Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΨΥΧΗ ΑΝΑΣΗΚΩΣΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΜΗΝ ΡΩΤΑΣ



Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ΄ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.
Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες. Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία. Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.
Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: "Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.

"Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!"

Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: "Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.

"Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω."

"Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!"

Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.
Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.
Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.
Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.
Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!
Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.
Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.
Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.
Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!
Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: "Αυτό θέλω!"
Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Νικόλαος Καζαντζάκης, (απόσπασμα με τίτλο "Η προετοιμασία" - Τρίτο Χρέος, από το βιβλίο του "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες.)

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΗ ΣΟΥΙΤΑ ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕΙΖΟΝ


Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω

παίρνω τη νάϋλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-

τί απέραντη απόσταση διανύω
απ᾿ το σώμα σου
έως το σώμα σου
.

Γιάννης Ρίτσος, Αθήνα 19.11.80

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΩ




Ποιο ζωντανό πλάσμα, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ’ όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως – με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του∙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ’ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό∙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη, και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει∙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ’ έναν τάφο βαθύ∙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Έγκατη θλίψη φυσάει σ’ ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά την δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους, ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ’ την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, ερεβνή νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ’ το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες – κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος – έντρομος από χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή∙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! Πόσο χαρμόσυνος κι ευλογημένος ο αποχωρισμός της μέρας! Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου –την επιστροφή– στις ώρες της απουσίας σου. 

Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ’ τα περίλαμπρα άστρα∙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στην μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ’ εμένα, τρυφερή αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας· τώρα αγρυπνώ – καθώς ανήκω και στους δυο μας. Εσύ μού έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ’ την ύλη μου – κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ στον άνεμο μαζί σου∙ κι ύστερα η γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.
NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής



Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

ΜΙΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΧΩΡΑ




Έχω μια χώρα μέσα μου
Τη λένε φωτιά
Το φως της μέρας εκπνέει
Σαν ξεχασμένη αλήθεια
Σαν ρίσκο
Που πρέπει να πάρω

Χρειάζομαι καταιγίδες ηλιαχτίδων
Να μη φοβάμαι
Κάθε που το φεγγάρι


Ξοδεύει το χρώμα του


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ





Ζω με μια κατάρα καρφωμένη στην πλάτη μου. Σαν τρίτο μάτι που αντιδρά στην ομίχλη. Οι άνθρωποι είναι μίση. Ενδεχόμενα εγκλήματος. Σκαρφαλώνουν μέσα μου. Καρφώνουν με τα νύχια τους την ψυχή μου. Στο σώμα μου, βρίσκονται όλα τα πρόσωπά τους. Στο μέτωπό μου γράφονται νούμερα. Κάθε αριθμός με αντιστοιχεί. Ποιός σβήνει και ποιός γράφει;

Πίσω μου η θάλασσα έχει μαυρίσει. Στην προκυμαία τα κύματα σπάνε μορφές. Τα πέλματά μου ματώνουν απ’ τις σάρκες τους. Όταν το θαύμα δε χωράει στα χέρια σου, ανοίγει μια τρύπα στην καρδιά σου.
Στις άκρες των ματιών τα χρώματα κατακρημνίστηκαν. Οι φλούδες τους κρέμονται από το ταβάνι, σαν σταφύλι που ξέχασε να σώσει το κουκούτσι του. Όταν γεράσουν οι εποχές, η σελήνη τον Αύγουστο θα μετριάζει τις αντοχές της. Μια μοναδικότητα ύπαρξης που κρύβεται μέσα στο απόλυτο του θανάτου.

Τα φανάρια στα σοκάκια γραπώνονται από τα μπαλκόνια, σαν αναρριχόμενα φυτά. Θέλω να κάνω φου και να ανάψουν. Ο ινδιάνος στον χυλισμένο τοίχο με κοιτά.  Κολλάω τα φτερά του στα δάχτυλα και προχωράω. Μια γάτα σκαλίζει το χώμα. Επιμελής φροντίδα για να εξαφανίσει τα χνάρια της. Για μια στιγμή ζηλεύω.


Ένα γραφείο γεμάτο κορνίζες. Στιγμές που μυρίζουν. Λαθραίες. Σίγουρες. Στα χρόνια που ήρθαν αποδεκατίστηκαν όλα τα στρατιωτάκια μου. Και μόνος ζωντανός. Μόνος πόνος. Η αλήθεια ως ει παρούσα. Τίποτα δεν αναχαιτίζει το κενό. Μου έμαθαν να τσαλακώνω τα όνειρα στο φόβο του πόνου. Να γκρεμίζω τον ορίζοντα. Όταν η άνοιξη ξεχνάει να ΄ρθει, συνηθίζεις να θάβεις το βλέμμα. Ξεσκονίζεις τη φυλακή σου με την ανάσα σου.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι. Μια ιχνηλασία φωτός που δεν ήθελε να απεκδυθεί. Εκείνο που της πρόσταζε ο χρόνος. Αυτό που οι άνθρωποι δε χωρούσαν. Κι έτσι από τότε η αγάπη πάντα προδίδει την πατρίδα της.

Σχεδόν τέλεια. Σχεδόν εξ αμελείας.

Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012) 

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 8




Τη στιγμή που οι ζωές πολλαπλασιάζονται, άγριοι κύκνοι βγαίνουν και μπλέκονται στα σύννεφα. Το άσπρο και το μαύρο διαιρούν την ηδονή μου. Εκεί στη γωνία που στάζει το δάκρυ σου. Εκεί θέλω να ζω. Να είμαι.


Ο σταλακτίτης των ματιών σου.


Μαρία Χρονιάρη,  "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα





Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

ΝΑ ΣΠΑΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να ΄ταν να μπορούσε η καρδιά μου!

Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:

Σκάψε! Τι βλέπεις;

Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.

Σκάψε ακόμα!

Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!

Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!

Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.
Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ΄ όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της.
Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν΄ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου."

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"

Ο νους: "Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου."

"Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν΄ ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.
"Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας."

"Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!"

Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: "Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!"

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου. Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Άλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου. Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.

Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι. Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!
Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.


Νικόλαος Καζαντζάκης, (απόσπασμα με τίτλο "Η προετοιμασία, Δεύτερο Χρέος" από το βιβλίο του "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες.)

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

ΚΥΒΟΣ




Μεγάλο δωμάτιο με μικρές στιγμές. Άλικα χέρια καταδύουν στο άφατο. Ποιός άρχισε να γράφει ιστορία; Σε μια διχάλα οι κατευθύνσεις είναι τρεις: οι θέσεις που θα πάρεις κι εκείνη που βρίσκεσαι. Ήθελε να μιλάει για οράματα. Ήθελαν να ακούν για τα λίγα. Κι ο χρόνος πέρναγε περιορίζοντας διαθλάσεις. Καμία διάθλαση δε σώθηκε μαζί τους.
Στους καθρέφτες όλα ήταν πιο δύσκολα. Κοιτούσαν, κι έβλεπαν φτωχές διαφάνειες και σώματα απρεπή. Ο καθένας για το δικό του πάλευε. Το δίκιο ήταν το ίδιο. Η ματιά είναι που άλλαζε τα πράγματα.Στα πρόσωπα τους κεντούσαν ενοχές. Χρυσές κλωστές με βελόνες από ασήμι.

Τις νύχτες, όταν πια η αλήθεια κρυβότανε, έβαζαν στο μαξιλάρι τις τύψεις για νάμα. Έτσι κοιμόντουσαν. Γιατί έτσι είχαν μάθει. Κανείς τους δεν ρώταγε αιτίες. Κανείς τους δεν έψαχνε αφορμές. Κι όμως, ακόμη τους μιλούσε για οράματα. Κι ήταν οι ίδιοι που άκουγαν τα απλά.
Στις αποστάσεις των βλεφάρων μια πυκνή πλέξη από μάρμαρο. Στων δαχτύλων τις άκρες, κουρτίνες ξανθές. Σε καθένα τους άγγιγμα, ηλεκτροδότηση. Πόνου. Πόσα watt αντιστοιχούν σε κάθε άνθρωπο;

Ήθελε να ταξιδέψει στο άπιαστο για να βρει τη σιωπή τους. Να συναντήσει εποχές. Να απαντήσει πριν η λέξη πεθάνει. Όμως η ζωή τους κυλούσε με άφωνες συλλαβές. Ανίκανη να καταλάβει γιατί τόσος φόβος. Γιατί τόση αντίθεση σε ψέματα ίδια. Οι μορφές τους ζυγώνανε σαν ποτήρια ρακί. Όταν το φιτίλι ανάψει τίποτα δε σώζεται. Όλοι το γνωρίζουν. Μα κανείς δε μιλάει γι’ αυτά.

Ο μεσκίνης όταν έφευγε απομάγευε η ζωή του. Όμως τη φυγή που του όριζαν, την έκανε προσευχή. Όταν οι άλλοι σε χτίζουν και πληρώνουν γι’ αυτό, τα ρέστα θα είναι πάντα δικά τους. Η φυλακή όμως σου ανήκει. Και μαθαίνεις να ζεις εκεί. Γιατί τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Και να θέλεις να μιλήσεις για οράματα, το κελί μόνος αντίλαλος της φωνής σου.

Στο μπαλκόνι ο κισσός έχει γραπώσει τους τοίχους. Ανεβαίνει και πάει. Σαν ανάγκη. Με διακριτικότητα κι έναν αθόρυβο φόβο. Ο αέρας που φυσάει τις τέντες μοιάζει με προετοιμασία πριν τον πόλεμο.
Μες στο δωμάτιο τα βήματα ίδια για ώρες. Ψάχνει να βρει τα παράθυρα. Δε μοιάζει. Δε θα γίνει. Δεν είναι. Είναι μόνο ό, τι αρχίζει και τελειώνει. Εντός. Κάποτε ήθελε να μιλήσει. Τώρα θέλει μόνο σιωπή.

Και μια απορία μονάχα να λύσει. Πού γεννιούνται και πού πεθαίνουν τα παραμύθια;  

(Μεσκίνης= Λεπρός)     

Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ",εκδ. Απόπειρα 2012) 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 7






Ψάχνω να βρω ένα κομμάτι πέτσα απ’ το κορμί σου. Να χωρέσω λίγες αναπνοές. Με ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα αναπτήρα μυαλό. Η υπομονή μου ξεφλουδίζει σιγά σιγά.


Κι η ζωή μου ξοδεύεται.




(Μαρία Χρονιάρη, "Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα, 2010)

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ

Η αγάπη, δεν χρειάζεται στολίδια. Είναι από μόνη της θησαυρός. Ξέρει να δίνει, χωρίς να ζητά. Ξέρει να πονά, χωρίς να το δείχνει. Ξέρει να περιμένει, χωρίς ν' αγκομαχά. Ξέρει να ελπίζει, χωρίς να φοβάται. Ξέρει να είναι πάντα παρούσα για να επουλώνει πληγές. 


Μαρία Χρονιάρη