Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 20



Η βροχή σώζει τα αυλάκια στην ψυχή μου. Νερό βαλτωμένο και κρύο. Μια μέρα θα σου χαρίσω τη ζέστη της. Να την κάνεις ομπρέλα για τη φυγή σου.

Μαρία Χρονιάρη, από το βιβλίο μου, "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα 2010

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ



ΕΡΧΕΣΑΙ καμιά φορά — σπάνια, αλλά έρχεσαι — μεσάνυχτα περασμένα. Δίνεις μία στην πόρτα και μπαίνεις · όπως τότε που επιστρέφαμε φωτεινοί με τα πλοία στα λιμάνια. Κάθεσαι ήσυχα στο κρεβάτι μου και με κοιτάς. Ένας σπασμένος καθρέφτης λιώνει ανάμεσα στους ώμους σου, εκεί που παλιά ήταν το πρόσωπό σου. Βλέ­πω μέσα του τον επίλογο του εαυτού μου. Άρχισα να γερνάω, βλέπεις, και έχω αποκτήσει άλλες συνήθειες. Κόβω το τσιγάρο, κόβω σελίδες απ’ τα βιβλία, κόβω τα νύχια μου κάθε φορά. Προσπαθώ να κόψω δρόμο ξα­νά. Εσένα στάθηκε αδύνατον να σε κόψω. Τόσα χρό­νια έτρεμε το χέρι μου κάθε που πλησίαζε το νυστέρι. Κι ακόμα βρίσκομαι εδώ και σου μιλάω — δεν έχει σημασία που είναι η φωτογραφία σου — και ρωτάω τα νέα σου, και σου λέω οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν, καταρ­γώντας ο ένας τον άλλον. Φυσικά, δεν ακούς.

Σκέφτομαι ότι για να έρχεσαι, δεν είχες φύγει ποτέ. Πώς γίνεται όμως να ξεπορτίζουν νυχτιάτικα οι φωτογραφίες ;



Σταύρος Σταυρόπουλος, "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια", εκδ. Απόπειρα 2010, 2012

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

MEA REQUIES



Είναι μια λύπη που στάζει μέσα μου
Με το μαύρο μελάνι της
Ζωγραφίζει βροχή
Κι όλο να μεγαλώνει το χάος
Ανάμεσα στις ματιές μας
Κι όλο οι παλάμες
Να ιδρώνουν από εκείνο
Που λείπει 

Ένας νεκρός φωτισμός 
Διαγράφει στιγμές
Και κάτι χαμένα φωνήεντα
Που είχαν σωθεί για ώρα ανάγκης
Τώρα σβήνουν σαν ίχνη που 
Φοβούνται το πριν

Κανείς δεν χωράει εδώ
Μόνο αν φύγεις
Να μην ξεχάσεις να φορέσεις
Εκείνο το παιδικό σου χαμόγελο
Και κάτι ήλιους που φωνάζαν ζωή

Τώρα όλες οι σιωπές μου 
Γίναν νύχτες στα χέρια σου

Μαρία Χρονιάρη


(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)







Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΟΥ



Απέναντι σ’ έναν ιογενή κόσμο, η σκέψη οφείλει να γίνει κι αυτή ιογενής, δηλ. ικανή να δημιουργεί  συσχετισμούς ή διαχωρισμούς διαφορετικούς από εκείνους της αντικειμενικής κριτικής ή ακόμα και της  διαλεκτικής κριτικής. Οφείλει να είναι αγκυροβολημένη σ’ αυτήν την ιογένεια του κόσμου και ταυτόχρονα
να είναι ο αντίποδάς της, διαφορετικά δεν υπάρχει ως σκέψη.
                                                                                                                         ΖΑΝ ΜΠΟΝΤΡΙΓΙΑΡ


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ από την εμμονή και τον, ως ένα βαθμό, ιδιαζόντως τραυματικό εθισμό του συγγραφέα τους, να δημιουργεί - ενίοτε ως μικρός θεός - μικρά, αυτοδύναμα σύμπαντα, μέσα στα οποία θα ήθελε διακαώς να ζήσει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που δεν συμβαίνει.
Τα δείγματα αυτά της τέχνης του, τα ελευθεριάζοντα κάντος αυτής της εσωτερικής, μη πραγματικής πραγματικότητας, τα αποθέτει, εν καιρώ πολέμου, όταν πέφτει το σκοτάδι και οι δαίμονες του ξεσηκώνονται, σε εδάφη που ουσιαστικά ελέγχονται από τους αναγνώστες ή τους κριτικούς, και είναι ναρκοθετημένα, με κίνδυνο να τραυματιστεί θανάσιμα. Μόνο ένα πράγμα αξίζει να αφηγηθεί: αυτό που δεν υπάρχει – αφού δεν βλέπει κανένα απολύτως λόγο να περιγράψει ή να εξερευνήσει περιοχές που είτε είναι γνωστές, είτε έχουν μελετηθεί επαρκώς από άλλους. Περιγράφοντας τον φανταστικό του κόσμο, τον κάνει πραγματικό, τα όνειρά του αποκτούν ξαφνικά τετραγωνικά, εμβαδόν, συγκεκριμένες διαστάσεις. Η «μεταμόρφωση» του Κάφκα, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα μεταγλώττισης του άρρητου, του ανοίκειου, του ανύπαρκτου – αλλά συγχρόνως πραγματικότερου του πραγματικού. Οι ήρωες του Μπέκετ ή οι μη-ήρωες του, είναι ένα άλλο. Το ψεύδος του δημιουργού είναι η αληθινή του αλήθεια, και η ποιότητα της ηθοποιίας του στο έργο της ζωής, έχει να κάνει με την φωτεινότητα της προσωπικής του τέχνης.

Όποτε ο συγγραφέας αναγκάζεται να υποδυθεί απλώς τον εαυτό του – απεκδυόμενος ρόλους, ήρωες ή ιδέες που τον απηχούν, αλλά δεν του ανήκουν – οι πιθανότητες να «επιτύχει» τον στόχο του μειώνονται αισθητά. Αντίθετα, αν τον παρεκτείνει, απλώνοντάς τον μέχρι εκεί που ονειρεύεται, αν τον υπερβεί και η «μεταμόρφωσή» του αυτή επωαστεί και συντελεστεί σε διαφανές περιβάλλον, με υψηλές θερμοκρασίες και την θέληση να χτυπάει την βελόνα στο κόκκινο, τότε το αποτέλεσμα δείχνει διαμετρικά αντίθετο. Αμεσότερο. Ακουμπά το είδος εκείνο της ωριμότητας που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι επαναστάτες. Ποιο όμως είναι το μέσον που έχει, η πυξίδα που χρησιμοποιεί, τα ψίχουλα που σκορπίζει στο δρόμο για να θυμάται να ξαναγυρίσει;
Φυσικά, οι λέξεις. Όπως ακριβώς ο χειρούργος οφείλει να ξέρει να χειρουργεί, έτσι και ο συγγραφέας οφείλει να ξέρει να γράφει. Να ιερουργεί με τις λέξεις, να χελιδονίζεται, να επιτρέπει στην ομορφιά να διαρρέει, σαν φήμη που αφήνεται να εξαπλωθεί. Ένα πράγμα που δεν ξέρει ότι δεν ξέρει ο έλληνας συγγραφέας. Η ανακούφιση στην οποίαν προσβλέπει γράφοντας, είναι πρόβλημα του παχέος εντέρου του και όχι της λογοτεχνίας. Καταδικασμένος στην αναζήτηση της πλοκής, «υποχρεώνεται» σε συνεχή copy-paste, προβάλλοντας ιστορίες χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα, χωρίς προσωπικό άρωμα. Λες και αυτό ήταν το στοίχημα. Λες και αυτός ήταν ο τελικός του προορισμός: Να ομιλεί με έπαρση, επί παντός του επιστητού, θεωρώντας ότι ο κόσμος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την άποψή του για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή τις τελευταίες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας. Να ομιλεί γενικώς.

Η περιοχή της λογοτεχνίας θα έπρεπε να είναι προστατευόμενος χώρος και όχι διατηρητέο ερείπιο που απειλεί να καταρρεύσει μπροστά στα αδιάφορα μάτια του Υπουργείου Πολιτισμού, του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Συλλόγου Εκδοτών Ελλάδας, των αρμόδιων πολιτιστικών φορέων, των κριτικών επιτροπών, των κρατικών βραβείων, του ειδικού Τύπου, των μαυσωλείων του πνεύματος που σχετίζονται, έμμεσα ή άμεσα, με τον χώρο και ζουν απ’ αυτόν. Το μικρόβιο του «πολιτισμού» πρέπει κάπως να ταυτοποιηθεί, να μελετηθούν προσεκτικά οι παρενέργειές του, να εντοπιστούν οι ευαίσθητες πληθυσμιακά ομάδες, να απομονωθούν τα «αλλεργικού» τύπου περιστατικά. Πρέπει να ξέρουμε επιτέλους ποιοι το έχουν και ποιοι δεν το έχουν.
Δεν μπορεί σήμερα, να διαθέτουμε περισσότερους συγγραφείς και ποιητές, απ’ ότι δημόσιους λειτουργούς ή οικονομικούς μετανάστες, και οι αναφορές μας να συνεχίζουν να είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, που ειρήσθω εν παρόδω, δεν καταφέραμε να μελετήσουμε – αλλά γι αυτό υπάρχουν οι ξένοι. Ούτε μπορεί να ανακαλύπτουμε τώρα το μυθιστόρημα, σαράντα χρόνια από το θάνατό του, λες και ανακαλύψαμε την πυρίτιδα, αισθανόμενοι ότι έχουμε επιτελέσει το χρέος μας απέναντι στην λογοτεχνία.

Ο ήχος και η εικόνα των λέξεων είναι πιο σημαντικά απ’ την υπόθεση που περιγράφουν. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους.

Πως, δεν ξέρω. Αν το ήξερα, θα το έγραφα.



Σταύρος Σταυρόπουλος, "Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν", εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2008

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΡΟΙ



Μόνο μία επιλογή είναι η σωστή. Γι' αυτό πριν επιλέξεις σκέψου τι αξίζει πιο πολύ.

Μαρία Χρονιάρη