τον τρόπο τους. Τους κοιτάζω για ώρα, μήπως μπορέσω να αποκωδικοποιήσω τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τις πληγές τους. Μήπως και δω τον κόσμο τους και καταλάβω τι νιώθουν. Όμως κανείς δεν κοιτάει τα μάτια μου. Δείχνουν να τα φοβούνται. Μα εγώ πιστά, δεν χαμηλώνω το βλέμμα.

Συνεχίζω την προσπάθεια να διαρρήξω τα ρολά και να βάλω στην καρδιά τους το χέρι μου· να τους ξυπνήσω, να τους αφυπνίσω. Να τους φωνάξω πως τώρα ζωή, εδώ ζωή. Ύστερα κι αύριο δεν ξέρεις. Μα εκείνοι επιμένουν να μην κοιτούν και αν κάποιος κοιτά, να μη βλέπει.

Στον ουρανό τα σύννεφα το ένα δίπλα στο άλλο, μοιάζουν με χορωδία· μια σειρά φιλαρμονικής. Μελωδία νερού και αέρα να ποτίζει τη γη. Να δυναμώνει τις ρίζες για να ανθίσει το μέλλον τους. Περπατάω με βήμα αργό και προσεκτικά, μην τυχόν και πληγώσω το χώμα. Μην και γίνω η αιτία να χαθεί η αναπνοή. Για να μην χρεωθώ ένα σφάλμα του κόσμου. Δεν αντέχω στο σώμα μου άλλη πρόσθεση βάρους. Μία ακόμη ενοχή για μια λάθος απόφαση.

Πλησιάζω στο κατώφλι της πόρτας. Στο σπίτι μου κατοικεί η γεύση από γιασεμί. Στο δεξί μου χέρι κρατάω ακόμη τα παπούτσια μου και με το αριστερό, βάζω στην πόρτα το κλειδί. Παίρνω βαθιά αναπνοή και μπαίνω. Ποτέ ξανά δεν έχω υπάρξει πιο σίγουρη, γι’ αυτό το πρώτο βήμα.

Δεν υπάρχει νομοτέλεια όταν μιλάς για ψυχή.


Μαρία Χρονιάρη


Κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ολόγραμμα. Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/chrysaygi/

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΝΑ ΟΛΟΝ ΨΥΧΗΣ




Σε περιμένω σε κάθε γωνιά, σε κάθε πλατεία, σε κάθε τώρα, σε κάθε αύριο, σε όλα τα μετά κι ό,τι υπάρχει ενδιάμεσα, στις νύχτες που περιμένουν στη σειρά για να μη φοβούνται τα όνειρα, στα πλακόστρωτα των νησιών που ποτέ δεν πήγα, στους δρόμους που τώρα φτιάχνονται και στις αλήθειες που ζωγραφίζονται στους τοίχους,

στα φιλιά των εραστών πριν υποκύψουν στον πόνο, σε όλες τις νότες στα λυπημένα τραγούδια σου, στα χρώματα που είναι όλα μαύρο, στο λευκό που τυφλώνει την ψυχή, σε όλα τα γράμματα που ζουν στα βιβλία μου, μέσα στα μάτια των παιδιών που με κοιτούν με απορία ψάχνοντας λόγους για την απουσία σου, στις παρυφές της λύπης,

στα χαρακώματα της αγάπης, στα σεντόνια που κοιμηθήκαμε κι έχω ξεχάσει τις μέρες μου, στις αϋπνίες των φωνών που διψούν κάθε βράδυ, μες στις χιλιάδες των ανθρώπων που περπατούν στα πεζοδρόμια και σε κάθε βλέμμα στα φεγγάρια που λείπεις, σε κάθε σιωπή που ντύνεται αύριο, σε όλες τις γλώσσες που μιλούν στην πληγή, μα και σ’ εκείνες που γιατρεύουν τον πόνο, σε όλα τα χέρια που κρατούν αγκαλιές και σε όσα έχασαν και πενθήσαν στο μόνο,

στα ουρλιαχτά των λύκων μου και στις σπονδές της Εκάτης, στα μισά των διαδρομών και στις λακκούβες του κόσμου, σε κάθε μέρα που ξημερώνει και μου στερεί τη φωνή σου, μες στις κλειστές αίθουσες των σφαγείων, στα εισιτήρια των πλοίων που ταξιδέψαμε, στον κόκκινο αναπτήρα σου που ανάβω τσιγάρο, στα κατεβασμένα ρολά μου, στις φωτογραφίες που βγάλαμε και στις αντοχές της χαράς σου, 

στα αεροπλάνα που ανέβηκα για να σε βρω και σε όλα εκείνα που πήρες για να έρθεις, σε κάθε θάλασσα που κολυμπήσαμε και σε όσες βρίσκονται στης γης τον χάρτη, στους εφιάλτες σου που σε ξυπνούσανε και σε όσα κάναμε κι είπες «θυμάμαι», στις ζωγραφιές των πλανόδιων και στα τετράδια που γράφεις,

στα κλειδιά του σπιτιού μας, στο ζαρωμένο σου πουκάμισο, στη σκόνη που έγραψες τα ονόματά μας και στα χαρτιά σου που άφησες στο βρεγμένο γραφείο, σε ό,τι κοιτώ, σε ό,τι υπάρχει, σε ό,τι μου πήρες και σε ό,τι έδωσες, σε κάθε πόρτα, σε κάθε οδό, σε κάθε διεύθυνση που χτυπάνε κουδούνια, σε κάθε γέλιο μου που χρωστάω στη σκιά σου, στις υποσχέσεις σου ώρα μεσάνυχτα και στα ρολόγια που ποτέ δεν γυρνάνε,

σε περιμένω στο εδώ, στο αλλού, στο εκεί, στο παντού, στο σκοτάδι, στο φως, στο πρωί και στο βράδυ, στο εχθές και στο αύριο, μέσα στο πριν και στο έπειτα, στο ποτέ χωρίς και στο μόνο μαζί, μέσα σε όλους τους μήνες, μέσα σε όλα τα χρόνια, στον ουρανό και στα κύματα, σε κατοικώ, με κατοικείς, σε γεννάω, σε χωράω, σε είσαι εγώ, σε είμαι εσύ, σε έρχομαι, με έρχεσαι,

σε ε σ έ ν α ε μ έ ν α  σε έ ν α , σε μόνο όλον, εμείς.


Μαρία Χρονιάρη

Νέο κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Ologramma.  Διαβάστε κι εδώ: https://ologramma.art/ena-olon-psychis/






Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΙ




Θέλω να έρθω να σε βρω. Να σου διηγηθώ ξανά την ιστορία με άλλα λόγια. Να δεις πως η αλήθεια, δεν είναι λέξη που τη φόρεσες και πας. Πως είναι πράξη και ριζώνει. Είναι καθρέφτης που όταν σπάσει, σκίζει τα κόκκαλα και τρώει το μεδούλι. Είναι καημός, που άμα τον ζεις, λυγίζουν οι ώμοι σου και πέφτει το κορμί σου.

Να σου μιλήσω και να πω, ότι οι άνθρωποι είναι τόποι. Είναι ιστορία γέννησης, που μέσα της ανθίζει ξανά, στην επανάληψη ο χρόνος της ζωής. Μα εσύ δεν ξέρεις να μετράς και όλο χάνεις. Οι άνθρωποι είναι αγάπη κι όνειρα και θάλασσες. Άλλες φορές θλιμμένα σπίτια και κάποιες άλλες, ουρανός να ζωγραφίζεις. Μα εσύ δεν ξέρεις από χρώματα, ούτε και από ουρανό κι όλο μικραίνεις και κλειδώνεσαι.

Να μάθεις πια πως οι άνθρωποι, γίνονται  χάδι και αγκαλιά. Τα χέρια ανοίγουν, μέσα σε κλείνουνε κι όλο σε σφίγγουν να μην χαθείς. Δίνουν το σώμα τους τροφή σαν αγαπούν κι όλο το αίμα τους, αν τύχει και ραγίσεις. Μα εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς, ούτε να νοιάζεσαι. Μόνο δαγκώνεις συνεχώς το χέρι που έρχεται, ψωμί να σε ταΐσει.

Θέλω να έρθω να σε βρω. Να βάλω μπρος στα μάτια σου τον κόσμο που παγώνεις. Να δεις, πως είναι να πονάς και να αλυχτά η ψυχή σου. Να τρέχει απ’ τα μάτια σου στάλες ο ωκεανός κι απόρριψη να δέχεσαι σαν η φωνή σου σπάει. Μα εσύ δεν ξέρεις από γιατρικά κι ούτε γνωρίζεις από τραύμα. Μονάχα τις λεπίδες σου, ξέρεις να ακονίζεις.

Στρέφω τα μάτια στον ορίζοντα. Μοιάζει να γέρασε δειλά η νύχτα απόψε· μοιάζει με φόρεμα που έχει ξηλωθεί. Ψάχνω να βρω που είναι η άκρη της, μήπως και σώσω κάτι από τη λάμψη του φευγιού της. Να την κρατήσω όσο μπορώ κι ένα νανούρισμα να πω να μην τρομάζει.

Στον άδειο δρόμο, περπατάει ένα σκυλί. Τα βήματά του απαλά, λιγνά, σαν να φοβάται μην πληγώσει το οδόστρωμα. Βάζω στη θέση του τον εαυτό μου, μα ύστερα συλλογίζομαι πως μάλλον το αδικώ.

Η μοναξιά είναι χώρος πληγής. Είναι σιγή και στεναγμός κι όλο θεριεύει αν την ποτίζεις. Θέλω να έρθω να σε βρω. Να σου διηγηθώ την ιστορία με άλλα λόγια, μα μετανιώνω και σιωπώ.

Γιατί είναι μάταιο κανείς να αγαπάει την πέτρα.

Μαρία Χρονιάρη


Κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Site Ολόγραμμα

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ




Ήρθε μια νύχτα ανόμοια απόψε. Έσβησα το φως στο δωμάτιο κι έστρεψα το κεφάλι μου στο ρολόι του τοίχου, που εδώ και δώδεκα χρόνια, οι λεπτοδείκτες του έχουν σταματήσει σε μια ορισμένη ώρα. Είναι πάντα έξι παρά τέταρτο. Όμως ποτέ δεν αποφασίζω, αν η ώρα αυτή αντιστοιχεί στο απόγευμα ή στις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Αυτή η μη απόφαση, με βοηθάει να ξέρω πως ό,τι και αν γίνει, εγώ θα καθορίσω τον χρόνο του. Άρα και τη ζωή μου μέσα σε αυτόν.

Ευθεία από το παράθυρο, εκτείνεται ο δρόμος μακρύς σαν θάλασσα. Έχει αρχίσει να βρέχει και η αντανάκλαση από τα φώτα του δήμου, δημιουργεί εξώκοσμα σύμπαντα στις λακκούβες που η βροχή σχηματίζει. Κλείνω τα μάτια, να νιώσω μέσα μου τη μουσική που ρέει από τις σταγόνες.

Στο κεφάλι μου βουίζουν οι σκέψεις μου. Προσπαθώ να τις απομονώσω, μα καθίσταται μάταιο. Σμήνη από λέξεις σχηματίζουν προτάσεις που παλεύω να απαρνηθώ. Προτάσεις που μου ανήκουν, που μου μιλούν την αλήθεια μου, που μου δείχνουν αυτή την πορεία που βαθιά μου θέλω να δω. Λέξεις που έχουν ριζώσει επάνω μου κι αποκαλύπτονται τώρα, που είχα αποφασίσει να αλλάξω. Τώρα, που όλα έμοιαζαν πως είχαν πλέον τελειώσει.

Ασυναίσθητα ψάχνω στην τσάντα μου αναζητώντας τσιγάρα, αλλά θυμάμαι μετά πως δεν είμαι καπνίστρια. Αυτή την ώρα λυπάμαι γι’ αυτό. Η βροχή πέφτει με μεγαλύτερη ορμή κι όλη αυτή η δύναμη, θαρρείς περνά από μέσα μου και πονά την καρδιά μου. Αναλογίζομαι, πόσες φορές πίστεψα στις καλές προθέσεις. Πόσες έπεισα τον εαυτό μου για την καλοσύνη των γύρω μου, για την αλήθεια στις σκέψεις και τις πράξεις τους. Πόσες φορές έπνιξα μέσα μου την πληγή και πόσες, ενώ άκουγα το ψέμα που δεν έλεγαν, ζητούσα απ’ τη φωνή μου να πάψει. Μέτρησα χρόνια και μέρες και νύχτες· είδα να αλλάζουν μπροστά μου οι εποχές, να μεγαλώνω, να μικραίνουν, να χάνονται. Αναπόφευκτο τίμημα μίας πράξης δειλής.

Σε θυμήθηκα να μου λες, πως δεν αλλάζουν οι άνθρωποι και σαν να ήσουν εδώ, κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Το νερό του ουρανού συνεχίζει να τρέχει, η νύχτα ξανά γιγαντώνεται μέσα μου και τυλίγομαι γύρω απ’ τον εαυτό μου, σε μια προσπάθεια να ζεσταθώ. Γυρνώ  πάλι το βλέμμα μου προς το ρολόι. Νιώθω μια ευγνωμοσύνη απέναντι στους λεπτοδείκτες του. Μου παρέχουν την ελευθερία να αποφασίσω. 

Στα απέναντι κτίρια βραδιάζει πάντα νωρίτερα· δεν γνωρίζω γιατί.

Μαρία Χρονιάρη


Κείμενο από τη νέα μόνιμη στήλη μου " Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Site Ολόγραμμα. Διαβάστε κι εδώ: