Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ



 Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Βρίσκομαι μόνη σ’ ένα γειτονικό καφέ. Απ΄ την πλευρά που κάθομαι, έχω την δυνατότητα να κοιτώ απ΄ το παράθυρο. Στην πλατεία τα μικρά παιδιά παίζουν, τρέχουν, γελούν. Οι μεγάλοι, καθισμένοι στα γύρω παγκάκια παρακολουθούν. Παρακολουθώ κι εγώ μικρούς και μεγάλους και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ την άνοιξη που έχουν τα παιδικά χρόνια και την μοναξιά που κρύβει μέσα της η ενηλικίωση.

Αυτό το πέρασμα από χρόνο σε χρόνο που σε φέρνει όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά  αντιμέτωπο με τον εαυτό σου. Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Ο εαυτός μας. Που είναι εμείς. Που δεν είναι εμείς. Που θα ήθελε να είναι κάτι άλλο ενδεχομένως από αυτό που είμαστε κι είναι εγκλωβισμένος μέσα στο δικό μας σώμα.

Κι εκεί αρχίζει το σκάκι με την μοναξιά. Δύσκολες παρτίδες. Σκληρές και ύπουλες. Ποιο πιόνι να μετακινήσεις για να σώσεις βασιλιά και βασίλισσα; Δηλαδή εσένα. Ποιο τετράγωνο θα είναι το σωτήριο; Κι αν η επόμενη κίνηση είναι ματ κι όλα τελειώσουν; Ερωτήσεις, ερωτήσεις κι απάντηση από καμία έως δύσκολα.

Κάποιος μια φορά μου είχε πει: «Μαρία παιδί μου, άνθρωπο θωρείς καρδιά δεν βλέπεις». Πόσο δίκιο είχε αυτή η κουβέντα του. Πόση αλήθεια. Από τότε δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου. Κοιτώ έναν έναν τους ανθρώπους στο μαγαζί. Τους περιεργάζομαι από πάνω έως κάτω. Οι κινήσεις τους, τα γέλια τους κρύβουν έναν κεκαλυμμένο πόνο.

Με μερικούς απ’ αυτούς συμπίπτει το βλέμμα μας. Δεν μπορώ να υπολογίσω για πόση ώρα, όμως όση κι αν είναι, αρκεί για να φανερώσει και στους δυο μας το μυστικό και να το φυλάξουμε ο ένας για τον άλλον καλά κρυμμένο. Αγγιζόμαστε κι ανταλλάσσουμε τις μοναξιές μας. Σαν μεταδιδόμενη νόσος. Μέσα σε τόσο πλήθος κι όμως έρημοι. Ναι, έρημοι. Σαν κόκκοι άμμου που τους παραδέρνει ο αέρας.

Συλλογίζομαι έπειτα την δική μου εσωτερική ερημιά. Τι αρνήθηκα; Τι δέχτηκα; Τι θυσίασα; Τι πήρα και τι έδωσα για να φτάσω εδώ; Πόσα και ποια απ’ όλα τα ναι και τα όχι της ζωής μου, άξιζαν τον κόπο; Κι όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα γεννούν κι άλλα, πιο σκληρά και δεν γνωρίζω πως και σε ποια να απαντήσω.

Και τι να πω στη δική μου μοναξιά. Λίγο πριν πιω την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ μου, έρχεται στο μυαλό μου μια ρήση -  που δυστυχώς δεν θυμάμαι ποιος την είπε – με βρίσκει όμως απόλυτα σύμφωνη: « Μη λυπάστε τους μοναχικούς ανθρώπους. Να λυπάστε εκείνους που συμβιβάζονται από φόβο μην μείνουν μόνοι».


Μαρία Ι. Χρονιάρη




Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου