Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

6ος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

 



Η Βιβλιοθήκη Σπάρτου Αιτωλοακαρνανίας, διοργανώνει τον 6ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΙΗΣΗΣ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή, αποστέλλοντας (3) τρία ποιήματα, (ελεύθερο θέμα), που δεν έχουν εκδοθεί σε ποιητική συλλογή, (σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο.

Οι συμμετοχές αποστέλλονται στο E-mail της Βιβλιοθήκης Σπάρτου: vivliothikispartou@gmail.com

Η αποστολή των συμμετοχών, πρέπει να γίνεται από E-mail που ΔΕΝ φαίνονται τα πραγματικά στοιχεία του διαγωνιζόμενου, τα οποία θα αποστέλλονται σε δεύτερο ξεχωριστό αρχείο, στο πρώτο αρχείο θα υπάρχουν τα τρία ποιήματα και το ψευδώνυμο του διαγωνιζόμενου από 3/2/2024 έως 5/4/2024.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι όροι του διαγωνισμού πρέπει να τηρούνται με ακρίβεια, για να μην υπάρχουν αποκλεισμοί συμμετοχών. Ο διαγωνισμός θα έχει τρεις φάσεις. Στην πρώτη φάση, η κριτική επιτροπή, αποτελείται από την φιλόλογο Νικολέττα Τζουμερκιώτη, και τον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης, με επικεφαλής την φιλόλογο Λευκοθέα Κακαρούνα, θα επιλέξει τις (50) πενήντα, καλύτερες συμμετοχές.

Στην δεύτερη φάση η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού, αποτελείται με αλφαβητική σειρά:

1. Βασιλείου - Πέτσα Βέρα

Ποιήτρια - Στιχουργός

2. Δάγλας Γιώργος

Εκδότης - Ποιητής

3. Παπακωνσταντίνου Ηλίας

Ποιητής - Στιχουργός - Συγγραφέας

4. Χριστιά Βαρβάρα

Ποιήτρια

5. Χρονιάρη Μαρία

Ποιήτρια

 

Τα μέλη της δεύτερης κριτικής επιτροπής, θα μελετήσουν τα ποιήματα των πενήντα πρώτων συμμετοχών και θα αποστείλουν στην Βιβλιοθήκη Σπάρτου, ο καθένας ξεχωριστά, την πρώτη δεκάδα της επιλογής του. Στην τελευταία φάση του διαγωνισμού, η εθελοντική ομάδα, που είναι υπεύθυνη για τη λειτουργία της Βιβλιοθήκης Σπάρτου Αιτωλοακαρνανίας και προεδρεύει του πανελλήνιου διαγωνισμού ποίησης, θα βγάλει τα τελικά αποτελέσματα. Επικεφαλής της ομάδας του 6ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης, θα είναι η Εικαστικός και Ποιήτρια Μαρία Σταμάτη.

Τα αποτελέσματα, θα δημοσιευτούν στα τέλη Ιουλίου και οι νικητές θα ενημερωθούν τηλεφωνικώς ή ηλεκτρονικώς. Στους νικητές του διαγωνισμού ποίησης, θα δοθούν (3) βραβεία και (5) τιμητικοί έπαινοι. Η Βιβλιοθήκη Σπάρτου θα εκδώσει ποιήματα των βραβευμένων, των τιμηθέντων και των διακριθέντων του διαγωνισμού, (50 συμμετοχές), σε συλλεκτική Ανθολογία, προς το τέλος της χρονιάς.

Τα ποιήματα των συμμετοχών δεν επιστρέφονται.

 Δείτε κι εδώ: https://vivliothikispartou.blogspot.com/?fbclid=IwAR07hBPAoBPo7T7RWyFMyBUuWtTkoulxxeUv-1tGq1b03S04EhYtBYZUjVs

 

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ - Meet The Godess Of Wealth In A Cave. Vlog 3

Στην Ινδία όλα είναι πνευματικότητα. Πριν λίγες μέρες  αποτίσσαμε φόρο τιμής στη Θεά του Πλούτου και της Αφθονίας, Laxmi - Λάξμι. Μια Θεότητα πολύ μυστικιστική όπως και όλες οι Ινδουιστικές Θεότητες, ανεξαρτήτως γένους.

Η Θεά Laxmi προσφέρει Πλούτο και Αφθονία όχι μόνο στα υλικά αγαθά, αλλά και σε μέγιστο πνευματικό επίπεδο. Ανοίγει τους εσωτερικούς σου δρόμους αλλά και τους δρόμους της ζωής σου. Το προσκύνημά μας το κατέγραψε ο Dhieyo με την κάμερα και σας το παρουσιάζει μέσα από το κανάλι του στο βίντεο που σας παραθέτω.

Ελάτε μαζί μας κι εύχομαι η Θεά να σας δώσει όλα τα καλά στη ζωή σας, για τη ζωή σας, σε αφθονία! Για περισσότερα και ενδιαφέροντα βίντεο κάνετε την εγγραφή σας στο κανάλι του Dhieyo.  



Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020



"Πεποίθησή μου είναι πως η ζωή και η αγάπη, δεν μας αφαιρούν ποτέ τίποτα που να μην μπορούμε να το πάρουμε πίσω. Κάθε χρονιά που φεύγει μας αφήνει με δώρα - ακόμη κι όταν όλα φαίνονται πως δεν είναι ακριβώς έτσι. Μας αφήνει με μαθήματα ζωής και αγάπης, για να τα αξιοποιήσουμε στο μέτρο του δυνατού στον χρόνο που θα έρθει.

Το 2020 το αγαπάω από τώρα γιατί είναι στρογγυλό και ολόκληρο. Εύχομαι σε όλους μας να είμαστε ολόκληροι μέσα μας, γεμάτοι με αρμονία και γαλήνη. Ισορροπία για να πέφτουμε όσο μπορούμε λιγότερο, μα κι αν αυτό συμβεί, να βρίσκουμε χέρια να μας σηκώσουν όσες φορές κι αν χρειαστεί.

Εύχομαι υγεία και τύχη και δύναμη. Να έχουμε καλοσύνη και χέρια ανοιχτά, για να προσφέρουμε σε συνανθρώπους μας που το έχουν ανάγκη. Να αγκαλιάζουμε και να χαϊδεύουμε τα τραύματα όχι μόνο των άλλων μα και τα δικά μας.

Περισσότερη δικαιοσύνη και λογική στην ανθρωπότητα στο σύνολό της, γιατί διαφορετικά δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε.

Εύχομαι να μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια δίχως ντροπή για κάτι που πράξαμε και προκαλέσαμε πόνο. Εύχομαι γέλια, χαρές, αγκαλιές, φιλία, φιλιά και προσωπικά θαύματα.

Εύχομαι αγάπη που να μην πληγώνει. Αγάπη που να βρίσκει ανταπόκριση και να μείνει ζωντανή και γενναία στις ζωές μας.

Εύχομαι σε όλους ζωή και κάθε μέρα στο μέτρημα να μην λείπει κανένας και καμία. Να είμαστε όλοι παρόντες.

Υγεία, Τύχη, Αγάπη, Καλοσύνη, Δικαιοσύνη, Ζωή.

Καλή Χρονιά με τις ψυχές μας γεμάτες."


Μαρία Χρονιάρη - Ευχές για το νέο έτος στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο Paspartou



Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

ΤΑ ΘΕΙΑ ΠΑΘΗ




"'Eνιωσε φοβερούς πόνους στα χέρια, στα πόδια και στην καρδιά του· ξεθάμπωσαν τα μάτια του, είδε το αγκάθινο στεφάνι, τα αίματα, το σταυρό, και μέσα στο σκοτεινιασμένον ήλιο δύο χρυσοί χαλκάδες στραφτάλισαν και δύο σειρές κοφτερά κάτασπρα δόντια· δροσερό περιπαιχτικό γέλιο ακούστηκε, χαλκάδες και δόντια αφανίστηκαν,απόμεινε ο Iησούς κρεμασμένος στον αγέρα, μόνος.

Τίναξε το κεφάλι κι ολομεμιάς θυμήθηκε πού βρίσκουνταν, ποιός ήταν και γιατί πονούσε. Άγρια αδάμαστη χαρά τον συνεπήρε, όχι, όχι δεν ήταν άναντρος, λιποτάχτης, προδότης, όχι, όχι ήταν καρφωμένος στον σταυρό, τίμια στάθηκε ως το τέλος, κράτησε το λόγο του, μια αστραπή, τη στιγμή που φώναξε "Ηλί! Ηλί!" και λιποθύμησε,τον άρπαξε ο Πειρασμός και τον πλάνεσε, ψέματα οι χαρές, οι παντρειές, τα παιδιά.

Ψέματα τα χούφταλα, ξευτιλισμένα γεροντάκια, που τον φώναζαν άναντρο, λιποτάχτη,προδότη. Όλα, όλα φαντάσματα του Πονηρού! Ζουν και βασιλεύουν οι Μαθητές του, πήραν τις στεριές και τις θάλασσες και διαλαλούν το Καλό Μαντάτο.

Τα πάντα έγιναν όπως πρέπει,δόξα σοι ο Θεός! Έσυρε φωνή θριαμβευτικιά: -Τετέλεσται! κι ήταν σα να λεγε: Όλα αρχίζουν."

Ν.Καζαντζάκης (απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Τελευταίος πειρασμός")

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα, σε όλους.


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ΕΥΜΟΡΦΙΛΗ ΤΟ ΑΔΙΚΟ ΦΙΛΙ ΣΟΥ















































Τον Οκτώβριο του 2017, η εικαστικός Μαρία Τζίνα παρουσίασε έργα της στον εκθεσιακό χώρο της «Δημοτικής Γλυπτοθήκης Αγρινίου»  και κατόπιν δικού της αιτήματος,  έγραψα ειδικά για την προσωπογραφία που ζωγράφισε με τίτλο «Ευμορφίλη», το ποίημα «Το άδικο φιλί σου», όπου παρουσιάστηκε μαζί με τον πίνακα καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης. 

Την ευχαριστώ για την τιμητική της πρόταση. Το ποίημα θα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή που ήδη γράφω. Τα δικαιώματα του πίνακα ανήκουν στην εικαστικό Μαρία Τζίνα, και του ποιήματος, σε μένα.


Μαρία Χρονιάρη

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

ΑΝΩΓΕΙΑ: Η ΑΕΤΟΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ


Φωτό: Ανώγεια, 1945, μετά το Ολοκαύτωμα

Η καταγωγή μας, καθορίζει κατά ένα βαθμό μικρό ή μεγάλο, την ψυχή μας. Αυτό που είμαστε κι ίσως αυτό που θα γίνουμε. Εγώ, κατάγομαι από ένα μοναδικό χωριό του Ψηλορείτη, τα Ανώγεια. Χώρο πολιτισμού, χώρο ιστορικής και όχι μόνο μνήμης, χώρο μαρτυρικό. Το χωριό μου, ισοπεδώθηκε καιόμενο τρεις φορές, μα στάθηκε στα πόδια του, χάρη στη λεβεντιά και την ψυχή των κατοίκων του. Που δεν λιποψυχούν και δεν γονατίζουν. Που ζουν ελεύθεροι γιατί η ψυχή τους μόνο αυτό γνωρίζει.

Εκείνων των Κουρητών που ανάθρεψαν τον Δία. Περήφανη για τις ρίζες και την καταγωγή μου, μεγάλωσα με διηγήσεις της γιαγιάς μου για τις καταστροφές στο σπίτι μας, για τις στερήσεις, για την πίστη στις αξίες και τα ιδανικά των Ανωγειανών. Κι έμαθα από πολύ μικρή, πως να είμαι κι εγώ κομμάτι αυτής της ιστορίας. Και να ήθελα να κάνω αλλιώς, απλά δε γινόταν. Είναι θέμα γονιδίων. 

Από τις 28 Ιουλίου 2017, προβάλλεται στις οθόνες στις στάσεις του ΜΕΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ, ένα βίντεο για το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων, κάνοντας συμμέτοχους στην ιστορία μας, όλους όσοι το παρακολουθούν. Στις 13 Αυγούστου ημέρα ιστορικής μνήμης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, θα βρίσκεται στ' Ανώγεια και θα ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης. 

Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο αναφορικά με το βίντεο που ήδη προβάλλεται από την διαδικτυακή εφημερίδα "ΑΝΩΓΗ", καθώς και το βίντεο για όσους δεν κυκλοφορείτε με το ΜΕΤΡΟ. Αξίζει να διαβάσετε, αλλά και να δείτε.


"Οι κάτοικοι της Αθήνας, θα παρακολουθούν από σήμερα Παρασκευή 28 Ιουλίου στις οθόνες στις στάσεις του Μετρό, ένα υπέροχο βίντεο, αφιερωμένο στα Ανώγεια των αγώνων, τα Ανώγεια του Πολιτισμού, τα Ανώγεια των Ολοκαυτωμάτων και του ξεριζωμού. Πρόκειται για μια εξαιρετική παραγωγή από τον Δήμο Ανωγείων, με την αφιλοκερδή βοήθεια από τον τηλεοπτικό σταθμό ΚΡΗΤΗ TV, καθώς και τη βοήθεια του διευθύνοντα συμβούλου του Διοικητικού συμβουλίου και των διευθύνσεων της ΣΤΑΣΥ. Μέχρι και τις 13 Αυγούστου, ημέρα τιμής και μνήμης για το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων από τους Ναζί, το δίλεπτο αυτό βίντεο, συμπυκνωμένο σε ένα λεπτό  θα εμφανίζεται ανά τακτά διαστήματα στις οθόνες σε στάσεις του Μετρό των τρόλεϊ και του Ηλεκτρικού και θα δείχνει στους κατοίκους της πρωτεύουσας, τα δεινά που πέρασαν τα Ανώγεια των τριών Ολοκαυτωμάτων, τα οποία όμως ξεπέρασαν με αγώνες και Πολιτισμό και στάθηκαν στα πόδια τους ξανά.

Ανώγεια, η αετοφωλιά του Ψηλορείτη, όπως αναφέρεται στο ξεκίνημα του βίντεο, με εικόνες στη συνέχεια από το Ιδαίον Άντρο, το λίκνο που ανατράφηκε ο Δίας, τα χιλιάδες χρόνια συνέχειας μέσω της ιστορικής Ζωμίνθου. Τα Ανώγεια τόπος Αντίστασης και Πολιτισμού, οι 161 νεκροί και οι 940 ισοπεδωμένες οικίες, περνούν με εικόνες από το υπέροχο αυτό βίντεο, διανθισμένες και με τον Πολιτισμό των Ανωγείων, τη μουσική, την ποίηση και τους ανθρώπους που κρατούν ψηλά αυτό τον τόπο. Μια εξαιρετική παραγωγή του Δήμου Ανωγείων και της ΚΡΗΤΗ TV που όλοι αξίζει να δείτε, και που από σήμερα θα εμφανίζεται παντού και στην Αθήνα.

Μιλώντας στην “Α’ ο δήμαρχος Ανωγείων Μανόλης Καλλέργης αναφέρει σχετικά:” Ήταν μια πρωτοβουλία μας να κάνουμε αυτό το βίντεο, που θα παίζει από σήμερα μέχρι και τις 13 Αυγούστου στην Αθήνα και θα θυμίζει σε όλο τον κόσμο τα δεινά του φασισμού και τα συντρίμμια που άφησε στον τόπο μας. Κανείς μας δεν ξεχνά. Πραγματικά θέλω να ευχαριστήσω θερμά τόσο την ΚΡΗΤΗ TV, την  ΣΤΑΣΥ και τα μέλη της Πολιτιστικής επιτροπής του Δήμου, Μπαγκέρη Μαίρη και Καλομοίρη Αγάπη για την τεράστια βοήθεια που μας προσέφεραν ώστε να δημιουργηθεί αυτό το βίντεο.” καταλήγει."


Πηγή:







Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Ο ΜΟΝΑΧΟΛΥΚΟΣ




Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό ένας μοναχόλυκος που μιλούσε όμορφα στις σιωπές. Τον αγαπούσαν οι λίμνες που αντιφέγγιζαν τις λιακάδες του Θεού στα βουρκωμένα νερά τους, σαν τις θωρούσε. Τον πρόσμεναν με λαχτάρα κάθε δείλι τα σύννεφα, να τα πάρει αγκαλιά, να ταξιδέψουν πέρα μακριά, στα αλαργινά του ουρανού, εκεί που η βροχή όλη, τα καρτερούσε μαζεμένη. Κάθε βράδυ άναβε τους καθρέφτες των ματιών του, άνοιγε τις ξώπορτες των χειλιών, και ζωγράφιζε φιλόξενες σιωπηρές πατρίδες, να 'χουν οι εξόριστες φωνές μια γη να ζεσταθούν.

Ακούστηκε στα πέρατα η φήμη του πως γιατροπόρευε κάθε παράφωνη βουή και καραβάνια αρρώστων έρχονταν να τον απαντήσουν. Τους σκιαζόταν τους ανθρώπους όμως. Τους έτρεμε. Τους φοβόταν, όπως η ερημιά το βουερό τύμπανο. Και έτρεχε κάθε που τον πολιορκούσαν οι αλαλαγμοί τους. Και ριχνόταν αναστατωμένος στο κατόπι της σκιάς του και την έσπρωχνε με όση δύναμη είχε. Πίσω της να χωθεί, να χαθεί.

Όταν έμενε μόνος, άρχιζε και πάλι να υπηρετεί τις γυμνές κραυγές των βουνών, να γλείφει απαλά τις πληγές των φύλλων, να σταλάζει απανεμιά στις αντάρες της θάλασσας, να δένει τους σπασμένους λυγμούς της άπνοιας, με μικρά χρωματιστά κορδελάκια μελτεμιού. Η μεγάλη του τέχνη ήταν όμως να μαζεύει τις σκόρπιες λέξεις. Αυτές που άφηναν ξωπίσω τους οι άνθρωποι αξόδευτες, με τσαλακωμένα τα φωνήεντα, με χτυπημένα στις γωνίες τα σύμφωνα να παρασύρονται αναίτια από χείλια σε χείλια.

Τις τοποθετούσε απαλά στα χέρια του, τις έλουζε, τις στόλιζε, τις χάιδευε με αγάπη και μετά τις έθαβε βαθιά στα μέσα του, να τις έχει για στρώμα τους χειμώνες.
Δεν ήξερε το όνομα του. Μάλλον δεν είχε ένα όνομα, είχε πολλά, για να μπορεί να κλειδώνει πάνω τους όλες τις ανομάτιστες βουές.


……………………………………………………………………………
Όταν τον δεις, μη του μιλήσεις. Θα νιώσει τον κόμπο που σου φράζει το λαιμό. Θα τον αφουγκραστεί. Θα ‘ρθει σιγά- σιγά σιμά σου και θα ψάξει με το σκουριασμένο βλέμμα του, πούθε τρέχει ο λαβωμένος ήχος. Ναι… θα σου διώξει μακριά τα γρέζια από τις λέξεις που πονάν τα αφτιά σου… Τις ανείπωτες υποσχέσεις που δεν άκουσες ποτέ.
Πικρό κατάπικρο το στόμα, θα στο γλυκάνει με την ανατροπή του παραμυθιού. Με την κατολίσθηση του.

Με την έκθαμβη θέα που κρύβεται στο τέλος του.

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

STILL, ΘΑ ΠΕΙ ΑΚΟΜΗ


Όταν δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν στο παρελθόν χωρίσουν, δεν σημαίνει πως η αγάπη παύει. Η αγάπη, όταν την έχεις νιώσει, δεν χάνεται. Την κουβαλάς μέσα σου, πάντα. Και μόνο εσύ ξέρεις, αν πονάς, αν δακρύζεις, αν λυπάσαι. Στην ταινία μικρού μήκους που ακολουθεί, παρακολουθούμε πως με ένα τηλεφώνημα, οι αναμνήσεις ενός ζευγαριού που πλέον δεν είναι μαζί,  είναι αρκετές για να τους ενώνουν ακόμη.

Μαρία Χρονιάρη


Still from Dan Woodliff on Vimeo.

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ



Σε μια κοινωνία που επιβάλλει συχνά τον "νόμο" της ομογενοποίησης, που μοιάζει να απεχθάνεται και να απορρίπτει οτιδήποτε δεν της μοιάζει. Σε μια κοινωνία που απαγορεύεται να είσαι διαφορετικός έχοντας προσωπικότητα και ταυτότητα ισχυρή που να ενισχύει αυτό που ως άνθρωπος είσαι, τόλμησε να γυρίσεις την πλάτη. Πέταξε την μάσκα που από φόβο φόρεσες και ζήσε! Αυτό θα είναι πάντα  μια εξαίσια μορφή επανάστασης.



Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



Θέλει τόλμη και θάρρος σε μια κοινωνία που από το σχολείο εξασκείται στη χειραγώγηση των μυαλών, να στέκεσαι όρθιος και να υπερασπίζεσαι την αλήθεια και το θάρρος της γνώμης σου. Το να σκέφτεσαι και να αμφισβητείς, είναι βαθιά επαναστατικές πράξεις. Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα είναι. Κι ας προσπαθούν να μας τα μάθουν όλα αλλιώς.

Μ. Χρονιάρη







Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ


Δύο άνθρωποι, ένα συναίσθημα κοινό. Αληθινό και μεγάλο. Σίγουρα μεγαλύτερο από αυτό που είχαν μέσα στο μυαλό τους. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Παρακολουθήστε το βίντεο και όλα θα αποκαλυφθούν. Όπως όλα πάντα.

Μ. Χρονιάρη










Αναδημοσίευση από εδώ 

http://expandedconsciousness.com/2015/04/11/husband-catches-his-wife-crying-while-doing-laundry-then-she-tells-him-the-shocking-truth/

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

CHILDREN



Το «Children» ρίχνει μια κριτική ματιά στην εμμονή του εκπαιδευτικού συστήματος με την τελειότητα.

 Το «Children» είναι μια μικρή ταινία κινουμένων σχεδίων που εξερευνά τη σκοτεινή πλευρά της εκπαίδευσης. Δημιουργήθηκε από τον Ιάπωνα εικονογράφο Okada ​​Takuya, και απεικονίζει έναν γκρίζο κόσμο, μια γκρίζα γειτονιά, ένα γκρίζο σχολείο με γκρι τάξεις. 

Σε αυτό κάθονται σε σειρές γκρι παιδιά, που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τον αριθμό στη σφραγίδα που βρίσκεται στο κεφάλι τους. Είναι μια ταινία που προκαλεί τη σκέψη με πολλούς τρόπους, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά ΔΕΝ αντιμετωπίζονται ως άτομα εντός του εκπαιδευτικού συστήματος, και πώς μπαίνουν σε καλούπια, σαν τα πρόβατα. 

Μας αναγκάζει, επίσης, να εξετάσουμε την τεράστια πίεση που δέχονται τα παιδιά από τη στιγμή που ξεκινούν το σχολείο, και πόσο βαρετές μπορεί να είναι οι σπουδές τους. Πού χωράει το παιχνίδι με τόση εργασία και μελέτη για τις εξετάσεις; Πώς η πίεση του να πάρουν ΑΡΙΣΤΑ, τα επηρεάζει ψυχικά; Τα γκρίζα παιδιά κάθονται ήσυχα μέρα με τη μέρα, εργάζονται σκληρά για να πάρουν τους καλύτερους βαθμούς, για να κερδίσουν την επιβράβευση του δασκάλου τους. 

Ένα αγόρι αισθάνεται την πίεση να ξεχειλίζει μέσα του, καθώς περιμένει στην ουρά για να πάρει τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις. Εκρήγνυται ως αντίδραση ενάντια στην συνεχή πίεση, εμπνέοντας και τους υπόλοιπους μαθητές να κάνουν το ίδιο …




Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:
http://xenesglosses.eu/2015/09/tainia-kinoumenon-sxedion-gia-tin-pie/

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


Πριν από ένα αιώνα περίπου, ένας ξανθός Αθηναίος με γαλανά μάτια και φλογερή ιδιοσυγκρασία μπήκε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά. Καβάλα σ” ένα λευκό άλογο φύτεψε μια σφαίρα στον κρόταφό του. Ήταν ο Περικλής Γιαννόπουλος, μια από τις λαμπρότερες ελπίδες των ελληνικών γραμμάτων. «Αυτοκτόνησε γιατί δεν βρήκαν απήχηση στο κοινό οι ιδέες του», έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής. Η αληθινή όμως αιτία του θανάτου του Γιαννόπουλου βρισκόταν αλλού..

Λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Γιαννόπουλου, τα κύματα του Σκαραμαγκά ξέβρασαν το πτώμα του. Ο θάνατος δεν είχε νικήσει την ομορφιά του, μόνο τα μαλλιά του είχαν γίνει κατάλευκα. Ο Γιαννόπουλος φορούσε λευκή φανέλα, κοστούμι και γάντια γκλασέ. Το ρολόι που βρέθηκε στην τσέπη του, είχε σταματήσει στις 11 και 3 λεπτά. Ο αστυνομικός Ελευσίνος, διέταξε να μεταφερθεί το πτώμα στην εκκλησία. Εκεί έμεινε ως την άλλη μέρα το πρωί που έγινε η κηδεία. Αλλά στο διάστημα που μεσολάβησε: «…διεπιστώθη ότι το πτώμα είχον ήδη περιποιηθεί χείρες αβραί, οι οποίαι είχαν αποθέσει επί της κεφαλής του στέφανον ανθέων εξαιρετικών και είχαν χύσει επ” αυτού μύρα. Ο αστυνόμος εξήγησεν ότι με το πρωινόν τραίνον, κατήλθαν εξ Αθηνών δύο κυρίαι του εξωτερικού, οι οποίαι μετέβησαν εις την εκκλησίαν και απέθεσαν επί του πτώματος πλήθος ανθέων τα οποία έφεραν εξ Αθηνών και το εμύρωσαν. Ακολούθως, έφυγον χωρίς να καταστήσουν γνωστά τα ονόματά των». (Εφημερίδα «Πατρίς» 22/4/1910)

Ποιές ήταν αυτές οι δύο γυναίκες; Τι σχέση είχαν με τον Γιαννόπουλο και γιατί χάθηκαν μετά χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους; Οι εφημερίδες έκαναν μια μικρή εξόρμηση για να εξιχνιάσουν το μυστήριο, αλλά δεν μπόρεσαν να βρούν τίποτα. Ο Γιαννόπουλος πίστευε βαθιά στο απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής. Σπάνια μιλούσε για τον εαυτό του. Μερικοί Αθηναίοι, ήξεραν ότι ο ποιητής συνδεόταν με μια γυναίκα. Είχαν δει τις σφιχταγκαλιασμένες σκιές τους να ανεβαίνουν στην Ακρόπολη ή να κάνουν περίπατο ανάμεσα στα δέντρα της Ελευσίνας. Αλλά κανείς δεν είχε δει τίποτα περισσότερο, κανείς δεν ήξερε κάτι που να έριχνε φως στη ζωή και στο θάνατο του ποιητή.

Πρότυπο «Στέλλας Βιολάντη» 

Η γυναίκα εκείνη ήταν η Σοφία Λασκαρίδου. Αν η αποκάλυψη αυτή ερχόταν στην ώρα της, θα προκαλούσε στην κοινωνία της εποχής την ίδια ίσως συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος του Γιαννόπουλου. Η Σοφία Λασκαρίδου δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Είχε όλη την Αθήνα στα πόδια της. Ήταν όμορφη και πλούσια, δεχόταν τον βασιλέα Γεώργιο στο σπίτι της και δεν ερωτευόταν ποτέ. Ήταν φτιαγμένη από σκληρή πάστα, που δεν λύγιζε εύκολα. Ο Ξενόπουλος είχε πει ότι όταν έγραφε τη «Στέλλα Βιολάντη» είχε στο νού του το μελαχροινό κεφάλι της Σοφίας Λασκαρίδου. Ο πατέρας της είχε γεννηθεί στο Λονδίνο και η μητέρα της στο Παρίσι. Η ίδια μεγάλωσε με ελεύθερες και μοντέρνες ιδέες. Το πάθος της ήταν η ζωγραφική. Μπορούσε να κάθεται ώρες απέναντι από τη θάλασσα του Φαλήρου, σχεδιάζοντας βάρκες και κύματα. Μια μέρα ο πατέρας της, της έδωσε ένα περίστροφο: «Δεν πρέπει να κυκλοφορείς άοπλη, αφού απομακρύνεσαι τόσο πολύ από το σπίτι».




Η Σοφία πήρε το περίστροφο και το έκρυψε στην τσάντα της. Αυτό το ίδιο περίστροφο θα στερούσε ύστερα από μερικά χρόνια τη ζωή του Περικλή Γιαννόπουλου. Νιάτα και ομορφιά.. Γνωρίστηκαν τυχαία στην Καλλιθέα το 1895, όταν η Σοφία γύριζε στο σπίτι της. Ο Γιαννόπουλος έκανε έναν από τους ατελείωτους περιπάτους του στο ύπαιθρο, κόβοντας λουλούδια από τους κήπους και σπέρνοντάς τα, κατά τη συνήθειά του, δεξιά και αριστερά. «Ερχόταν αντίθετα από εμένα», διηγείται η Σοφία Λασκαρίδου. «Λίγα βήματα μας χώριζαν. Στάθηκε. Στάθηκα κι εγώ. Τα μάτια μας συναντήθηκαν. Έβγαλε το καπέλο του και τα χρυσά του μαλλιά έλαμψαν στο φως του ήλιου. Είδα τον ουρανό στα μάτια του». Ψιθύρισε: «Η ομορφιά σας με θάμπωσε». «Και εμένα η δική σας» του απάντησα. «Έσκυψε βιαστικά το κεφάλι, χαιρέτησε και με προσπέρασε». Πόσες ιστορίες δεν αρχίζουν άραγε με τον ίδιο τρόπο!

Αλλά κάτι στην ιστορία του Γιαννόπουλου και της Σοφίας ήταν διαφορετικό από την πρώτη στιγμή, κάτι που εκείνο το απόγευμα έμεινε μετέωρο στον αέρα και τους ένωσε ως τον θάνατο. «Την Κυριακή, ύστερα από την συνάντηση εκείνη, έγινε το απροσδόκητο. Είδα να μπαίνει ξαφνικά στο σαλόνι του σπιτιού μας ο ωραίος άγνωστος. Η καρδιά μου σταμάτησε. Προχώρησε προς το μέρος μου και συστηθήκαμε¨. - Περικλής Γιαννόπουλος - Ώστε γνωρίζατε ποια ήμουν; - Πήρα το θάρρος να έλθω. Έπρεπε να έλθω. Εκείνη την ώρα ο πατέρας μου έπαιζε σκάκι με τον ζωγράφο Οθωναίο. Δεν ήταν δυνατό να διακόψω το παιχνίδι τους, ωστόσο, η μητέρα μου δέχθηκε τον Γιαννόπουλο με τη συνηθισμένη της καλοσύνη και μίλησαν αρκετά μαζί. Ο πατέρας μου κοίταξε τον ξανθό νέο που του παρουσίασα και χαμογέλασε. - Η κόρη μου είχε πάντα ωραίες φίλες και φίλους, είπε. Τα νιάτα και η ομορφιά είναι το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο, φτάνει να ξέρει κανείς να τα μεταχειρίζεται.

 Νιάτα, ομορφιά, έρωτας. Τα είχαν όλα, δεν τους έλειπε τίποτε για να ενωθούν και να ευτυχήσουν. Ύστερα από μερικές ημέρες, ο Γιαννόπουλος χτύπησε πάλι την πόρτα του σπιτιού της Σοφίας στην Καλλιθέα. Τον δέχθηκε στον κήπο και μετά περπάτησαν μαζί ως την Ακρόπολη. «Ήταν μια ονειρεμένη πορεία, έγραψε μετά στο ημερολόγιό της. Περάσαμε τον Ιλισό πηδώντας πάνω από τα λευκά του χαλίκια. Ανεβήκαμε πίσω από το μνημείο του Φιλοπάππου και βρεθήκαμε σε ένα κάμπο γεμάτο ασφοδελούς. Καθίσαμε στον λόφο να ξεκουραστούμε». - Οι ασφοδελοί κλείνουν το μυστικό της λήθης, είπε ο Περικλής. «Ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του ακτίνες. Τα σύννεφα έπαιζαν μακριά στη Σαλαμίνα. Κανείς δεν μιλούσε. Ύστερα έσκυψε και με φίλησε.» Η μέρα τελείωνε. Ο Περικλής είπε: - Η ηδονή του έρωτα, μόνο με την ηδονή του θανάτου αντισταθμίζεται. - Με την οδύνη του θανάτου θέλεις να πεις. Ο Γιαννόπουλος κούνησε το κεφάλι του. -Όχι, είπε. Ο θάνατος είναι η υπέρτατη ηδονή. Η γαλήνη.

Άραγε εκείνη την ώρα πέρασε εμπρός από τα μάτια του ξανθού συγγραφέα το όραμα του εαυτού του, καβάλα στο άλογο, να μπαίνει στην αγριεμένη θάλασσα του Σκαραμαγκά; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ο Γιαννόπουλος άλλωστε μίλαγε συχνά για τον θάνατο. Πίστευε στο οριστικό και στο απόλυτο και τίποτε δεν θα τον έκανε να παραβιάσει τις αρχές του. Λίγες ημέρες μετά της ζήτησε να την συντροφεύει όταν εκείνη ζωγράφιζε έξω από το σπίτι της. «Έτσι δεν θα χρειάζεται και το περίστροφο, της είπε γελώντας». «Θα είμαι ο σωματοφύλακάς σου». Χάθηκαν από τον κόσμο για να δωθούν ο ένας στον άλλο. Η Σοφία ξαναγνώρισε την Αττική, βλέποντάς την μέσα από τα μάτια του Γιαννόπουλου. Περπατούσαν ώρες ατελείωτες κάτω από τα πεύκα της Ελευσίνας. Συχνά ανέβαιναν στην Ακρόπολη. Ο Περικλής είχε μια ιδιαίτερη στοργή για το εκκλησάκι του Αϊ Δημήτρη. Άλλοτε πάλι, την έβαζε να περπατά ανάμεσα στις κολώνες του Παρθενώνα. -Έτσι θέλω να σε σκέπτομαι, της έλεγε. Ποτέ δεν ήσουν τόσο αληθινή, όσο είσαι τη στιγμή αυτή. Ύστερα της έδειχνε την Αθήνα από εκεί πάνω. Προσπαθούσε να της μάθει να την βλέπει με τον δικό του τρόπο, που δεν έμοιαζε με τον τρόπο κανενός άλλου. - Σε οποιοδήποτε λόφο της Αθήνας και αν ανέβεις, βλέπεις ένα κόσμο ολόκληρο. Πουθενά αλλού το φως δεν έχει τόση δύναμη. Δες αυτά τα κυπαρίσσια έξω από τον Αϊ Δημήτρη. Το καθένα είναι και μία φυσιογνωμία. Ένας άνθρωπος. Ζηλεύω τα μάρμαρα.



Το καλοκαίρι χώρισαν. Η Σοφία έπρεπε να μείνει με τους δικούς της στη Βουλιαγμένη. Ίσως ήταν κι αυτό μια κίνηση της μοίρας για να τους δείξει πόσο είχε ανάγκη ο ένας από τη συντροφιά του άλλου. «Στο σούρουπο γίνονται όλα πιο σταχτιά, έγραφε η Σοφία στον αγαπημένο της. Το σπίτι μας είναι κοντά στη θάλασσα. Ακούγεται μακριά ένας βαρκάρης που τραγουδάει το μοιρολόγι της καρδιάς του. Ένα ψάρι πήδηξε έξω από το νερό. Ύστερα πάλι ησυχία. Κάθισα όλη τη νύχτα στο μπαλκόνι ώσπου τα κύματα σταμάτησαν την φλυαρία τους. Πέρασε η νύχτα. Είναι η ώρα που έπαιρνα το τραμ από την Καλλιθέα για να σε συναντήσω στην Ακρόπολη. Με το νου μου σε παρακολουθώ να πηγαίνεις εκεί μόνος. Ζηλεύω τα αγαπημένα μάρμαρα που πατάς. Πες τους ότι δεν θα αργήσω να γυρίσω. Πάντα δική σου, Σοφία». Αλλά ο ανυπόμονος συγγραφέας δεν περίμενε την αγαπημένη του να γυρίσει. Μια μέρα, η Σοφία τον είδε να ξεπροβάλλει μπροστά της, βρώμικο και σκονισμένο. Είχε έρθει με τα πόδια από την Αθήνα για να την δει και να περάσει λίγες ώρες μαζί της. - Θα έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου, της είπε ο Γιαννόπουλος. Η Σοφία κούνησε το κεφάλι της. - Θα κάνεις μια τρέλα του είπε. Αλλά εκείνος δεν την άκουσε. Πήγε μια μέρα και βρήκε τον πατέρα της, για να ακούσει από το στόμα του μια ευγενική, αλλά ψυχρή άρνηση. - Δεν μπορώ να αποχωριστώ ακόμη τη Σοφία, είπε στον Γιαννόπουλο. Άλλωστε η ίδια έχει αφιερώσει τη ζωή της στην τέχνη.

Ζωγραφική: 

Ένας αντίζηλος Ο έρωτας μοιάζει με τα κινέζικα αμαξάκια, λέει ένα σοφό ρητό. Ο ένας από τους δύο κάθεται μέσα και ο άλλος το σέρνει. Στην ιστορία του Γιαννόπουλου και της Λασκαρίδου, ποιος αγαπούσε περισσότερο και ποιος λιγότερο; Για τον ξανθό συγγραφέα ο γάμος του με τη Σοφία ήταν μια φλογερή ανάγκη, που απαιτούσε την άμεση ικανοποίησή της. Η Σοφία δεν βιαζόταν. Πίστευε στον έρωτα που ζει χωρίς νομικά πλαίσια. Πίστευε στην ανάγκη της να μείνει ελεύθερη. Ίσως να φοβόταν κατά βάθος, ότι από τη στιγμή που θα αισθανόταν δεσμευμένη θα άρχιζε να αγαπά τον Γιαννόπουλο λιγότερο. - Πως μπορείς να βάζεις την ελευθερία πάνω από τον έρωτά μας; Της είπε μια μέρα ο Περικλής. Η Σοφία χαμογέλασε μελαγχολικά. Ήξερε ότι ήταν δύσκολο για τον αγαπημένο της με τον βίαιο και παράφορο χαρακτήρα του, να την καταλάβει. - Το μόνο που θέλω να σκέπτεσαι είναι ότι σ” αγαπώ όσο δεν θα αγαπήσω ποτέ τίποτα άλλο στη ζωή μου", του αποκρίθηκε. Δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα στη ζωή της. Ένοιωθε  πως η αγάπη τους ήταν τέλεια, αλλά εύθραυστη. Αν άλλαζε κάτι, ίσως να έχανε κάτι από τη μαγεία της. Ήταν ευτυχισμένη μοιράζοντας τη ζωή της ανάμεσα στον Περικλή και στη ζωγραφική. Δεν της έλειπε τίποτε, δεν ήθελε τίποτε περισσότερο. Το μόνο που την στενοχωρούσε ήταν που δεν μπορούσε να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο. Ο νόμος ακόμη δεν επέτρεπε τη φοίτηση γυναικών στη Σχολή Καλών Τεχνών.

– Γιατί δεν πηγαίνεις στον βασιλέα; Της είπε μια μέρα η μητέρα της. Το ίδιο βράδυ η Σοφία το ζύγισε μέσα στο μυαλό της και το αποφάσισε. Πήγε στο παλάτι. Ο Γεώργιος άκουσε το αίτημά της χαμογελώντας. - Δεν φοβάσαι λοιπόν, να εργάζεσαι ανάμεσα σε τόσα αγόρια; Της είπε. - Όχι μεγαλειότατε, του απάντησε με θάρρος η Λασκαρίδου. Είμαι έτοιμη να κάνω κάθε θυσία για χάρη της τέχνης. Ο νόμος καταργήθηκε το 1903 και η Σοφία Λασκαρίδου ήταν η πρώτη Ελληνίδα που μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πήρε το δίπλωμά της το 1907 και μαζί εξασφάλισε μια υποτροφία για τρία χρόνια στο εξωτερικό.

- Δεν θα σε σταματήσω, της είπε ο Περικλής. Ξέρω πόση σημασία έχει αυτό το ταξίδι για σένα. Η Σοφία τον κοίταξε παραξενεμένη. Της φαινόταν περίεργο να ακούει τον αγαπημένο της να μιλά τόσο ήρεμα. Κάτι που διάβασε στα μάτια του της έσφιξε την καρδιά. - Έλα μαζί μου, τον παρακάλεσε. Έξω απ” την Ελλάδα θα είναι όλα δικά μας. Θα είμαστε πιο ελεύθεροι. Αλλά ο Γιαννόπουλος αρνήθηκε. Κάποτε η Σοφία είχε απορρίψει την πρότασή του να ζήσουν μαζί. Ίσως τώρα μια εσωτερική ανάγκη να τον πίεζε να ανταποδώσει την άρνηση, για να στηρίξει ξανά την πίστη στον εαυτό του. - Δεν μπορώ να φύγω από την Ελλάδα, της είπε. Θέλω να νοιώθω πάντα κοντά μου την Ακρόπολη. Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα, λίγες ημέρες πριν την αναχώρηση της Σοφίας για το Μόναχο. Το αμάξι, τους είχε οδηγήσει αυτή τη φορά στον Σκαραμαγκά. Είχαν ξαπλώσει κάτω από τα πεύκα και κοίταζαν σιωπηλά τον σταχτί ουρανό.


- Αν σε χάσω ποτέ, ψυθίρισε ο Γιαννόπουλος, θα αυτοκτονήσω στο μέρος αυτό. Θα φύγω μυστικά κι ωραία. Θα εξαφανιστώ. Θα πάω να συναντήσω τον Χάροντα που θα με περιμένει με τη βάρκα του στο πέλαγος. Και θα έχω έτοιμα τα πορθμεία μου. Γέλασε νευρικά. Όσο για μια δεκάρα, ελπίζω να μου βρίσκεται στην τσέπη μου. «Αν δεν σε κερδίσω..» ΜΟΝΑΧΟ. Κάποιο προαίσθημα είχε σπρώξει τον Γιαννόπουλο μερικά χρόνια πριν, να χαράξει αυτές τις γραμμές για την πόλη που θα έπαιρνε την αγαπημένη του. «Εκεί στο Μόναχο ουρανός κλειστός. Η γη πένθος. Τα φώτα λύπη. Τα ζώα μελαγχολία. Ο αέρας πηκτή μαυρίλα. Όλος ο έξω κόσμος σπρώχνει τον άνθρωπο σε ένα καταφύγιο, ένα υπόγειο. Και εκεί ζει μια ζωή τεχνητή. Το πνεύμα και οι τέχνες είναι επιστήμες, μηχανήματα, εμπορεύματα.» Και κάπου αλλού: «Ξεκινάτε λοιπόν και πηγαίνετε για να διδαχθείτε τις τέχνες του φωτός, στα κέντρα του σκότους. Σε αυτό τον ομφαλό ερέβους, το Μόναχο. Ενώ όλοι οι μεγάλοι βόρειοι που είπαν και έγραψαν κάτι, κατεβαίνουν στην Ιταλία για να δουν το φως.» Τι τραγική ειρωνία για τον ξανθό συγγραφέα, αυτή η μισητή πόλη να του στερήσει ότι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο! Και εκείνη: «Εργαζόμουν πολύ, αλλά η νοσταλγία βάραινε την ψυχή μου. Ζούσα δύο ζωές, την ημέρα με την τέχνη και τη νύχτα με την ανάμνηση εκείνου. Ένας αόρατος ασύρματος ένωνε τις ψυχές μας. Οι δέκτες δεν λάθευαν ποτέ. Μετέδιδαν και την πιο μικρή δόνηση του είναι μας».
  
Τα γράμματα του Γιαννόπουλου έφθαναν φλογερά και απελπισμένα. Της έγραφε πως την περίμενε, πως η Αθήνα ήταν άδεια χωρίς εκείνη και πως η Ακρόπολη αναζητούσε την ιέρειά της. «Αν δεν σε κερδίσω θα συντριβώ, της έλεγε. Αλλά θα σε κερδίσω». H ιστορία του Περικλή Γιαννόπουλου και της Σοφίας Λασκαρίδου κύλησε στο αυλάκι που είχε χαράξει η μοίρα. Ο Γιαννόπουλος συνέχισε να πιστεύει ότι θα κέρδιζε στο τέλος την αγαπημένη του. Αλλά από τον δεύτερο χρόνο του χωρισμού τους, άρχισε να τον κυριεύει η αποθάρρυνση. Και τα βιβλία του, που έκλειναν μέσα τους όλο το πάθος για το ελληνικό φως, δεν είχαν βρει την απήχηση που περίμενε. Ξαφνικά ένοιωσε μόνος και ξεκρέμαστος. Ήταν 41 χρονών και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πια να περιμένει τίποτα από τη ζωή. Η γιορτή είχε τελειώσει και απόμεινε πάλι μόνος με τον εαυτό του.

«Θέλεις να μάθεις ποιος είναι ο ιδανικός θάνατος; Είπε μια μέρα στον Καμπούρογλου που ήταν ο καλύτερός του φίλος. Να πάρεις ένα κατάλευκο άτι και να το καβαλικεύσεις χωρίς σέλα. Ύστερα να μπεις στο πέλαγος κρατώντας ένα περίστροφο και όταν δεις ότι το άτι δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, τότε να γείρεις και να πυροβοληθείς στον κρόταφο. Για το άλογο μην ανησυχείς. Αφού σε ξεφορτωθεί, θα βγει έξω στη στεριά. Και ο αναβάτης του θα χαθεί στο βάθος της ωραίας μας θάλασσας». Έτσι, ψύχραιμα και μεθοδικά, προετοίμαζε τις ώρες της μοναξιάς του, το τέλος του. Αλλά ήθελε να το καλλωπίσει, να το κάνει όσο γινόταν ιδανικότερο. «Ο θάνατος είναι η τελευταία μεθυστική στιγμή που μας οφείλει η ζωή», είπε κάποτε σε έναν άλλο φίλο του. Προετοιμαζόταν αλλά δεν το αποφάσιζε. Κάτι τον κρατούσε ακόμα στη ζωή. Ίσως η ελπίδα ότι δεν είχε ξοδέψει ακόμη όλες τις χαρές της, ότι κάτι έμενε ακόμη για να γευθεί. Δεν είχε συμβιβαστεί ακόμη με την ιδέα ότι είχε χάσει τη Σοφία για πάντα.



Ένα πρωινό του Απριλίου (1910) συνάντησε τη μητέρα της τυχαία στο δρόμο. - Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω κυρία Λασκαρίδου, της είπε. Τι κάνει λοιπόν η μεγάλη μας καλλιτέχνις; Η μητέρα της δεν ήξερε ότι αλληλογραφούσαν. - Η Σοφία έχει προορισμό στη ζωή της την τέχνη, του απάντησε εκείνη με μια παράλογη ψυχρότητα. Δεν πρέπει να παντρευτεί. Οι καθηγητές της είναι ενθουσιασμένοι μαζί της. Έχει μπροστά της μεγάλο μέλλον. Ο Γιαννόπουλος την κοίταξε για λίγες στιγμές σιωπηλός. Ύστερα είπε: - Έχετε δίκιο. Η Σοφία πρέπει να αφοσιωθεί στην τέχνη.  Να ήταν άραγε αυτό, το αποφασιστικό χτύπημα; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα. Ίσως να το αποφάσισε τη στιγμή εκείνη, ίσως λίγες ώρες, ίσως λίγες ημέρες μετά.

Την Τετάρτη 9 Απριλίου ο Γιαννόπουλος πήγε με ένα φιλικό του ζευγάρι στον κινηματογράφο. Εκείνο το βράδυ, ο συνήθως κλειστός και μελαγχολικός Γιαννόπουλος έδειξε μια παράλογη ευθυμία. Έπιασε μάλιστα και συζήτηση με κάποιον που καθόταν δίπλα του. Οι φίλοι του τον κοίταζαν γεμάτη απορία. Ύστερα μπήκαν σε ένα μικρό κέντρο για να πιούν μια μπύρα. Ο Γιαννόπουλος είχε ξαφνικά χάσει το κέφι του. Κάποια στιγμή τους είπε: - Έχω κάτι να σας διαβάσω. Είναι ένα πολύ αγαπητό μου κομμάτι. Έβγαλε από την τσέπη του μερικά τσαλακωμένα φύλλα χαρτιού. Ήταν το «Τριαντάφυλλο και το αηδόνι» του Όσκαρ Ουάιλντ, που το είχε μεταφράσει ο ίδιος. - Πολύ ωραίο είναι, είπε ο φίλος του. Αλλά ο Γιαννόπουλος κοίταζε αφηρημένα τον έρημο δρόμο, μέσα από το τζάμι του κέντρου.

- Αύριο θα κάνω μια εκδρομή, είπε ξεκάρφωτα. Δεν τους είπε που θα πήγαινε και ούτε τον ρώτησαν, για να μην τον φέρουν σε δύσκολη θέση. Ήξεραν τον χαρακτήρα του. Σηκώθηκαν να φύγουν από το εστιατόριο. Ο Γιαννόπουλος ψώνισε μπύρα και φαγητό κρύο για την εκδρομή της επομένης. Ύστερα ξαφνικά ενώ αποχαιρετούσε τον φίλο του στο πεζοδρόμιο, έπεσε στην αγκαλιά του και τον έσφιξε συγκινημένος. Το ίδιο εκείνο βράδυ όταν γύρισε στο σπίτι του, θα πρέπει να έγραψε αυτό το γράμμα, που πήρε ύστερα από λίγες μέρες η Σοφία στο Μόναχο: «Σοφία μου. Σου στέλνω ένα ύστατο χαίρε από την Αττική γη, που αφήνω για πάντα. Με άπειρα γλυκύτατα φιλιά. Χαίρε, Σοφία μου».

Το λακωνικό αυτό γράμμα, την χτύπησε σαν ηλεκτρική εκκένωση. Του τηλεγράφησε αμέσως. «Έρχομαι». Μετά τηλεγράφησε στη μητέρα της να της στείλει χρήματα για το ταξίδι. Ξαφνικά το Μόναχο αρχίζει να μην τη χωρά. Για πρώτη φορά στη ζωή της καταλαβαίνει πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στη ζωή της η παρουσία αυτού του ανθρώπου, που την δίδαξε πως να αγαπά. Αλλά ο Γιαννόπουλος δεν ζει πια. Καβάλα σε ένα άσπρο άλογο, μπήκε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά και φύτεψε μια σφαίρα στον κρόταφό του. Αυτό η Σοφία Λασκαρίδου το έμαθε τυχαία, από κάποιον επιβάτη στο τραίνο που την έφερνε στην Αθήνα.

Την μετέφεραν στο σπίτι της σχεδόν αναίσθητη. Το βράδυ και τα άλλα βράδια που ακολούθησαν, έκαιγε στον πυρετό. Παραληρούσε. Ύστερα, ένα πρωί σηκώθηκε νωρίς από το κρεβάτι και ντύθηκε. Η μητέρα της τρόμαξε που την είδε. - Που πας; Τη ρώτησε. Η Σοφία απάντησε: - Τον είδα απόψε στον ύπνο μου. Πως άσπρισαν τα μαλλιά του. Με θέλει. Κατέβηκε στον κήπο της και έκοψε τριαντάφυλλα, πανσέδες και άνθη λεμονιάς. Ύστερα πέρασε από το σπίτι της φίλης της Ελένης Νεφ, την πήρε και κατέβηκαν στον Σκαραμαγκά. Εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε ξεβράσει το πτώμα του Περικλή Γιαννόπουλου. Τον είχαν ξαπλώσει στην εκκλησία του νεκροταφείου. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, όπως στο όνειρο. Κάτι σαν χαμόγελο έφεγγε στο χλωμό του πρόσωπο. «Είχε περάσει δεκατρείς ημέρες στη θάλασσα. Αλλά ήταν πάντα ωραίος. Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου και το φίλησα. Τα δάκρυά μου έπεφταν στα κλειστά του μάτια, έβρεχαν το πρόσωπό του. Έκλαιγε κι εκείνος μαζί μου. Δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ. Πόσο γαλήνια, Θεέ μου, ήταν η μορφή του». Τον στόλισε όλο με τα λουλούδια της και κάθισε δίπλα του και τον κοίταζε. Δεν είχε αλλάξει από τότε που τον γνώρισε. Νιάτα, ομορφιά, έρωτας. Πόσο χαμένα είχαν πάει όλα!


Το άλλο πρωί έθαψαν τον Γιαννόπουλο στον περίβολο της εκκλησίας. Η Σοφία γύρισε στο σπίτι της σαν υπνωτισμένη. «Αισθανόμουν απάνω μου, την μαρμάρινη επαφή του κορμιού του. Νύχτα μέρα ένοιωθα στα χείλη μου τα παγωμένα αλμυρά του χείλη. Καταλάβαινα πως “ο,τι και να γινόταν από εκεί και μπρος δεν θα είχε πια σημασία». Και μια μέρα, όταν βεβαιώθηκε ότι η μητέρα της είχε φύγει από το σπίτι για να κατέβει στην Αθήνα, πήρε ένα παλιό ξυράφι του πατέρα της και έκοψε την καρωτίδα της. Το αίμα τινάχτηκε ορμητικά. Μια γλυκιά κούραση την κυρίευε. «Θα πεθάνω», σκέφτηκε καθώς τα μάτια της έκλειναν. «Περίμενέ με». Αλλά ο θάνατος δεν την ήθελε ακόμη.Την ώρα που την χώριζαν λίγα δευτερόλεπτα από το σκοτάδι, αισθάνθηκε ένα χέρι να την τραβά απελπισμένα πίσω στη ζωή. Είναι η μητέρα της.

- Παιδί μου, της φωνάζει. Παιδί μου». Είχε φύγει από το σπίτι για να κατέβει στην Αθήνα, αλλά την ώρα που ανέβαινε στο τραμ, μια δύναμη την ανάγκασε να γυρίσει πίσω. Αργότερα η Σοφία, όταν μάθει πως ξαναγύρισε στη ζωή θα σκεφτεί μελαγχολικά: «Τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τη μοίρα μας. Ούτε και ο θάνατος». Αλλά εκείνη την ώρα ψυθιρίζει βουτηγμένη στο αίμα: - Άφησέ με μητέρα Γιατί γύρισες; Με περιμένει. Το χέρι της μητέρας κρατά σφιχτά την κομμένη φλέβα και σταματά το αίμα. Ένας υπηρέτης τρέχει να φωνάξει γιατρό. Τα μάτια της Σοφίας κλείνουν. Το σκοτάδι που τόσο αποζήτησε την κυκλώνει πάλι. Για μερικές μέρες δεν ξέρει αν ζει ή αν πέθανε. Ύστερα, ένα πρωί που ανοίγει τα μάτια της, βλέπει τον απριλιάτικο ήλιο να γλυστρά από τα παντζούρια του δωματίου της.

-Ζω, ψιθυρίζει. Ζω. Ύστερα από μισό αιώνα άραγε να φανταζόταν εκείνη τη στιγμή ότι πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του αγαπημένου της θα συνέχιζε να ζει; Λίγοι άνθρωποι φθάνουν 85 χρονών. Η Σοφία Λασκαρίδου από κάποια σπάνια εύνοια της μοίρας, έφτασε και τα πέρασε. Το μυαλό της είναι γερό και ανήσυχο πάντα. Μόνο το κορμί της κύρτωσε. Άλλοτε όταν πήγαινε σε κάποιο χορό, το πρόβλημα ήταν, πως θα έβρισκε κάποιο καβαλιέρο που δεν θα ήταν χαμηλότερός της. Τώρα δεν είναι ψηλότερη από ένα παιδί του δημοτικού. Ζει πάντα στο πατρικό της σπίτι στην Καλλιθέα, κυκλωμένη από τους πίνακες που ζωγράφισε. Εκεί μας δέχτηκε πριν λίγες ημέρες, μαζί με τον κριτικό κ. Γιάννη Χατζίνη. Ήταν απόγευμα όταν άρχισε η Σοφία Λασκαρίδου την ιστορία της. Ύστερα το σούρουπο έπεσε, αλλά η γέρικη φωνή που ανεβοκατέβαινε σαν φλόγα κεριού, συνέχισε να ψάχνει μέσα στο χρόνο.





Το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει. Νοιώθαμε θερμή την παρουσία του Περικλή Γιαννόπουλου ανάμεσά μας. Ίσως καθόταν σε κάποια πολυθρόνα και μας παρατηρούσε με τα μεγάλα γαλανά μάτια του, που τόσο τρυφερά ήξεραν να μιλούν στη γυναίκα που είχε αγαπήσει. Όταν βγήκαμε στον κήπο, η Σοφία Λασκαρίδου, κατέβηκε αργά τα σκαλιά και κάθισε σε ένα πάγκο, κάτω από ένα μεγάλο πεύκο. - Εδώ συνήθιζε να κάθεται, ψιθύρισε. Τα χέρια της άγγιξαν τρυφερά το ξεβαμμένο ξύλο, όπως θα άγγιζαν το δέρμα ή τα μαλλιά ενός ανθρώπου. Μερικές φορές μου φαίνεται ότι κι αυτός ο πάγκος έπαψε να ζει πριν πενήντα χρόνια! Το χέρι ύστερα απλώθηκε και ψηλάφισε τον κορμό του δέντρου. - Και αυτό το πεύκο, έκανε σιγά. Πόσο ψήλωσε. Πήγαινα σχολείο όταν με φώναξε μια μέρα ο πατέρας μου, για να τον δω που θα το φύτευε. Μια γατούλα έτρεξε και σκαρφάλωσε στα γόνατά της. Άρχισε να παίζει με τα μαραμένα δάχτυλά της. Της τα δάγκωνε, μετά τα άφηνε, ύστερα τα δάγκωνε πάλι.

- Ίσως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, ψιθύρισε ύστερα αφήνοντας το κεφάλι της να γείρει πίσω. Η μοίρα καμιά φορά, είναι σοφότερη απ' ότι νομίζουμε. Τον θυμάμαι πάντα όμορφο. Δεν πρόλαβε να γεράσει. Άραγε να με θυμάται κι εκείνος όπως ήμουν τότε;

Κανείς δεν μίλησε, αλλά μάντεψα δυο μεγάλα γαλανά μάτια να χαμογελούν τρυφερά μέσα στο σκοτάδι… 

Φρέντυ Γερμανός, 1961


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ITHAQUE.GR