Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ





"Πίσω από αυτό τον εντυπωσιακό τίτλο, το επιβλητικό εξώφυλλο και το βαρύ μόττο από τον Έζρα Πάουντ, τι έκπληξη!: έρχονται ξαφνικά κάτι πιτσιρίκια… Έτσι είχα ονομάσει αυτά τα νεαρά ποιήματα σ’ ένα μικρό σχολιάκι που ανάρτησα στο FB μόλις διάβασα το βιβλίο. Και έτσι είναι: ποιήματα πιτσιρίκια, τρυφερά, οργισμένα, ανυπόμονα, σαστισμένα, πεισμωμένα, συχνά αυθάδη…

Η Μαρία Χρονιάρη κρατά σημειώσεις στα περιθώρια της μέρας και της νύχτας και διαπράττει μικρά ποιήματα, τα οποία είναι σαν βιαστικές, αμελώς κρυπτογραφημένες, εγγραφές των συμβάντων που έχουν πέσει στην αντίληψή της- αλλά και των μη συμβάντων, αυτών που πέφτουν στιγμιαία, σαν αιφνίδιος ίσκιος, σαν αόριστη όχληση στο ασυνείδητο, καθώς διαπερνούν  το προστατευτικό δίχτυ της καθημερινότητας και εξαερώνονται στο ανυπόστατο..

 Οι εγγραφές αυτές είναι αμυντικές και επιθετικές. Συντίθενται από αισθήσεις προαισθήσεις, διαισθήσεις και αναμνήσεις, ανεπεξέργαστες εν πολλοίς, και όχι πάντα δικές της. Υποστασιοποιούνται ως περιστατικά από άλω, από ύλη και από ιλύ – τις αξεδιάλυτες στην ύπαρξη… Γίνονται ποιήματα, ψιχία ψυχής, και αναλαμβάνουν ρόλο σημαδιών, που η ποιήτρια αφήνει ξοπίσω της, καθώς προχωρά, για να μη χάσει το δρόμο της.

Γράφοντας, λοξοκοιτάζει τη ζωή, σαν ανήλικη, «με θυμό και φόβο». Σκέφτεται πως πρόκειται προφανώς για ένα περίπλοκο, μοναχικό παιχνίδι συναναστροφών, χωρίς κανόνες.
Ψάχνει αδιάκριτα πίσω και κάτω από τις σκέψεις, τις σχέσεις, το σώμα, τη μοναξιά του άλλου σώματος, περιεργάζεται και σχολιάζει όλα αυτά τα προικώα της δώρα.

Η ποιήτρια έχει βιοποριστική σχέση με το χώρο της εικόνας. Πιθανόν για το λόγο αυτό οργανώνει σκηνοθεσίες, παρακολουθεί μιμήσεις άλλων ζωών και ασκείται παράλληλα στην εστίαση σε λεπτομέρειες.
Πιθανόν για το λόγο αυτό συλλαμβάνει τον κόσμο της σε μονοπλάνο και τον αναπαράγει / περιγράφει σε κινηματογραφικό χρόνο όπου όλα έχουν συμβεί, όλα συμβαίνουν όλα θα συμβούν ταυτόχρονα: 

Στην άκρη του μόλου με τον παλιό φάρο, χαράζω ορίζοντα με θέα τη φυγή. Θα ξεράσω την άγκυρα με το πρώτο φως που θα δω θάλασσα.

Κρυφά ή φανερά, μέσα στους στίχους της – από τους δήθεν πρωτόλειους ως τους αθώα υποψιασμένους, το μπαλάκι του παιχνιδιού πηγαινοέρχεται συνεχώς, χτυπώντας ανάμεσα στο παρόν και στο άγνωστο και πέφτει πάνω σε ξαφνικές συστάδες λέξεων που λειτουργούν και μόνο με τον ήχο τους ως ξόρκια.

Τα ποιήματά της είναι συχνά μονόστιχα «αποφθέγματα» διατυπωμένα σε μορφή παιδικών γρίφων: 
Αύριο θα είναι όλα χθες. Αρκεί το αύριο να είναι σήμερα.

Η αγάπη, ο κύριος άξονας του βιβλίου, είναι κάτι που την μπερδεύει: δεν ξέρει ούτε πώς να την αντιμετωπίσει ούτε πώς να της φερθεί. Απέναντί της είναι άπληστη, είναι αδέξια, είναι αφηρημένη, είναι αντιφατική, είναι ανεπαρκής. Είναι πολλά από τα πολλά α της αγάπης…

Λιωμένα σ’ αγαπώ στο βάζο με τη μαρμελάδα. Πήγα να πάρω ένα και πασαλείφτηκα, λέει.

Πότε νιώθει σχεδόν τη σκέπη μιας αγάπης να την προστατεύει:
Στο ταβάνι μου υπάρχει μια παράξενη αντανάκλαση αγάπης.

Πότε τα χάνει όλα:
Η χαρά καθόταν κάτω κι έκλαιγε. Μόλις είχε φύγει η αγάπη.

Περνά σε φάση αυτολύπησης και αυτοτιμωρίας:
Καίω το μυαλό μου κάθε φορά. Λίγο πριν λιώσει το σβήνω ρίχνοντας πάνω του τα λόγια σου.

Προσηλώνεται για λίγο σε μια ιαματική ομογενοποίηση αναμνήσεων τετελεσμένου χρόνου:
Εμείς λείπουμε. Λυπούμαι. Κι όμως, εκεί, ώρες πριν το ξημέρωμα, έζησαν όλα όσα μπορέσαμε ποτέ να υπάρξουμε.

Σε κατάσταση απόλυτης διαύγειας κάνει τον ισολογισμό:
Κι όμως εσύ αγαπήθηκες ερήμην σου. Εγώ σ’ αγάπησα εις γνώσιν μου.

Μετά, το φιλοσοφεί:
Πάθος. Λάθος. Ένα σύμφωνο διαφορά. Που όμως χρειάζεται το ίδιο θάρρος.

Καταλήγει και δηλώνει με ενήλικη σοφία:
Σε έχω μάλλον επινοήσει

Τελικά ξεχνιέται και αποφασίζει να συνεχίσει σε άλλη διαδρομή:
Ευτυχώς που άλλαξα μπαταρία στο φεγγάρι

Προκλητικά κυκλοφορεί στο στενό αδιέξοδο του ποιήματος:
μ’ ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα αναπτήρα μυαλό -και συνεχίζει την πορεία της…

Και το ανήσυχο αυτό βιβλίο κλείνει μ’ ένα ανησυχητικό, άπατο, μονόστιχο ποίημα:

Δεν έχω πια άλλες απορίες για τη ζωή. Μου τις έλυσαν τα φαντάσματα."

Παυλίνα Παμπούδη

(Η ομιλία της ποιήτριας Παυλίνας Παμπούδη στην παρουσίαση του βιβλίου μου "Εκεί που αλλάζω ζωές", στο Φλοράλ, στις 4/4/11)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου