Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΗ ΚΟΥΒΕΡΤΑ








Η ποίησις είναι ανάπτυξις
Ανιόντος θανάτου
Ίσως και κατιόντος
Αφού όλα τα πράγματα
Στη ζωή
Είναι είτε ανιόντα
Είτε κατιόντα
Όπως τα ποιήματα

Θα μπορούσε κανείς εδώ να σκεφτεί
Το ποδήλατο μιας γυναίκας
Σε όλες τις ηλικίες του έρωτα
Ή έναν έρωτα
Σε όλες τις στάσεις ενός ποδηλάτου

Αν δεν υπήρχε
Το μεγάλο ζήτημα
Για το πόσο θάνατο
Περιέχει τελικά η ζωή
Ή πόσες ζωές μαζί
Ευθύνονται αποκλειστικά
Για έναν και μόνο θάνατο
Μιας γυναίκας

Δυστυχώς όμως
Τα ποιήματα
Εις μάτην της ματαιοδοξίας τους
Δεν είναι θέμα ποδηλάτου
Ούτε καν ηλικίας
Όπως δεν είναι και θέμα ζωής

Ή θέμα θανάτου

Αλλά ίσως μόνο
Λίγων γραμμών
Γυναικείων φυσικά

Και όλα αυτά υπό αίρεση

Αν εν τω μεταξύ εσύ
Δεν ξυπνάς κάθε πρωί
Δίπλα μου
Και δεν στερεώνεις
Με τα πελώρια μάτια σου
Τον κόσμο
Κάτω απ’ το μαξιλάρι μου

Στο κάτω κάτω της γραφής
Ή στο πάνω πάνω
Ποιος χέστηκε αν τα ποιήματα
Ανεβαίνουν
Ή κατεβαίνουν

Αφού αυτό εδώ
Το τελευταίο
Γραμμένο τη στιγμή ακριβώς
Που ανεβαίνουν
Και κατεβαίνουν ζωές
Που ανεβαίνουν
Και κατεβαίνουν τα μάτια σου

Δεν ανήκει σε μένα
Όπως ενδεχομένως
Δεν μου ανήκει κανένα άλλο ποίημα
Εκτός από σένα

Και μια μεξικάνικη κουβέρτα
Για να προσεύχονται
Τα μέτωπά μας
Σαν ψάρια
Μέσα σε ένα αξεδιάλυτο δίχτυ

Δεν ανήκει σε μένα
Αφού ποτέ εγώ
Τόσο εμείς
Ποτέ ξανά εγώ
Τόσο αθάνατος
Από τα μαλλιά σου

Αλλά στον Παναγιώτη Γαλανόπουλο
Και ίσως
Στον Σαλβαδόρ Νταλί
Που κάποτε συναντήθηκαν
Σε νεαρά ηλικία
Στο κέντρο της Βαρκελώνης
Κάτω από μια τεράστια φωτογραφία
Του Ανδρέα Εμπειρίκου

Κι ενώ ο ουρανός
Έβρεχε ποιήματα
Και ζωές
Και ώρες
Και θανάτους

Ο πρώτος
Πήρε κούρσα τον δεύτερο
Με το σκουριασμένο του ποδήλατο

Την ώρα που οι γραμμές του κόσμου
Αυτού του λεγόμενου κόσμου

Του χάριν συντομίας κόσμου
Του κόσμου που έσπασε
Σε χιλιάδες μικρές ρόδες
Είχαν προσωρινά σβήσει
Μέσα στα πράσινα μάτια σου

Κι εγώ
Ήμουν φυσικά

Όχι εσύ
Όχι ακόμη εσύ

Νεκρός

Κάτω απ’ τα συντρίμμια
Μιας μεξικάνικης κουβέρτας



Σταύρος Σταυρόπουλος, από την ποιητική συλλογή "Ο άνθρωπος έσπασε", εκδ. Γαβριηλίδης 2015







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου