Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

ΚΥΒΟΣ




Μεγάλο δωμάτιο με μικρές στιγμές. Άλικα χέρια καταδύουν στο άφατο. Ποιός άρχισε να γράφει ιστορία; Σε μια διχάλα οι κατευθύνσεις είναι τρεις: οι θέσεις που θα πάρεις κι εκείνη που βρίσκεσαι. Ήθελε να μιλάει για οράματα. Ήθελαν να ακούν για τα λίγα. Κι ο χρόνος πέρναγε περιορίζοντας διαθλάσεις. Καμία διάθλαση δε σώθηκε μαζί τους.
Στους καθρέφτες όλα ήταν πιο δύσκολα. Κοιτούσαν, κι έβλεπαν φτωχές διαφάνειες και σώματα απρεπή. Ο καθένας για το δικό του πάλευε. Το δίκιο ήταν το ίδιο. Η ματιά είναι που άλλαζε τα πράγματα.Στα πρόσωπα τους κεντούσαν ενοχές. Χρυσές κλωστές με βελόνες από ασήμι.

Τις νύχτες, όταν πια η αλήθεια κρυβότανε, έβαζαν στο μαξιλάρι τις τύψεις για νάμα. Έτσι κοιμόντουσαν. Γιατί έτσι είχαν μάθει. Κανείς τους δεν ρώταγε αιτίες. Κανείς τους δεν έψαχνε αφορμές. Κι όμως, ακόμη τους μιλούσε για οράματα. Κι ήταν οι ίδιοι που άκουγαν τα απλά.
Στις αποστάσεις των βλεφάρων μια πυκνή πλέξη από μάρμαρο. Στων δαχτύλων τις άκρες, κουρτίνες ξανθές. Σε καθένα τους άγγιγμα, ηλεκτροδότηση. Πόνου. Πόσα watt αντιστοιχούν σε κάθε άνθρωπο;

Ήθελε να ταξιδέψει στο άπιαστο για να βρει τη σιωπή τους. Να συναντήσει εποχές. Να απαντήσει πριν η λέξη πεθάνει. Όμως η ζωή τους κυλούσε με άφωνες συλλαβές. Ανίκανη να καταλάβει γιατί τόσος φόβος. Γιατί τόση αντίθεση σε ψέματα ίδια. Οι μορφές τους ζυγώνανε σαν ποτήρια ρακί. Όταν το φιτίλι ανάψει τίποτα δε σώζεται. Όλοι το γνωρίζουν. Μα κανείς δε μιλάει γι’ αυτά.

Ο μεσκίνης όταν έφευγε απομάγευε η ζωή του. Όμως τη φυγή που του όριζαν, την έκανε προσευχή. Όταν οι άλλοι σε χτίζουν και πληρώνουν γι’ αυτό, τα ρέστα θα είναι πάντα δικά τους. Η φυλακή όμως σου ανήκει. Και μαθαίνεις να ζεις εκεί. Γιατί τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Και να θέλεις να μιλήσεις για οράματα, το κελί μόνος αντίλαλος της φωνής σου.

Στο μπαλκόνι ο κισσός έχει γραπώσει τους τοίχους. Ανεβαίνει και πάει. Σαν ανάγκη. Με διακριτικότητα κι έναν αθόρυβο φόβο. Ο αέρας που φυσάει τις τέντες μοιάζει με προετοιμασία πριν τον πόλεμο.
Μες στο δωμάτιο τα βήματα ίδια για ώρες. Ψάχνει να βρει τα παράθυρα. Δε μοιάζει. Δε θα γίνει. Δεν είναι. Είναι μόνο ό, τι αρχίζει και τελειώνει. Εντός. Κάποτε ήθελε να μιλήσει. Τώρα θέλει μόνο σιωπή.

Και μια απορία μονάχα να λύσει. Πού γεννιούνται και πού πεθαίνουν τα παραμύθια;  

(Μεσκίνης= Λεπρός)     

Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ",εκδ. Απόπειρα 2012) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου