Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

2007 Μ.Χ




Μια μέρα θα μαζέψω όλες τις φωτιές και θα τις γκρεμίσω απ’ το μπαλκόνι. Οι άνθρωποι είναι σπίτια. Γεμάτα από άδεια σπίτια. Μαραθώνιος στις φλέβες του λαιμού σου. Τα συναισθήματα είναι ύπουλα. Τρυπώνουν χωρίς να το καταλάβεις. Ανεβαίνουν ως το λαιμό και σε σφίγγουν.

Η λήξη για μια αρχή. Και κανένα μυστικό. Πουθενά δέντρο. Κι η φωνή να γυρνάει. Ένα δάχτυλο γραντζουνάει το άνοιγμα. Κάποτε είχε ψιθυρίσει. Την αλήθεια. Και τώρα τίποτε από εκείνη την εποχή. Σφράγισα την τρύπα με την φυγή μου. Κι όλα εκεί. Κι ένα μέλλον ζει για να βλέπει. Αυτό που η ανάμνηση είναι. Και δεν.

Η πραγματικότητα κρύβεται πίσω από τα μάτια της μνήμης. Όλη η ζωή σε μια μέρα. Σαν την κυρία Ντάλαγουεϊ.(*) Οργανώνεις πάντα γιορτές για να σκεπάσεις τη σιωπή. Σαν αλεύρι που χύνεται από το κόσκινο σαν χιόνι. Σημασία δεν έχει να μετανιώνεις. Ούτε αν. Σημασία έχει τι μπορείς να αντέξεις.

Όλα είναι ρόλος. Ό, τι άφησες, αυτά που έχεις. Σκηνοθεσία στιγμής. Για τις ώρες. Τις πάντα. Τις ποτέ. Γιατί πρέπει να χάσεις για να εκτιμήσεις;  Γιατί να σκάβεις σκοτάδι για να μπορείς φως; Έπεσα. Αλλά καθώς έπεφτα, έμαθα. Ήταν αυτή η σωτήρια πτώση που ωθεί. Είδα ό, τι δεν φαινόταν. Όλα μες στο ταυτόχρονο. Ένα σύμπαν ακαριαίων φόβων σε όλους τους χρόνους μου.

Τα λόγια είναι υποθήκες. Και πίστεψα. Σαν ρουφήχτρα στην άβυσσο πήγα. Και γύρισα γιατί κάποιοι άντεξαν που έφυγα.  Γιατί ήταν εκεί στην επιστροφή μου. Με σιγουριά βέβαιη περίμεναν. Και γι’ αυτό. Κανένα φάρμακο πιο δυνατό απ’ την προσμονή. Κανένα πιο στέρεο απ’ την αγάπη.

Γι’ αυτό θα μείνω. Σκοπευτής στο κοντοήμερο. Ποτέ ρίψασπις. Κι ούτε ένα λεπτό για να θυμηθώ τι πρέπει να ξεχάσω.


(*) Η «Κυρία Ντάλαγουέί», Βιρτζίνια Γούλφ


Μαρία Χρονιάρη

(κείμενο από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ



για τον Μανώλη μου


Έφυγες ήσυχα, απλά. Όπως ήσυχα κι απλά σβήνει το φως. Καλή στρατιά αγαπημένε μου. Θα τα ξαναπούμε εκεί όπου χρόνος και πόνος δεν υπάρχουν. Εκεί που το φως σου θα λάμπει για πάντα.

Μαρία Χρονιάρη

(3/10/2012)


Διαβάστε στον διαδικτυακό τόπο ΑΝΩΓΗ, το κείμενο που έγραψα στην μνήμη του Μανώλη μου.
http://www.anogi.gr/archives/7153

 

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΡΩΤΟΥΝΕ




Α΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.
Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.
Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Άλλο άλογο δεν έχω.
Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Άλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.
Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: "Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!"
"Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη."
"Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας."
"Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!"
"Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος."
"Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη."
"Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω."
"Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!"
"Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση."

"Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη;"
"Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!"

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.
Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Άλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.
Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ΄ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.
Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν΄ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Νικόλαος Καζαντζάκης

(από το βιβλίο του, "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες)


Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

BACK TO YOU


Σε έναν κόσμο ψεύτικο, είσαι το μόνο αληθινό. Κι έτσι πάντα επιστρέφω σε σένα.


Μαρία Χρονιάρη





Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ


"Όχι, είναι αδύνατο, αδύνατο να μεταδώσουμε στους άλλους την αίσθηση μιας οποιασδήποτε στιγμής της ζωής μας, αυτό που αποτελεί την αλήθεια της, το νόημά της, τη λεπτή και διαπεραστική της ουσία. Είναι αδύνατο. Ζούμε όπως ονειρευόμαστε: απολύτως μόνοι".

Κόνραντ, 1960

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 13



Τελικά η υποχρέωση είναι εκείνη που γεννά την αγάπη ή μήπως η αγάπη κρύβει μέσα της την υποχρέωση;

Μαρία Χρονιάρη

(απόσπασμα από το βιβλίο μου "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα, 2010)

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ



για την Μαριάννα

Όσο τα χάρτινα καράβια θα ψάχνουν θάλασσες, κι όσο οι θάλασσες θα υποδέχονται τα χάρτινα καράβια, τίποτε στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να χαθεί.

Μαρία Χρονιάρη



Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ



Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να επιζήσω.
Να μη χαθώ μέσα στο μαύρο δάσος.
Ν' αψηφήσω τον άγριο σκύλο
που μ' ακολουθεί σα να 'ναι ο ίσκιος μου.

Μόνο με την Αγάπη σου.
Να χτίσω ένα άλλο πρόσωπο.
Να γίνω πάλι ένα μικρό αγόρι.
Αθώο σαν το τρεχούμενο νερό.
Και να γνωρίζω τον κόσμο
μ' ένα καινούργιο θάμπωμα.

Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να λέω τραγούδια από άλλους, άγνωστους τόπους.
Να γίνομαι ένας γρύλος άγρυπνος,
και να κεντώ τ' όνομά σου, με στίχους αέρινους.
Να μιλώ μόνο για σένα.
Να σε καλημερίζω μ' έναν φοβισμένο κορυδαλλό
κρυμμένον στο στήθος μου,
και να μου αποκρίνεσαι μ' ένα ξεχασμένο μου ποίημα.

Μόνο για την Αγάπη σου.
Μπορώ να περνάω την κάθε μου μέρα
απαγγέλλοντας τους πικρούς στεναγμούς
και αγιογραφώντας τους αίνους
απ' το μέγα θαύμα του Έρωτα.
Να σου λέω τέλος καληνύχτα
και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου.
Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένον
στα μαγεμένα σου όνειρα.

Μόνο με και για την Αγάπη σου
μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος.
Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.


Θανάσης Κωσταβάρας, Χαιρετισμοί, Αθήνα 2006

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΜΜΑΤΑ



Υπάρχει μια αθωότητα εντιμότητας όταν περιγράφεις το τέλος εκείνου που μόνος αισθάνεσαι τη σιγουριά του ερχομού του. Σαν μελωδία ηλεκτρικού συναισθήματος. Ο χρόνος στενεύει. Τα ηχεία άρρωστα. Η φυσαρμόνικα του Dylan δεν είναι συμβατή. Όχι πια. Διασταύρωση ιστορίας στο παγκάκι της πλατείας. Η πολυχρωμία του ασπρόμαυρου αντιφεγγίζει το μετά. Love torn us apart.

Το αίμα στο ποτήρι πασπαλισμένο με ζάχαρη. Μάγια που δεν φτάσαν στον αποδέκτη τους. Γιατί δεν ήταν δικός. Γιατί πάντα κάτι θα φταίει για εκείνο που έρχεται. Ο Πέτρος χώρεσε σε ένα πακέτο κι από τότε μετράει αριθμούς. Κάθε μέρα αναπροσαρμόζει τα νούμερα. Το λίγο και το πολύ αλλάζουν κάθε τόσο. Στο βάθος μία παρέα γελάει δυνατά. Ένα ξωτικό καρφωμένο σε μια καρέκλα παρακολουθεί. Την εξέλιξη των γεγονότων.

Έχει κρεμάσει τα φτερά στο λαιμό του. Μέσα σε τόσο σκοτάδι, μια κίτρινη δέσμη φωτός πόσο μπορεί να αντέξει; Η κιθάρα του Roy Buchanan υπόσχεται. Ο Μεσσίας θα ξανάρθει. Ποιός έχει κουράγιο να περιμένει πια;  Βαθύ μωβ, ένας Απρίλης, ερωτική πρόσκληση. Μέχρι την άκρη του τέλους.

Το τοπίο θολό. Φιλικές χειραψίες άρνησης. Είσαι. Δεν σε βλέπω. Υπάρχεις. Όχι. Από το από εδώ, έως το μέχρι εκεί και σε ό, τι μεσολαβεί, βρέχει. Υγρασία αποστροφής. Μία αντίθεση γαντζώθηκε στις βλεφαρίδες του. Τα χέρια του δείχνουν. Αφήνουν. Ελκύουν. Διώχνουν. Ακούει με προσοχή αυτά που δεν λένε. Μόνο εκεί ζει η αλήθεια. Κι εκεί γκρεμίζεται. 

Σέρνει ένα παράνομο βλέμμα πάνω απ’ τον ώμο της. Πόρτες, παράθυρα, κλειδαριές. Αποτεφρωμένες ζωές ξαπλωμένες στο τραπέζι της. Πρέπει να ξεχάσει να θυμάται. Να ξεριζώσει τη ροπή της προς το άπιαστο. Της μιλάει. Άλεκτα. Πόσες φορές ακόμη θα πεθάνει στα μάτια του;

Κοιτάει το σκορπιό που μαγκώνει το χέρι της. Περίμενε. Όχι ακόμα. Οι ημερομηνίες μπερδεύονται. Τώρα. Πριν. Τώρα. 2046 χρόνια και μία νύχτα. Μοιράστηκε αναπνοές, φωνές. Απελπισία. Έφυγε, είπε.
Στα πλατό αναρρίχηση πάθους. Ετικέτα μουσικής με το όνομά της. Όχι το δικό της. Σφυρίζει το ρυθμό του με τις νότες της.

Τυφλός τα τ’ ώτα, τον τε νουν τα τ’ όμματα.    


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Επειδή Μαζί", εκδ. Απόπειρα 2012)





Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΡΑΥΓΗ



Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: "Βοήθεια!" Ποιος φώναξε;

Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου· όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις· κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.
Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει· και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε.

Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ!"

Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Δεν απελπίζουμαι! Παλεύω! Γαντζώνουμαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το σώμα σου, ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξες!"

Μέσα από την πιο πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει: "Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν΄ αναπνέψω· μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει· σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!"

Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι. Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή, στρέφεται κατά πρόσωπο και με φωνάζει καθαρά, με τ΄ όνομα μου, με τ΄ όνομα του γονιού μου και της ράτσας μου!
Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!

Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο, στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας.
Κι αφουκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν΄ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.
Ως τώρα έρεε η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.

Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει: "Σώσε με!" Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: "Βοήθεια!"
Ποια στράτα από τις δυο αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από την απόφαση μου τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή· κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου.

Από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί; Χωρίς νοητά επιχειρήματα, χωρίς καμιά βεβαιότητα· κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή είναι ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου.

Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. "Απάνω! Απάνω! Απάνω!" φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ΄ εμπιστοσύνη.
Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της! Ταυτίζω τη μοίρα μου μαζί της.

Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν΄ ανασηκώσει ένα βάρος, ν΄ αναμερίσει τη σάρκα και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη.
Δεν ξέρω από που έρχεται και που πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω την πορεία του, αφουκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντας τον.

Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζουμαι τον αγέρα. Ανηφορίζω, ψάχνοντας προς τ΄ απάνω, αγκομαχώντας. Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.


Νικόλαος Καζαντζάκης, (απόσπασμα με τίτλο "Η ΠΟΡΕΙΑ", από το βιβλίο του "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες.)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ

Όταν γράφεις, γράφεις για εκείνα που ήταν, αυτά που είναι κι όσα ελπίζεις κάποτε να έρθουν προς το μέρος σου. Ζεις παράλληλες ζωές, ευχόμενος να ζήσεις κάποτε ολόκληρη την δική σου. 

Ευχαριστώ από καρδιάς το μπλόγκ aeriko-moments.blogspot.gr και την διαχειρίστριά του Μαρία Αγιασοφίτη, για το δεύτερο βίντεο που έκανε με τις λέξεις μου. Που τις αγάπησε και τις σεβάστηκε τόσο πολύ.

Μαρία Χρονιάρη


Δείτε εδώ το μπλόγκ
http://aeriko-moments.blogspot.gr/2012/08/blog-post_22.html



Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ



"Το θέμα είναι, τώρα τι λες. Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι, τώρα τι λες."


Μανώλης Αναγνωστάκης, Στόχος 1970