Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΉΡΘΕ, ΕΙΔΕ, ΝΙΚΗΣΕ



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Άνοιξα το παράθυρο. Όλος ο κόσμος σταγόνα στην παλάμη μου. Έστρεψα το βλέμμα στον ουρανό· ένα καθαρό ακέραιο φως ήρθε και με βρήκε. Το καλοκαίρι δειλά – δειλά θα ξεκινούσε το ταξίδι του.

Προτού να προλάβω να το καταλάβω, το μυαλό μου αμέσως πήγε στις παιδικές μου μνήμες. Εκεί που πάντα η ψυχή βρίσκει καταφύγιο. Κάθε χρόνο, με τις πρώτες αναπνοές της άνοιξης, φύσαγα τον καιρό να περάσει. Περίμενα πώς και πώς να κλείσει η βαριά σχολική πόρτα και μαζί της να κρατήσει όλα όσα είχε φέρει ο χειμώνας που πέρασε.

Τότε όλος ο κόσμος ερχόταν και φώλιαζε στα πόδια μου. Υποταγή στην αθωότητα. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να με κάνει να χάσω. Για τρεις μήνες θα ρούφαγα αχόρταγα κάθε χαρά. Μέσα στις άπληστες παιδικές μου χούφτες θα χώραγα όλα τα μυστικά που θα έμεναν για πάντα δικά μου.

Και τα χρόνια πέρασαν. Και τα καλοκαίρια αντί να μακραίνουν, κόντυναν. Σαν ρούχο που πια δεν σου κάνει. Γιατί άλλαξαν τώρα τα δεδομένα. Οι συνθήκες έπαψαν να είναι ιδανικές κι η φιγούρα μου στον καθρέφτη λίγο πια μοιάζει με το κοριτσάκι που ήμουνα. Οι τρεις μήνες έγιναν ένας κι ο κόσμος που κάποτε ερχόταν στα πόδια μου, τώρα με χαιρετάει από μακριά, κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι.

Στην άκρη αυτού του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού, κάθε σοκάκι και μια ιστορία εθνών. Τουρίστες, γηγενείς, φωνές, αγκαλιές, δάκρυα. Ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Υπάρχει μια πραγματικότητα ανεξάντλητη που όλο γεννιέται στα μάτια μας. Λέγεται πραγματικότητα της στιγμής. Μέχρι να προλάβεις να την δεις, χάθηκε. Σαν ποτέ να μην ήταν.

Στην παραλία οι άνθρωποι μοιάζουν με στιγμιότυπα ζωής. Σαν φιλμ που πήρε φως. Τα βήματά τους στην άμμο, αποτύπωμα εποχής. Ό, τι έζησαν, ό, τι θέλησαν, εκείνο που προσδοκούσαν κι όμως δεν ήρθε. Κάθε καλοκαίρι κι ένα καινούριο όνειρο. Μια ελπίδα αλλαγής που αντιφεγγίζει τις ευχές τους. Βγάζω τα παπούτσια μου και περπατώ παράλληλα με τις ζωές που ξεχάσανε. Βαδίζω στα χνάρια τους αφήνοντας τα δικά μου. Ώσπου όλα να γίνουν θάλασσα· άνθρωποι, όνειρα στιγμές.


Άλλο ένα καλοκαίρι ήρθε, είδε κι είναι ο μόνος νικητής.



Μαρία Ι. Χρονιάρη

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:



http://www.ifonitonanogion.gr/media/files/FWNH-295.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου