Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

ΕΣΥ ΠΟΣΟ ΒΙΑΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΠΟΣΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΟΥ ΑΝΑΛΟΓΕΙ;


Το πείραμα του Μίλγκραμ (The Milgram Experiment) ήταν μια σειρά πειραμάτων κοινωνικής ψυχολογίας που διενεργήθηκαν από τον ψυχολόγο του Πανεπιστημίου του Γιέηλ (Yale), Stanley Milgram. Μετρήθηκε η προθυμία των συμμετεχόντων στο να υπακούν ένα πρόσωπο (Επιστήμονα) που συμβολίζει εξουσία και αυθεντία, όταν αυτός τους ζητούσε να κάνουν πράγματα που αντιτίθενται στην συνείδησή τους.

Τα πειράματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1961, τρεις μήνες μετά την έναρξη της δίκης του Γερμανού ΝΑΖΙ Adolf Eichmann για το Ολοκαύτωμα. Το πείραμα καλούνταν να απαντήσει στο ερώτημα: "Ο Eichmann και οι συνεργοί του, είχαν κοινό σκοπό τουλάχιστον ως αναφορά το σκοπό του Ολοκαυτώματος;".

Τα πειράματα του Milgram έδειξαν ότι είναι δυνατόν εκατομμύρια συνεργοί απλά ακολουθούν τις εντολές τους, ακόμα κι αν αυτές παραβιάζουν τις βαθύτερες ηθικές αρχές τους. Το παρόν είναι απόσπασμα από σύγχρονη επανάληψη του πειράματος στο πρόγραμμα Horizon του BBC 2, στη σειρά με θέμα "Πόσο βίαοι είμαστε", στο οποίο συμμετέχει ενεργά ο πρώην βουλευτής Michael Portillo.

Δείτε εδώ το πρώτο μέρος του βίντεο συνολικής διάρκειας 8:36 


Δείτε εδώ το δεύτερο μέρος του βίντεο, συνολικής διάρκειας 8:39 



Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΚΑΤΗΣ



Βγήκε εψές η Σελήνη, πελώρια και φασματική, στύλωσε πάνω από τον Λυκαβηττό την ασπίδα του καθρέφτη της και άπλωσε το ερωτικό της φίλτρο πάνω στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα. Οι άνθρωποι ένιωσαν μια στάλα από το χρυσό δηλητήριο να στάζει μέσα στην αδύνατη καρδιά. Τα δάχτυλα έγιναν φιλντισένια, τα μέτωπα αγνό κερί, και μέσα στα διάπλατα μάτια άναψαν πυρσοί από κίτρινο φώσφορο.

  Η Σελήνη χαμήλωσε πάνω στις ωραίες γυναίκες, πέρασε στο εκστατικό πρόσωπό τους την προσωπίδα από λεπτό φύλλο χρυσού, αυτή που φορούσαν οι πεθαμένες βασίλισσες των Μυκηνών. Τις κοιτάξαμε με θάμβος και είταν η πρώτη φορά που τόσο βαθιά τις είδαμε ως μέσα στη θηλυκή καρδιά τους. Γιατί είταν η Σελήνη που μας τις έδειξε.

  Είταν η ίδια, χλωμή και λυσίζωνη, αχόρταγη και σιωπηλή, όπως όταν μάγεψε τον Ενδυμίωνα, το μικρό βοσκόπουλο του Λάτμου, που το βρήκε να κοιμάται ολόγυμνο στη δροσερή σπηλιάΤόνε σκέπασε με ύπνο βαρύ σα λιγοθυμιά, σφράγισε τα ματόκλαδά του με το φοβερό της φίλημα και τον έκαμε δικό της ολάκερη την αυγουστιάτικη νύχτα, χωρίς να λύσει από πάνω του τα μάγια του εξαντλητικού ύπνου.

  Ο έφηβος έγινε χλωμός και διάφανος, μέσα στο κορμί του έτρεχε το χρυσό φωσφορικό φίλτρο της Εκάτης. Το θαύμα έκλεισε το θεοφίλητο στόμα του με τη σιωπή και σαν ξύπνησε, μέσα στα εκστατικά μάτια του έκαιγε η σιγανή τρέλα του φεγγαρόφωτου. Όλη τη μέρα που περίμενε το άστρο του Απόλλωνα να σβήσει, ονειρευόταν τους γλυκούς βραχνάδες που θα του έφερνε η νύχτα. Μαζί με τη νύχτα έμπαινε αθόρυβα η Εκάτη στη σπηλιά του μικρού βοσκού, τον κοίμιζε, έγερνε πλάι του και βύζαινε ως την αυγή τον έρωτα από το μελαχρινό κορμί του.

  Πέθανε ο Ενδυμίων από την πολλήν αγάπη. Μια νύχτα είταν, μέσα στην ερωτική σπηλιά του Λάτμου, που δεν μπόρεσε νανοίξει ποτέ πια τα βαριά ματόφυλλα, να δει την Εκάτη να τον καίγει με τον πόθο της. Πάνω στα μάτια του έπηξαν αράγιστες οι ερωτικές σφραγίδες του θεϊκού φιλήματος. Και στο παιδικό πρόσωπο κρατούσε τη χρυσή προσωπίδα του θανάτου. Όταν τα θαυμαστά μέλη του επάγωσαν σιντεφένια πάνω στις παχειές προβιές και ήρθε η Αυγή να σκορπίσει τους πελινδούς ίσκιους των ονείρων, η σπηλιά είταν ακόμα γεμάτη από φεγγάρι. Οι πέτρες φωσφόριζαν, λαμπύριζαν σαν μάτια μικρών αγριμιών τα κρύσταλλα.


Τότε τα σκυλιά του μαζεύτηκαν στην έμπαση, σήκωσαν το υγρό ρύγχος προς την Εκάτη, και γάβγιζαν με υψηλά, μακριά ουρλιάσματα. Οι λαγκαδιές τα μεταπήραν και ολόλυξαν βαθιά, με τις σπηλιές των νυμφών και με τις βουερές χαράδρες, όπου ανήσυχα τέντωναν τα σουβλερά αυτιά οι σάτυροι. Από τότες η Εκάτη, έρχεται και λύνει πάνω στο Αιγαίο τις ξανθές πεταλούδες της, και γεμίζουν τα νυχτερινά νερά από χρυσούς βοστρύχους, που σαλεύουν σαν δεσμίδες φωτερά φίδια. 

Μέσα στα δάση, στις ρεματιές που γυρίζουν τα τσομπανόπουλα, στις πηγές, στάζουν τα βαριά φωσφορικά δάκρυά της. Από τότες τα σκυλιά σηκώνουν τη μουσούδα και ουρλιάζουν λυπητερά προς το πρόσωπο της Εκάτης. Έτσι βγήκε εψές πάλι η Εκάτη πάνω από το Λυκαβηττό, σα νάβγαινε από τη σπηλιά του Λάτμου.Την είδαμε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά ενός μαύρου κυπαρισσιού, να κρέμεται σαν υπερφυής καρπός. Κατόπι φάνηκε να γυρίζει πάνω στην αμμουδιά του Σαρωνικού. Περπατούσε αργά, και δεν σφράγιζαν τη μαλακήν ακρογιαλιά τα χρυσά της βήματα.

 Μια συντροφιά σταμάτησε να μιλά τις ασήμαντες κουβέντες της, γύρισε και κοίταξε τη φιλέρημη Θεά ξαφνιασμένη. Κατόπι, άντρες και γυναίκες, ξανάρχισαν να μιλάνε, με τις φωνές χαμηλωμένες. Μόνο μια κόρη, μια μικρή παρθένα, με τα στήθη όχι πιο μεγάλα από δυο αχλάδια, απόμεινε να κοιτάζει κατάματα την πελιδνή Θεά.Τα μάτια της παιδούλας γέμιζαν σιγά – σιγά από ακατανίκητον τρόμο. Γέμιζαν φως φεγγαρίσιο, ψυχρό κ’ επικίντυνο.

 Είταν η ερωτική γοητεία της φοβερής Σελήνης, που άπλωνε ναγγίσει θανάσιμα το παιδί.Όταν η συντροφιά σηκώθηκε να  φύγει, η μικρή παρθένα γύριζε ακόμα πίσω το κεφάλι, κάθε τόσο γύριζε, τρομαγμένη και εκστατική, να ιδεί τα φωσφορικά μάτια της Εκάτης.Τότε προσέξαμε πως η Θεά της είχε φορέσει στο φοβισμένο πρόσωπο τη χρυσή προσωπίδα της, την προσωπίδα που φορούσαν οι πεθαμένες βασιλοπούλες των Μυκηνών.Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα. Η μικρή παρθένα είτανε σφραγισμένη με τη θανάσιμη βούλα της Εκάτης.Της χλωμής Θεάς που μισεί τις παρθένες.

 Έτσι γύρισε η Θεά εψές όλη τη νύχτα μέσα στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα. Περπάτησε μονάχη πάνω στην άσφαλτο, οι στράτες άστραψαν γυαλιστερές και τεντωμένες, η επιδερμίδα τους ρίγησεν ασημένια. Άγγισε τις σιδερένιες ράγιες κι αυτές έλυωσαν και σάλεψαν, χρυσά φίδια. Ανέβηκε τις μεταλλικές ανεμόσκαλες, άφησε την ασημόσκονη από τα πέλματά της πάνω σ’ όλα τα σκαλοπάτια.

 Μπήκε πατώντας στα δάχτυλα μέσα σ’ όλες τις κάμαρες του ύπνου, μπήκε από τανοιχτά παράθυρα, έσκυψε πάνου απ’ όλα τα κρεβάτια που κοιμούνται οι έφηβοι, πουθενά δε βρήκε τον χαμένο Ενδυμίωνα. Στο τέλος στάθηκε πάνω στη στέγη μου, ακούμπησε στην τετράγωνη καμινάδα. Εκεί είταν κουλουριασμένες δύο γάτες.Τα ιερά της ζώα.
  
Τα μάτια τους είταν χρυσοπράσινα, τέσσερα μάτια μεταλλικά, χτυπημένα από το φεγγάρι. Τα φτωχά ζωντανά λαβώθηκαν ως μέσα στα ζεστά σπλάχνα τους από το γλυκό δηλητήριο, τινάχτηκαν ανατριχιασμένα. Έκλεισαν τα μάτια τρομαγμένα, και ξέσκισαν τη φωσφορική νύχτα με τη μακρόσυρτην οιμωγή της οδυνηρής ηδονής, που έδεσε κόμπο τα ελαστικά τους σώματα.

  


Στρατής Μυριβήλης, από το "Κόκκινο Βιβλίο", 1953

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Μέσα μου μπλέκονται χιλιάδες εποχές, χιλιάδων ανθρώπων, χιλιάδων προσώπων, χιλιάδων ζωών.  Όμως είναι όλα χειμώνας.

Μαρία Χρονιάρη


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ



Αμέτρητοι μέσα μας κατοικούν.
Άν σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι, αγνοώ
Ποιός είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται.
Είμαι ο τόπος μόνο
όπου σκέφτηκε ή αισθάνθηκε.

Ψυχές περισσότερες από μία έχω.
Περισσότερα εγώ απ' το εγώ το δικό μου.
Υπάρχω εντούτοις,
Αδιάφορος για όλους.
Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Διασταυρούμενες οι παρορμήσεις
Αυτού που νιώθω ή δε νιώθω
Για το ποιός είμαι ερίζουν.
Τις αγνοώ. Τίποτα δεν υπαγορεύουν
Στο εγώ που γνωρίζω: εγώ γράφω.

Ρικάρντο Ρέις, ετερώνυμος του Φερνάντο Πεσσόα.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΖΩΗ



Οι ψυχικές ασθένειες τα τελευταία χρόνια έχουν πάρει μια αύξουσα δυστυχώς πορεία. Οι λόγοι δεν είναι πάντα ούτε απλοί ούτε τόσο προφανείς όσο νομίζουμε. Γύρω μας, στο οικογενειακό και φιλικό μας περιβάλλον υπάρχουν άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη μέχρι και ακόμη βαρύτερα σχιζοφρένεια - μια μορφή ψυχοπάθειας πολύ ιδιαίτερη και δύσκολα ένας μη ειδικός έχει την ικανότητα να την διακρίνει. 

 Τα άτομα που πάσχουν, στην πλειοψηφία τους, ούτε τα ίδια δεν αναγνωρίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Κι εδώ ερχόμαστε εμείς οι φίλοι, συνάδελφοι, συγγενείς, άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Παρατηρούμε με τρόπο διακριτικό την όποια αλλαγή συμπεριφοράς ενός ανθρώπου κι αν διαπιστώσουμε πως κάτι έχει αλλάξει, τότε το συζητάμε μαζί του και πάντα απευθυνόμαστε σε έναν ειδικό.  

Οι ψυχικές νόσοι στον αιώνα που ζούμε απαγορεύεται να αντιμετωπίζονται ως ταμπού. Οι διαταραγμένοι ψυχικά άνθρωποι έχουν ανάγκη την βοήθειά μας, την φροντίδα και το ενδιαφέρον μας διότι οι ίδιοι αδυνατούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Πλησιάστε όποιον άνθρωπο βλέπετε πως χρειάζεται βοήθεια. Δώστε του λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας. Οι άνθρωποι που είναι άρρωστοι με την σωστή φαρμακευτική υποστήριξη, μπορούν να είναι και πρέπει να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας μας. Μπορούν να είναι παραγωγικοί αρκεί να τους δώσουμε το χέρι και να στηρίξουμε με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας μας την προσπάθεια που κάνουν να ξαναβγούν στην ζωή. 

Δεν είναι αδύναμοι. Και μας έχουν ανάγκη. Το παρακάτω βίντεο μας δείχνει για 13 λεπτά, πώς είναι να ζεις στο μυαλό ενός σχιζοφρενή ανθρώπου. Μην κλείνουμε τα μάτια στις ψυχικές ασθένειες. Ίσως κάποτε να είναι η σειρά μας.

Μαρία Χρονιάρη

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης


Β΄ ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος. Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.

Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.
Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες. Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει· αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας· ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις Ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: "Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!"

Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα!
Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!
Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. Γιατι μονάχα αυτός, πιστός στη μεγάλη πνοή του καιρού μας, γκρεμίζοντας, μισώντας, επιθυμώντας, ακολουθάει το σύγχρονο πρόσταγμα του Θεού μας.

Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία. Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί. Κάθε στιγμή πρέπει να ΄μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατι η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.

Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.

Γιατί ένας στα πέρατα τ΄ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.


Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ΄ ένα στρατό που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου.


Νικόλαος Καζαντζάκης, απόσπασμα από το βιβλίο του "Ασκητική"