Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

 


Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται τον κόσμο και υπάρχουν βιβλία που τον ανακλούν. Το νέο βιβλίο του Κωνσταντίνου Σύρμου, η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Το Ταβάνι στο χιόνι» που κυκλοφορεί από τις εκδ. Βακχικόν, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν περιγράφει τη ζωή, την αντικρίζει. Κάθε μικρό του διήγημα μοιάζει με καθρέφτη που μέσα του το βλέμμα του ανθρώπου συναντά τον ίδιο του τον εαυτό. Η γλώσσα γίνεται μέσο αποκάλυψης, όχι αφήγησης. Ο Σύρμος δεν γράφει πεζογραφία με τη συνηθισμένη έννοια. Είναι ποιητής που επιλέγει τον πεζό λόγο για να εμβαθύνει στα άρρητα. Έτσι γεννιέται το ιδιαίτερο είδος του, το υπαρξιακό «νάνο» διήγημα, μια νέα μορφή πεζού στοχασμού που συνδυάζει τη συνειδησιακή ένταση της ποίησης με τη διαύγεια του αφηγηματικού λόγου.

Η γλώσσα του Κωνσταντίνου Σύρμου είναι δωρική. Αποφεύγει τη συναισθηματική υπερβολή και κρατά το βλέμμα σταθερό πάνω στο τραύμα. Οι λέξεις του κοφτές, ουσιώδεις, ρητές. Η σιωπή που αφήνει ανάμεσα στις φράσεις, λειτουργεί ως εσωτερική ηχώ. Στον χώρο αυτόν, της εσωτερικής ηχούς, ο αναγνώστης είναι συμμέτοχος και αυτή η συμμετοχή είναι που κάνει το βιβλίο υπαρξιακά σπουδαίο. Γιατί δεν σε οδηγεί στη λύση, αλλά στην αυτοπαρατήρηση.

Στον κόσμο του Σύρμου, κάθε ήρωας όπως ο καθηγητής, ο ποιητής, ο συγγραφέας, ο νεκρός, δεν είναι χαρακτήρας, αλλά είναι όψη του ίδιου βλέμματος. Η συλλογή εξελίσσεται σαν ψυχογράφημα που κοιτάζει τον εαυτό του από διαφορετικές γωνίες. Ο συγγραφέας δεν εξομολογείται. Καθρεφτίζεται. Γι’ αυτό και τα διηγήματά του έχουν ψυχαναλυτικό βάθος.

Αξίζει να σταθούμε και στην συμβολή της εικαστικού Ειρήνης Σταματίας Δασκαλάκη. Ανάμεσα στα διηγήματα, παρεμβάλλονται σκίτσα της όχι ως διακοσμητικά διαλείμματα, αλλά ως συνειδητές επεκτάσεις του κειμένου. Η εικαστικός συνομιλεί άμεσα με τον λόγο του συγγραφέα, δημιουργώντας μια διακειμενικότητα εικόνας και λόγου, που σπάνια συναντάται σε σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Η παρουσία της Δασκαλάκη επιτρέπει στο βιβλίο να αποκτήσει μια δεύτερη, εικαστική φωνή, ενισχύοντας τον ψυχαναλυτικό του χαρακτήρα.

Στην «Ακρίδα», ένα απλό έντομο μετατρέπεται σε καθρέφτη της ανθρώπινης φοβίας. Ο αφηγητής δεν τρομάζει από την ακρίδα αλλά από το βλέμμα της. Από το γεγονός ότι εκείνη του το επιστρέφει κατάματα. Ο συγγραφέας εδώ ουσιαστικά και πολύ «έξυπνα» περιγράφει την πιο λιτή παραβολή για τον μηχανισμό του φόβου: δεν είναι ποτέ έξω από εμάς και κατοικεί στην ίδια την πράξη της παρατήρησης.

Η «Φρενίτιδα», με τον καθηγητή που εύχεται στους φοιτητές του την καταστροφή των ονείρων τους, δεν είναι ειρωνεία. Είναι αναστροφή της υποκρισίας. Ο άνθρωπος αυτός δεν μισεί τους νέους. Μισεί το ψεύδος της ελπίδας. Ο Κωνσταντίνος Σύρμος εδώ θίγει ένα από τα καίρια θέματα της εποχής. Την κόπωση της συνείδησης. Η φρενίτιδα γίνεται πράξη λύτρωσης, μια απελπισμένη προσπάθεια να σωθεί κανείς από την ψευδαίσθηση του νοήματος.

Στο διήγημα με τίτλο «Ο Ποιητής», ένας γέρος καίει τα ποιήματά του, δηλώνοντας: «Τα ποιήματά μου είναι νεκρά, παίρνουν στη στάχτη τους τον πόνο.» Αυτή η σκηνή συμπυκνώνει την αισθητική και υπαρξιακή θεώρηση του Σύρμου. Η τέχνη δεν είναι επίδειξη. Είναι μέσο κάθαρσης. Η καταστροφή των ποιημάτων γίνεται μια μυστική πράξη αυτοθεραπείας. Ο ποιητής δεν αποκηρύσσει την τέχνη, την επιστρέφει στη φωτιά, απ’ όπου προήλθε.

Πιο κάτω στο βιβλίο του και συγκεκριμένα στο διήγημα «Ο συγγραφέας», το χειρόγραφο που καίγεται, λειτουργεί σαν αντίστροφη δημιουργία. Εδώ ο Κωνσταντίνος Σύρμος ακουμπά τον πυρήνα της φιλοσοφίας του Καμύ. Την ιδέα πως ο άνθρωπος σώζεται μόνο όταν παραιτείται από την ανάγκη να σωθεί. Η φλόγα δεν είναι καταστροφή, είναι λύτρωση από το βάρος της φιλοδοξίας. Εδώ η γραφή του Σύρμου μοιάζει με συνειδητή αυτοπυρπόληση, όχι της ύλης αλλά του Εγώ.

Στο κείμενο «Λέξη», όπου ο συγγραφέας αυτοκτονεί επειδή του ζητούν να αφαιρέσει μία λέξη, προκειμένου το βιβλίο του να εκδοθεί, συμπυκνώνεται η πίστη του Σύρμου στη γλωσσική αλήθεια. Η λέξη δεν είναι εργαλείο, είναι σώμα. Αν την αφαιρέσεις, αφαιρείς ένα κομμάτι της ψυχής που την έγραψε. Ο Κωνσταντίνος Σύρμος ουσιαστικά μας υπενθυμίζει ότι κάθε πρόταση που ένας συγγραφέας γράφει, είναι πράξη ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη.

Το «Χι», κλείνει τη συλλογή με ένα γράμμα που γίνεται σύμβολο. Δύο γραμμές που τέμνονται. Η κάθετη της θέλησης και η οριζόντια της μνήμης. Το σημείο τομής τους είναι η ανθρώπινη ύπαρξη, εκεί όπου το παρελθόν και το παρόν, το φως και η σκιά, συναντιούνται. Το «Χι» δεν είναι απλώς ένα τελευταίο διήγημα. Είναι ο καθρέφτης όλου του βιβλίου.

Με το «Ταβάνι στο χιόνι», ο Κωνσταντίνος Σύρμος προσφέρει στην ελληνική λογοτεχνία μια νέα εκδοχή του πεζού υπαρξισμού. Όπως ο Επαμεινώνδας Γονατάς αποκάλυψε το παράλογο μέσα από το όνειρο και ο Φερνάντο Πεσσόα τη θλίψη μέσα από τη σκέψη, έτσι κι ο Σύρμος φέρνει τη σιωπή ως μορφή γραφής, ως τρόπο θέασης. Γράφει για να φωτίσει αυτό που μένει αθέατο: τη στιγμή που ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του να τον κοιτά. Στο «Ταβάνι στο χιόνι», η λογοτεχνία επιστρέφει στην πρωταρχική της λειτουργία, δηλαδή να δείχνει τον άνθρωπο απέναντι στο άπειρο, με μόνη άμυνα τη φωνή του.

Και όταν αυτή η φωνή σωπάσει, μένει ο καθρέφτης. Εκεί όπου ο αναγνώστης βλέπει όχι τον συγγραφέα, αλλά την ίδια του τη συνείδηση.

 

Μαρία Χρονιάρη, Ποιήτρια

Η κριτική δημοσιεύτηκε στο Πολιτιστικό Site Paspartou: Δείτε κι εδώ: https://paspartou.gr/maria-hroniari/i-poiisi-toy-esoterikoy-blemmatos?fbclid=IwY2xjawOiMjJleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEesVa_RhTB_YRzsxLN79qRrMmMrvQ0kh2EoGyWk5PurJce45mCsbpkchvjuNk_aem_8sMtPNx5ys3dlfLN64PPGQ

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

ΠΡΑΤΤΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ


Κατά τον δαίμονα εαυτού, λέξεις και νύξεις. Φράσεις ζωής ολοκληρωτικά καθολικής κι ανείπωτης. Μιας πραγματικότητας απροσπέλαστης στα μάτια των άλλων. Στο βιβλίο αυτό, το υποκείμενο ως θέμα αναφοράς του λόγου,  είναι πάντα παρόν στην απουσία του. Μια καταλυτική αλήθεια προσφοράς στη ζωή, μέσα από ώρες ενδοσκόπησης  προς την πλευρά του θανάτου. Που όμως τίκτει. Κυοφορεί μια ανελέητη μέρα.

Ο τρόπος που ο Σταύρος Σταυρόπουλος προσλαμβάνει τον κόσμο, είναι πάντα ένα πρίσμα, κάτω από το οποίο οι διαθλάσεις φωτός εξηγούν πόση ενέργεια σπαταλήθηκε μες στα χαλάσματα της ζωής που δεν είναι άλλη, από εκείνη που διαφεύγει από το βλέμμα των πολλών, για να καταλήξει όμως ως οδηγός, στα ίδια εκείνα μάτια.

Τα οράματα σαν από πάντα έτοιμα να υποδεχτούν την στιγμή. Πρωτοποριακός και ποτέ κοινότυπος, με γλώσσα σαφή, γράφει περιγράφοντας τις μικρές καθημερινές στιγμές, με τρόπο λυρικό μες στην πεζότροπη φόρμα του. Ξανασυστήνει την ποίηση ως στοιχείο ψυχής του ανθρώπου. Ως μια εσωτερική φωνή συνείδησης.

Λόγος σταθερά αναγεννησιακός με την βεβαιότητα της λέξης καρφωμένη στη σελίδα σαν κοπίδι. Αρθρωμένος  με την γνώση της όρασης. Μιλά τις λέξεις, κάνοντάς τες να συμβούν. Για να δείξει τις διαστάσεις της έννοιας που έχουν οι σκέψεις. Γιατί οι λέξεις στη γραφή του συμβαίνουν. Γεγονότα ψυχής, «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου».

Η γραφή δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Είναι μια διαρκής κατάσταση επαναλαμβανόμενης ρήξης με τον εαυτό μας, με την προοπτική της ζωής που υπάρχει κι αυτής που έπεται. Μια γέννα στιγμών που ζουν τόσο όσο κι η ίδια η στιγμή. Κι αυτό ο Σταύρος Σταυρόπουλος το γνωρίζει καλά.
Για τούτο τον λόγο και τα κείμενά του παραμένουν αθάνατα ρήγματα πλεύσης προς έναν κόσμο διαφορετικής υφής κι αντίληψης. Γιατί ό,τι σε σκοτώνει σε γεννά. Γιατί η σιωπή φωνάζει σταθερά αύριο. Γιατί «μας σωπαίνω εδώ».

Γιατί πάντα μόνο Κατά τον δαίμονα εαυτού.


Μαρία Χρονιάρη Ιούλιος 2015

(Η κριτική του βιβλίου δημοσιεύθηκε στο ηλ. περιοδικό πολιτισμού "Ο αναγνώστης")

Διαβάστε κι εδώ:

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

ΠΕΖΟΤΡΟΠΗ ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ιδιότυπη και μινιμαλιστική μαγεία το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», κατά την άποψή μου, είναι μια άκρως ρεαλιστική μυθ -ιστορία τόσο σφιχτά δεμένης πλοκής, που από την πρώτη στιγμή, νιώθεις να έλκεσαι από έναν μαγνήτη και να παραδίνεσαι σ΄ αυτόν χωρίς καμία αντίσταση.
Άλλωστε ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γνωρίζει πολύ καλά πώς να κάνει τις λέξεις να γράφονται, συμπυκνώνοντας την συνείδησή τους, κατά τη γνωστή ρήση του Γιώργου Χειμωνά.
Μιλά έναν κρυπτικό λόγο, που ακόμα κι οι απλές λέξεις που χρησιμοποιεί, μοιάζει να κοιτούν απ΄ την κλειδαρότρυπα. Η ζωή της γραφής του, είναι ταυτόσημη με την ζωή της ζωής του. Ίσως γι΄ αυτό ο ίδιος στο κεφάλαιο 41 επισημαίνει : «Δεν γράφω πια. Γράφομαι.»

Η χαρακτηριστικά πεζότροπη ποιητικότητα της γραφής του ή και το ανάποδο, η πύκνωση του πεζού λόγου του σε τέτοιο βαθμό που να αγγίζει το ποίημα, και κυρίως ο τρόπος με τον οποίον τα δυο αυτά ιδιώματα, της πεζογραφίας και της ποίησης, ανακατεύονται ιδιοσυγκρασιακά μεταξύ τους, δημιουργεί ένα τρίτο, σταθερό και συμπαγές, κάτι ανάμεσα, τόσο μεστό και τόσο αβέβαια σίγουρο για τον εαυτό του, που επωφελείται από τις δυνατότητες του ενός, απαλλασσόμενο συγχρόνως από τις αδυναμίες του άλλου. Αυτό είναι φυσικά αντιληπτό και στην στήλη του στην «Ελευθεροτυπία», Νύχτα είναι, θα περάσει, όπου όλα τα είδη συγχωνεύονται, διατηρώντας όμως εν θερμώ την μοναδικότητα της μορφής τους.
Κι είναι καλύτερα έτσι, γιατί εκτός του ότι επιτρέπεται στο κείμενο να αυτονομηθεί και να αναπνεύσει, μας δίνεται με εντελώς ανοιχτό ορίζοντα η ευκαιρία να το αντιμετωπίσουμε καθαρά ως γοητεία της λογοτεχνίας των ιδεών.

Στο μυθιστόρημά του ξεκινά συστήνοντάς μας τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του. Τέσσερις χαρακτήρες: «Εγώ», «Εσύ», «Αυτό», και το «Άλλο». Σιγά σιγά, το «αυτό» και το «άλλο» αρχίζουν να αποκτούν μεγαλύτερη υπόσταση, και τούτο γιατί μεταξύ του «εγώ» και του «εσύ» υπήρξε το «άλλο» και γεννήθηκε το «αυτό». Εκείνο όμως που λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη για τη δημιουργία του «αυτό» στο τέλος απομονώνεται από τον συγγραφέα με καταλυτικό τρόπο. Απομακρύνεται δε τόσο, ώστε να τον προβληματίζει ως προς το αν ποτέ υπήρξε και πότε. Αυτό που αναμετράται σε τούτο το βιβλίο, είναι κυρίως η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο «εγώ» και το «αυτό» με την επιβλητική όμως μεσολάβηση ενός «εσύ», που αντί να ενώνει, χωρίζει.

Ο τίτλος του βιβλίου προσδιορίζει σχεδόν αυτόματα την πεποίθηση του συγγραφέα πως ο έρωτας υπάρχει και είναι ίσως η άλλη όψη ενός παγωμένου συναισθήματος, μιας κι απ’ την αρχή αναγνωρίζει πως στο τέλος θα εξοντωθούμε απ΄ αυτό.
Σχεδόν όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί τι γίνεται, ποια παράξενη χημική αντίδραση συμβαίνει και στη θέαση ενός «εσύ», «εγώ» αυτόματα νιώθω το «άλλο» και μη μπορώντας να το προσδιορίσω ακριβώς το ονομάζω έρωτα.
Κατά την γνώμη μου, ο έρωτας αποτελεί απλώς την απάντηση στην αντιστροφή ενός ρήματος. Στην ερώτηση λοιπόν: «Τι είναι έρωτας;» , θα έπρεπε να απαντάμε: «Ρωτάς, ε;»

Ξεκινώντας το αποσπασματικό μυθιστόρημα του Σταύρου Σταυρόπουλου, γίνεται σαφέστατη από την αρχή η αγωνία του στην θέαση του τέλους. Το παρομοιάζει με την λήξη της σχολικής χρονιάς και το κάψιμο των σελίδων στα μαθητικά τετράδια, που τις θάβει στο προαύλιο, μη δίνοντας σε κανέναν τη δυνατότητα να πληροφορηθεί το τέλος μιας «αδημοσίευτης σχέσης».

Καταθέτοντας τις απόψεις του για τον έρωτα, εν είδει αφοπλιστικών σπαραγμάτων - τον αληθινό, όπως σπεύδει να υπογραμμίσει – δημιουργεί την αίσθηση μιας εποχής.
Ένα «καλοκαίρι χωρίς ντροπή» το οποίο όμως, καθώς φεύγει, δίνει τη σκυτάλη στον χειμώνα του «εσύ», όσο κι αν ο ίδιος θέλει να διατηρήσει το ηλιόλουστο τοπίο.
Έτσι, σιγά-σιγά μπροστά στα μάτια του, αρχίζει να εκτυλίσσεται – ας μου επιτραπεί η λέξη – η τραγωδία του τέλους, όπου το έτερο πρόσωπο αποδομείται τόσο φανερά και απομυθοποιείται τόσο, ώστε φτάνει να μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ εκείνο που ήταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κεφάλαιο 21, όπου ο τρόπος της κατάρρευσης «είναι μεταδοτικός», στο κεφάλαιο 25, όπου προσπαθεί να σώσει κάτι από την αποδόμηση, λέγοντας πως «οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν καταργώντας ο ένας τον άλλον», ώσπου τελικά αναγκάζεται να αποδεχτεί την απομυθοποίηση στο κεφάλαιο 38 με την φράση-διαπίστωση: «δεν έμοιαζες καθόλου πια με σένα.»

Έχοντας ως αφετηρία αυτή την διακρίβωση, προσπαθεί να προχωρήσει, συναντώντας αρκετές δυσκολίες: Με τη σκέψη ενός καρφιού ως σημείου μιας μόνιμης εγκατάστασης, εκτίοντας ποινές, με την ανάγκη του να παλέψει για να συγκρατήσει τα κομμάτια που κάποτε αποτελούσαν το «εσύ», με την επιθυμία να μπορούσε με ταχυδακτυλουργικό τρόπο να φτάσει στον τελικό προορισμό του: Να κάνει το «εσύ» να έρθει.
Από τη στιγμή όμως που εμφανίζεται το «αυτό» - ίσως το κυρίαρχο πρόσωπο του βιβλίου -, τα σύννεφα αρχίζουν να μετατρέπονται σ’ ένα ουράνιο τόξο με γεύση, να αναδύουν μια μυρωδιά, μια νέα ελπίδα ζωής, που όμως « χάθηκε κάποτε στη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης». Να γεννούν ξανά έναν έρωτα διαφορετικής υπόστασης και σημασίας. Με τη θέληση της δημιουργίας ενός κόσμου φωτεινού, γεμάτου ήλιους, χωρίς την εύκολη διέξοδο μιας σκοτεινής, παραχωρημένης νίκης.

Ο συγγραφέας – αφηγητής επινοεί μια γλώσσα μυστική με το «αυτό», γλώσσα ουσιαστικής κι έντονα ψυχικής επικοινωνίας. Όμως ξανά σε τούτο το σημείο παρεμβαίνει το «εσύ», που μ’ ένα καθοριστικό τρόπο, οδηγεί τον ήρωα πίσω στη μοναξιά της έλλειψης. Αυτό είναι πλήρως ευδιάκριτο στο κεφάλαιο 83 που συμπυκνώνεται σε τρεις μόνο προτάσεις : «Χάθηκα μέσα σ΄ ένα σινεμά. Έβγαλα δυο εισιτήρια αλλά ήμουν μόνος.»
Έτσι, τοποθετεί τον έρωτα στους ακρωτηριασμούς της νύχτας, αναγκάζει τον εαυτό του να δεχτεί πολλά, στον τόπο της εκτέλεσης δένει εκείνος τα μάτια του δήμιου, ορίζει το πένθος ως συνώνυμο της απουσίας, θυμάται να βγάζει τις νύχτες τον Αύγουστο απ΄την πρίζα, φτιάχνει ποιήματα και καταπίνει τον κόσμο σε μικρές μπουκιές. Για να τον προσφέρει ως τροφή ελπίδας αλλαγής, στο στόμα ενός μικρού παιδιού.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος βλέπει το ΕγώΕσύΕμείς – παρ’ όλο που χωρούν το ένα μέσα στο άλλο, σαν βαγόνια του ίδιου σιδηροδρομικού συρμού - με την ίδια ευκολία να εξορίζονται το ένα από το άλλο και καταλήγει: «Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.»
Είναι μια εμβληματική φράση αυτή, από τις πολλές που υπάρχουν στο βιβλίο, που αποκαλύπτει το μέγεθος της επινοημένης αλήθειας του έρωτα.

Όταν μια σκάλα οδηγεί προς τα κάτω, νιώθεις μια εσωτερική υποχρέωση να αντιστρέψεις την πορεία της. Κυριαρχεί η αγωνία να αποκατασταθεί η τάξη μέσα σου. Σαν να πρέπει όλα να ακολουθήσουν συγκεκριμένη πορεία για να μπορέσουν να υπάρξουν.
Ο Σταυρόπουλος βρίσκει αυτή την πορεία, με ένα μοναδικά αθέατο τρόπο. Με μια ιδιότυπη και μινιμαλιστική μαγεία. Έχει ένα προσωπικό στίγμα που σε αιχμαλωτίζει. Γιατί ξέρει. Και γιατί «τον έχουν διαπράξει», όπως ο ίδιος ομολογεί σε τρομακτικό τόνο στο κεφάλαιο 45. Ένα κεφάλαιο – τρεις λέξεις - που από μόνο του μπορεί να χαρακτηρίσει όλα τα προηγούμενα κι επόμενα του βιβλίου.


Μαρία Χρονιάρη
Περιοδ. Κουκούτσι, τχ. 4
Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2011