22 Δεκεμβρίου
1976.
Σε ένα ορεινό χωριό της Λάκκας Σουλίου.
Το τραπέζι είχε
ήδη στολιστεί με τα κόκκινα τριαντάφυλλα του κήπου, μέσα στο γυάλινο βάζο ‒ δώρο της θείας Καλλιόπης από το παζάρι το περσινό Πάσχα, για τη γιορτή της Λαμπρινής. Ένα
χρωματιστό πλισέ τραπεζομάντηλο για ειδικές περιστάσεις είχε πάνω του τα καλά
σερβίτσια, γεμάτα με καλούδια που τόνιζαν τη σπουδαιότητα της στιγμής:
κουλουράκια με σουσάμι, ηπειρώτικες πίτες, ζεστός τραχανάς και τυριά, ψητό αρνί
και φυσικά την κανάτα με το κρασί. Στο παλιό πέτρινο σπίτι επικρατούσε
αναβρασμός· ο Βασίλης παρακολουθούσε με απορία και του φαινόταν αλλόκοτη και
ασυνήθιστη αυτή η αναστάτωση. Μα κι αυτός ένιωθε μια παράξενη αίσθηση, μια
γλυκιά προσμονή. Προσμονή για τον πατέρα του, τον Κωνσταντή, που γύριζε από τη
Γερμανία, όντας μετανάστης, έπειτα από εφτά χρόνια. Τους έβλεπε όλους να
τρέχουν, να ετοιμάζουν, να αδημονούν με σφιγμένα χαμόγελα, κι είχε παρασυρθεί
κι αυτός σε τούτη την τρέλα της αναμονής.
Η μάνα του, η
Λαμπρινή, φορώντας το καλό, σκούρο καφέ κυριακάτικο φόρεμά της, κανόνιζε τις
τελευταίες λεπτομέρειες του τραπεζιού. Η θεία Καλλιόπη, αδερφή του πατέρα του,
πήγαινε μια από δω και μια από κει, σέρνοντας τα στρουμπουλά πόδια της. Η
αδερφή του, η Δημητρούλα, πέντε χρόνια μεγαλύτερη ‒ ο Βασίλης ήταν δεκατεσσάρων ‒ έμοιαζε με ουρά της Λαμπρινής, μιας κι ήταν διαρκώς πίσω της, έτοιμη να βοηθήσει σε ό,τι της ζητηθεί. Στην αυλή με τα δύο ξύλινα παγκάκια και τις δανεικές καρέκλες από τη γειτονιά, λόγω της ημέρας, συνωστίζονταν κι άλλοι πιο μακρινοί συγγενείς, θείοι και ξαδέρφια. Η μόνη που έδειχνε αγέρωχη, χωρίς να καταπιάνεται με κάτι, ήταν η γιαγιά του η Βάγια, μάνα του Κωνσταντή, καθισμένη στην παλιά αρχοντική πολυθρόνα, μες στα μαύρα της ρούχα. Η μόνη κίνηση που έκανε κάθε τόσο, ήταν να σηκώνει ελαφρά το σάλι της και να ισιώνει το μαντήλι
της, φανερώνοντας κι εκείνη λίγη από την ταραχή της. Δίπλα της, στο τραπεζάκι
με το πλεκτό, ήταν ακουμπισμένο το κασετόφωνο που δεν είχε σταματήσει απ’ το
πρωί να κελαηδά. Τώρα ακούγονταν τα λόγια ενός δημοτικού τραγουδιού: «Σου στέλνω
μήλο, σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει, μωρέ ξένε μου.»
Φτάνοντας ο
Κωνσταντής, αφού χαιρέτησε στην αυλή έναν έναν όλο το συγγενολόι, μπήκε στο
σπίτι και πήγε κατά σειρά πρώτα στη μάνα και την αδερφή του κι έπειτα στη
γυναίκα και την κόρη του, αγκαλιάζοντας και φιλώντας την καθεμιά τους. Τέλος,
το βλέμμα του πήγε στον Βασίλη, που είχε να τον δει από όταν ήταν εφτά χρονών.
«Έλα εδώ ρε κερατά» του λέει, «μεγάλωσες», και του δίνει ένα μπάτσο στο σαγόνι.
Ο Βασίλης κοίταζε αμήχανος και κάπως φοβισμένος αυτόν τον αγριάνθρωπο που
εισέβαλε σπίτι του και που έλεγαν ότι είναι ο πατέρας του. Μα αυτός δεν ένιωθε
τίποτα, καμιά έλξη για τον «ξένο» με τα τραχιά χαρακτηριστικά, τους γκρίζους
κροτάφους και το κάπως ατημέλητο ντύσιμο. Έφτασε στο σημείο να ρωτήσει τη
Λαμπρινή: «Μάνα, αυτός είναι δικός μας;» Κι εκείνη, βάζοντας το χέρι της στο
στόμα, δείχνοντάς του να σωπάσει, τον μάλωσε χαμηλόφωνα: «Σσσ... τι λες, μωρέ
φιδοδαγκαμένε; Πάψε μη σ’ ακούσει ο πατέρας σου κι έχουμε μπλεξίματα.»
Ο Βασίλης, από
μικρός, ήταν εσωστρεφής, συνεσταλμένος, και τώρα στην εφηβεία ήταν οξύθυμος,
έτοιμος για καβγά χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Περνώντας οι μέρες στο σπίτι, και με το
«νέο» μέλος σε ρόλο επιθεωρητή, κλεινόταν περισσότερο στον εαυτό του, γινόταν
απόμακρος, απαντούσε μονολεκτικά και έλειπε πολύ συχνά από το σπίτι. Σε μία από
τις λίγες κουβέντες που είχαν με τη μάνα και την αδερφή του, προσπαθούσαν να
τον πείσουν ότι ο πατέρας τούς αγαπάει και πως ό,τι έκανε τόσο καιρό στην
ξενιτιά, το έκανε γι’ αυτούς, για να μην τους λείψει τίποτα. Όμως ο Βασίλης
αδυνατούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να τους αγαπάει από μακριά για εφτά
ολόκληρα χρόνια. Και πώς ήταν δυνατόν να λείπει απ’ το μεγάλωμα του γιου του,
στην πιο τρυφερή του ηλικία. Είχε πιάσει πολλές φορές τον εαυτό του να ζηλεύει
τους συμμαθητές του: όταν οι πατεράδες τους έρχονταν να πάρουν τους βαθμούς απ’
το σχολείο ή όταν στις παρέες τα άλλα παιδιά διηγούνταν ιστορίες με τον πατέρα
τους, αυτός δεν είχε τίποτα να μοιραστεί κι η ζήλια φώλιαζε στην παιδική ψυχή
του.
Ένα μεσημέρι, κι
ενώ ο Βασίλης τριγυρνούσε στους δρόμους, έπεσε πάνω στον Κωνσταντή, που έβγαινε
απ’ το καφενείο πιωμένος και τσαντισμένος, επειδή έχασε στα χαρτιά. «Πού
γυρνάς, ρε κερατά;» του πέταξε θυμωμένα ο Κωνσταντής. «Κι εσένα τι σε νοιάζει;»
του απαντά ο μικρός. Ο πατέρας του σηκώνει το χέρι: «Να σ’ αστράψω ένα», και
πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ο Βασίλης είχε γυρίσει την πλάτη κι
απομακρυνόταν, φτύνοντας μια βρισιά μέσα απ’ τα δόντια του. Λίγη ώρα αργότερα,
καθώς πήγαινε προς το ερημικό παλιό γεφύρι για να ηρεμήσει κάπως τα τσακισμένα
του νεύρα, είδε πολύ κόσμο να τρέχει ανήσυχος. Ανάμεσά τους και η αδερφή του, η
Δημητρούλα, η οποία τον ενημέρωσε πως ο πατέρας τους έπεσε στη μικρή χαράδρα,
λίγο πάνω από το σπίτι, και είναι ήδη στο ασθενοφόρο καθ’ οδόν για την πόλη.
Ο Βασίλης
ταράχτηκε και, χωρίς να το σκεφτεί, έτρεξε πρώτος να βρει αυτοκίνητο που θα
τους πήγαινε στην πόλη. Στον δρόμο ήταν τρομοκρατημένος, μα και αποφασισμένος
να βοηθήσει τον πατέρα του. Ακόμα κι η Λαμπρινή με την Δημητρούλα είχαν
εκπλαγεί μ’ αυτή την ξαφνική αλλαγή του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να κρύψει την
αγωνία του, ούτε να κατανοήσει τι ακριβώς του συμβαίνει. Όταν επιτέλους, μετά
από αρκετή ώρα ‒που του φάνηκε αιώνας‒ έφτασαν στο νοσοκομείο, άρχισε να ρωτάει πού έχουν τον πατέρα τους. «Ρουγκάνας!» φώναζε, σχεδόν
κραύγαζε, ο Βασίλης. «Κωνσταντής Ρουγκάνας!» Ανάμεσα στους υγειονομικούς που
τον κοίταζαν εμβρόντητοι, πρόσεξε έναν ψηλό, εύσωμο, με αραιή κόμη, που στον
λαιμό του, πάνω απ’ την πράσινη ρόμπα, είχε περασμένα τα ακουστικά, και
αριστερά, στο μέρος της καρδιάς, ένα ταμπελάκι που έγραφε το όνομά του. Πριν
προλάβει να πάει προς τον γιατρό, τον είδε να κάνει ένα νεύμα προς τον νεαρό,
μικροκαμωμένο τραυματιοφορέα. Ο τελευταίος, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν ο οδηγός του
ασθενοφόρου και είχε δει την ακατανόητη, απ’ το μεθύσι, συμπεριφορά του
Κωνσταντή. «Είναι εκείνος ο τρελός που...» και σταμάτησε, βλέποντας τον Βασίλη
να ορμά, οργισμένος, με τεντωμένες τις φλέβες του έτοιμες να εκραγούν, και να
τον ακούει με στεντόρεια φωνή:
«Δεν
είναι τρελός. Είναι ο πατέρας μου!!!»
Κωνσταντίνος Κουρτέσης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου