Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ ΦΥΓΗ



Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.


Σε κρατούν στα χέρια τους. Σε κοιτούν και σε φτιάχνουν. Σου δίνουν σχήμα και χρώμα. Για να τους μοιάζεις. Να είσαι ίδιος με το ντεκόρ. Σε ονοματίζουν. Ό,τι επιθυμούν, ό,τι χρειάζονται, ό,τι βολεύει, ό,τι τους λείπει, ό,τι εξυπηρετεί, ό,τι δεν έχουν, ό,τι δεν θέλησαν, ό,τι ήρθε – έφυγε και κάθε ενδιάμεσο.

Σε φωνάζουν φόβο, ντροπή, κακία, θάνατο. Σε λένε αγάπη όταν όλα τα υπόλοιπα τους έχουν τελειώσει. Δε σε ρωτούν. Εκείνοι ξέρουν. Και πάντα έχουν δίκιο. Τροφοδοτούν τις ανάγκες σου για να εξαρτάσαι. Να υπάρχει πάντα αυτό το σκοινί που αν το κόψεις, πάει, τέλειωσες.

Και μαθαίνεις. Να είσαι πιστός, νομοταγής, ήσυχος·  να μην εναντιώνεσαι και να κοιτάς χαμηλά. Να μιλάς σιγά για να μην ενοχλούνται. Να μιλάς καλά για να νιώθουν περήφανοι. Σε διδάσκουν αρχές· αυτές προ πάντων. Έσω ηθικός, νομοταγής, τίμιος. Να θυμάσαι από που ξεκίνησες και σε ποιους οφείλεις.

Γιατί πάντα οφείλεις να οφείλεις. Χωρίς γιατί, επειδή, αμφισβήτηση. Οφείλεις. Έτσι είπαν. Σε τοποθετούν στη ζωή και σου δίνουν το ρόλο. Σε εκπαιδεύουν για να είναι σίγουροι πως θα παίξεις σωστά. Άλλωστε πάντα σε παρακολουθούν. Από μακριά για να μη σε τρομάξουν, από κοντά για να μην τους ξεφύγεις. Μην αυτονομηθείς κι οι ισορροπίες χαλάσουν.

Σου δίνουν σπίτι, δουλειά, μια ωραία οικογένεια. Και τα χρόνια περνούν και κοιτάς στον καθρέφτη. Δεν ξέρεις ποιος είσαι εσύ, ποιοι είναι οι άλλοι. Αποφασίζεις πως δεν θες  να ‘σαι ούτε η σκακιέρα ούτε το πιόνι. Γιατί ό,τι κι αν έκαναν, εσύ δεν τους μοιάζεις.

Κοιτάς πίσω και βλέπεις σιωπή. Γυρνάς μπροστά κι αναπνέει ορίζοντας. Κανένα δίλημμα πια δεν υπάρχει. Εσύ η εξουσία σου, εσύ τα δεσμά σου. Στέκεσαι στο πλατύσκαλο αδιαπραγμάτευτα μόνος. Ο δρόμος απλώνεται με ακρίβεια βέβαιη. Όλα απέχουν μόνο μια δρασκελιά.

Η ώρα άργησε, αλλά ήρθε.  Κόβεις τις άγκυρες και ουρλιάζεις φυγή.




Μαρία Ι. Χρονιάρη




Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF και να την διαβάσετε εδώ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου