Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΙ




Θέλω να έρθω να σε βρω. Να σου διηγηθώ ξανά την ιστορία με άλλα λόγια. Να δεις πως η αλήθεια, δεν είναι λέξη που τη φόρεσες και πας. Πως είναι πράξη και ριζώνει. Είναι καθρέφτης που όταν σπάσει, σκίζει τα κόκκαλα και τρώει το μεδούλι. Είναι καημός, που άμα τον ζεις, λυγίζουν οι ώμοι σου και πέφτει το κορμί σου.

Να σου μιλήσω και να πω, ότι οι άνθρωποι είναι τόποι. Είναι ιστορία γέννησης, που μέσα της ανθίζει ξανά, στην επανάληψη ο χρόνος της ζωής. Μα εσύ δεν ξέρεις να μετράς και όλο χάνεις. Οι άνθρωποι είναι αγάπη κι όνειρα και θάλασσες. Άλλες φορές θλιμμένα σπίτια και κάποιες άλλες, ουρανός να ζωγραφίζεις. Μα εσύ δεν ξέρεις από χρώματα, ούτε και από ουρανό κι όλο μικραίνεις και κλειδώνεσαι.

Να μάθεις πια πως οι άνθρωποι, γίνονται  χάδι και αγκαλιά. Τα χέρια ανοίγουν, μέσα σε κλείνουνε κι όλο σε σφίγγουν να μην χαθείς. Δίνουν το σώμα τους τροφή σαν αγαπούν κι όλο το αίμα τους, αν τύχει και ραγίσεις. Μα εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς, ούτε να νοιάζεσαι. Μόνο δαγκώνεις συνεχώς το χέρι που έρχεται, ψωμί να σε ταΐσει.

Θέλω να έρθω να σε βρω. Να βάλω μπρος στα μάτια σου τον κόσμο που παγώνεις. Να δεις, πως είναι να πονάς και να αλυχτά η ψυχή σου. Να τρέχει απ’ τα μάτια σου στάλες ο ωκεανός κι απόρριψη να δέχεσαι σαν η φωνή σου σπάει. Μα εσύ δεν ξέρεις από γιατρικά κι ούτε γνωρίζεις από τραύμα. Μονάχα τις λεπίδες σου, ξέρεις να ακονίζεις.

Στρέφω τα μάτια στον ορίζοντα. Μοιάζει να γέρασε δειλά η νύχτα απόψε· μοιάζει με φόρεμα που έχει ξηλωθεί. Ψάχνω να βρω που είναι η άκρη της, μήπως και σώσω κάτι από τη λάμψη του φευγιού της. Να την κρατήσω όσο μπορώ κι ένα νανούρισμα να πω να μην τρομάζει.

Στον άδειο δρόμο, περπατάει ένα σκυλί. Τα βήματά του απαλά, λιγνά, σαν να φοβάται μην πληγώσει το οδόστρωμα. Βάζω στη θέση του τον εαυτό μου, μα ύστερα συλλογίζομαι πως μάλλον το αδικώ.

Η μοναξιά είναι χώρος πληγής. Είναι σιγή και στεναγμός κι όλο θεριεύει αν την ποτίζεις. Θέλω να έρθω να σε βρω. Να σου διηγηθώ την ιστορία με άλλα λόγια, μα μετανιώνω και σιωπώ.

Γιατί είναι μάταιο κανείς να αγαπάει την πέτρα.

Μαρία Χρονιάρη


Κείμενο από την μόνιμη στήλη μου "Όταν ο λύκος είναι εδώ", στο Πολιτιστικό Site Ολόγραμμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου