Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΕΑΥΤΟΥ




Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.



Είμαι σχεδόν διάφανη. Οι άνθρωποι με αγγίζουν χωρίς να με ακουμπούν. Και τις φορές που μ’ ακουμπούν, δίχως να το γνωρίζουν, εισρέουν μέσα μου χιλιάδες «εγώ». Εκχύνουν ζωές που εν δυνάμει μου μοιάζουν. Γίνομαι αμέτρητοι άλλοι. Μετουσιώνω ευχές, μέρες και νύχτες. Υποδύομαι εκείνα που νομίζουν πως είναι. Παίζω τους ρόλους τους τόσο καλά, που στο τέλος θα θέλουν να μου μοιάσουν.

Κανείς άνθρωπος δεν αποδέχεται πλήρως τον εαυτό του. Το απόλυτο της αδυναμίας του. Το μηδενικό της δύναμής του. Πάντα κάνει το λάθος να γνωρίζει λάθος πράγματα για τον εαυτό του. Να ενεργεί παράνομα. Κατά παράβασιν εαυτού. Κι όμως, αυτό είναι που τους βοηθά να συνεχίζουν να ζουν, ανενόχλητα άλλοι μες στη ζωή τους.

Κι αν καμιά φορά το σκεφτούν, δεν αλλάζουν τροχιά. Αλλάζουν τη μάσκα. Για να μπορούν να υποφέρουν εκείνα που βλέπουν πως δεν είναι. Που κάποτε θέλησαν και τώρα πια δεν αντιστοιχούν.
 
Όλοι έχουμε ένα ειδικό βάρος. Αυτό που μας κάνει ορατούς δια γυμνού οφθαλμού. Κι όμως, το αόρατο οφείλουμε να βλέπουμε. Εκείνο που περιβάλλει την ύπαρξη και την κάνει να είναι.

Στιγμές – στιγμές, όταν ανοίγω τα παράθυρα ν’ ακουμπήσω το φως, είναι σαν κάποιος να τρυπάει το κορμί μου. Μυριάδες βελόνες φωτός που απειλούν την διαφάνειά μου. Αντανακλώ τον εαυτό μου χιλιάδες φορές. Γυρίζω γύρω από μένα, γιατί δεν έχω που να πάω. Δεν υπάρχει κανείς να μ’ απορροφήσει. Κι έτσι επιστρέφω σε μένα. Γιατί από μένα εκπορεύομαι.

Ο Σταύρος σε ένα βιβλίο του έχει γράψει: «Είμαι τα γεγονότα μου».(*)  Πόσο ακριβές και βαρύ και δίκαιο είναι αυτό. Μόνο που εγώ, γενόμενη διαρκώς άλλοι, είμαι και τα γεγονότα τους. Πως γίνεται να επωμίζεσαι τις ζωές των άλλων; Δεν ξέρω. Αλήθεια, δεν ξέρω.

Ξέρω μόνο πως εκείνο που αντέχεται, είναι να προσπαθείς να βρεις το τέρμα που θα σε φέρει πιο κοντά σ’ ό, τι είσαι προορισμένος να γίνεις. Και να ψάχνεις βαθιά μέσα σου, να βρίσκεις διαρκώς τα κομμάτια που σε συνθέτουν.

Γιατί τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο ισχυρό, από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να είσαι και να μπορείς τα γεγονότα σου.


(*) Σταύρος Σταυρόπουλος, «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν»

Μαρία Ι. Χρονιάρη


Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην εφημερίδα "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ", όπου φιλοξενείται η μόνιμη στήλη μου, "Ιστορίες του ωκεανού". Την εφημερίδα μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή PDF, και να την διαβάσετε, εδώ:


Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΓΙΑ ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


Για τις πληγές που δεν αφήνουμε να κλείσουν. Και για τα ουρλιαχτά των ψυχών που είναι λύκοι.

Μαρία Χρονιάρη





Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 17



Θέλω να συναντήσω τις προσευχές σου. Για να εκδικηθώ το χθες. Για να πάψεις να είσαι ένα κρεμασμένο τοτέμ στο σαλόνι μου.

Ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία είναι αυτός που δεν θα χρειαστεί να διαβούμε ποτέ.


Μαρία Χρονιάρη

(Από την ποιητική συλλογή "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα 2010)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Η ΤΥΦΛΗ ΚΟΠΕΛΑ



Πολλές φορές θυσιάζουμε πράγματα από τον εαυτό μας, ίσως και τον ίδιο τον εαυτό μας, μόνο και μόνο για να δούμε εκείνους που αγαπάμε χαρούμενους. Ήρεμους κι ευτυχισμένους.

 Η θυσία αυτή, το μέγεθός της, ουσιαστικά μπορεί να μετρηθεί μόνο από μας. Όχι από τον παραλήπτη. Ο παραλήπτης όμως είναι εκείνος που θα κάνει την χαρά της θυσίας μας άξια, απλά λέγοντας ένα ευχαριστώ. Αν δεν το κάνει, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς κερδισμένος πάντα, είναι εκείνος που δίνει. Κι ας φαίνεται πως έχει χάσει.


Μαρία Χρονιάρη




Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ



Είναι μια σκιά

Που μ’ ακολουθεί

Σαν παράνομο βλέμμα

Κάθε μέρα

Φυτεύει ευχές

Στο μπαλκόνι μου

Μετά

Τις ποτίζει η ζωή

Αφήνοντάς τες στο μαξιλάρι μου


Με το φως του ήλιου

Όλα έχουν γίνει αλλιώς

Η σκιά μου κι εγώ

Προχωράμε μαζί

Παράλληλα

Σ’ όλους τους δρόμους

Σ’ όλες τις κρυφές

Για τους άλλους στιγμές


Κι όταν πέφτει σιωπή

Εκεί

Που κανένας δεν βλέπει

Κανείς δεν χωράει να μπει

Γεννάμε θαύματα

Για τα χρόνια που θα ‘ρθουν


Η σκιά μου κι εγώ

Γινόμαστε ταχυδακτυλουργοί

Ελλείψει άλλων

Πραγματικών λύσεων



Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο του Σταύρου Σταυρόπουλου. Τον ευχαριστώ. Δείτε εδώ την ανάρτηση

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΓΥΑΛΙΑ ΗΛΙΟΥ



ΠΑΛΙ ζωντανός, ταξιδεύει. Θέλει ένα καλοκαίρι, ένα νησί, έναν χάρτη. Οι άνθρωποι δίπλα του, ιδρωμένες πετσέτες. Παραλιακό μπαρ, αντηλιακά, σώματα. Ήρθαν για να γκρεμίσουν όσα πέτυχε ο χειμώνας. Όσα κατάφερε η ανθεκτικότητα της ζωής.
Πήρε εκείνο το παλιό μηχανάκι που ήθελε να φύγει απ’ το πολύ και το κρέμασε στα φτερά του. Μιλάει για έναν άνθρωπο, μια στιγμή, ένα μέρος.

Μόνο ο ίσκιος του είναι δικός του και τον ακολουθεί σ’ αυτό το αρχαίο νησί που τον θέλει. Άσπρα, παραταγμένα κουκλόσπιτα, με τις μπλε ασπίδες τους, φιλοξενούν τους αιώνες. Τους οδηγούν απειλημένους σε στενά με την κάνη καρφωμένη στη πλάτη. Πιστεύει σε ένα όνειρο, μια εποχή, ένα φως.

Πριν που τα πράγματα ήταν λιγότερα, μπορούσε να δημιουργήσει το πολύ μέσα του. Το γεννούσε η υπογεννητικότητα των καρδιών. Τώρα τις βλέπει φουσκωμένες να περιφέρονται και χαμογελά. Τις βρέχει η θάλασσα. Τις μαθαίνει να υποτάσσονται.
Αρρωσταίνουν τα μάτια του από το πολύ που είναι καθόλου. Γυαλιά ηλίου. Υπερασπίζεται έναν γκρεμό, μια νύχτα, ένα σώμα.

Πολλά ονόματα μαυρίζουν κάτω απ’ τον ήλιο. Ανακατεύονται στο καζάνι του. Μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο. Η μνήμη παίρνει φως, καίγεται.
Τρία γράμματα όλα κι όλα. Είναι λίγα για μια ζωή που μεγαλώνει. Που γίνεται δέντρο ολόκληρο. Στη σκιά του, ένα κοριτσάκι κρατάει το φεγγάρι απ’ το χέρι. Θέλει να βαφτίσει τα παιδιά του. Ένα κοριτσάκι ζωή. Να ευαγγελίζεται.
Πόσα καλοκαίρια κρεμάστηκαν σε ντουλάπες και μπήκαν σε ζελατίνη να μη τα φάει ο σκώρος; Πόσα πολλά τραγούδια, πόση ναφθαλίνη; Δεν έφτασε. Όσα γράμματα και να είχε η ζωή δεν θα χωρούσε. Φαντάζεται έναν ορίζοντα, μια ματιά, ένα σπίτι.

Το κάστρο δίπλα του, στη παλιά πόλη. Φωτισμένος φρουρός. Μαγαζιά με νεράιδες. Ονειροπαγίδες. Τζαζ και μπλουζ. Άλλη Μαρία. Εδώ δεν μαυρίζουν, κολλούν ετικέτες ζωής. Κατεβαίνουν με βραδινά χαμόγελα. Διακόπτουν από κάτι που θα ξαναρχίσει αμέσως μετά. Ποτά στον ασβέστη.
Διακοπές έως τότε, υπολογισμένες στιγμές, βαρύ άρωμα. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, φλας. Χαμογέλα. Ενθύμια φωτογραφίες. Κλέβουν κι άλλη ζωή. Η ηλικία τους είναι η ηλικία των λαθών τους.
Αύριο θα ξεκινήσουν γενναίοι για τα ορεινά. Χωριό σαν παραμύθι, κυπαρίσσια. Εμφιαλωμένο νερό. Καφές στη λιακάδα. Ντόπια κρέατα. Έχει μια ιστορία, έναν καιρό, μία λύπη.

Ακούει τη μουσική που βγάζουν οι λαιμοί των κατσικιών μέσα από τις καλαμιές που γέρνουν· σα να υποκλίνονται για να περάσουν. Στο κουδούνισμά τους παραδίνονται όλες οι συμφωνικές της γης. Εδώ το τοπικό αποκτάει παγκοσμιότητα.
Όπως φυσάει ο αέρας, το δέρμα της θάλασσας ανατριχιάζει. Βγάζει το μπουφάν του και το πετάει στο νερό. Τη σκεπάζει να μην κρυώνει. Η θάλασσα δεν πρέπει να γεράσει ποτέ.

Μιλάει για έναν θεό, μια λέξη, έναν έρωτα.
Ακούει ένα τραγούδι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ 2011

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ





Φίλε μου Αλέξη, το `λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω.
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω.

Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα,
σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε,
και τ’ άκουσα, στην κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος
μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη,
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου `λεγε: "Το Μάρτη..."

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα
κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό πες της μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει.

Αλήθεια, ο Χάρος ήθελα να `ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει,
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα,
μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα `βρεις, βέβαια, λόγια για μια απάντηση
μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...


Νίκος Καββαδίας


Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

ΕΠΕΙΔΗ ΛΥΓΜΟΣ


Είμαι ό, τι απέμεινε από έναν λυγμό.

Μαρία Χρονιάρη



Από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012



Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΘΑΝΕΙ



"Ζήσατε πολλές και μεγάλες πίκρες που τώρα έχουν περάσει. Λέτε ότι αυτό το πέρασμά τους ήταν οδυνηρό και ενοχλητικό για σας. Ωστόσο, αναρωτηθείτε σας παρακαλώ, αν αυτές οι μεγάλες πίκρες πέρασαν μέσα από σας, αν μεταμόρφωσαν κάποια πράγματα στο βάθος του είναι σας, αν κάποιο σημείο του εαυτού σας άλλαξε όσο ήσαστε λυπημένος. 

Επικίνδυνες και κακές είναι μόνο οι λύπες που περιφέρουμε δημοσίως για να τις καταπνίξουμε με θόρυβο σαν αρρώστιες που αντιμετωπίζουμε επιπόλαια και επιφανειακά.Υποχωρούν για λίγο και μετά από μια ανάπαυλα εκδηλώνονται σε πολύ χειρότερη μορφή, μαζεύονται μέσα μας και είναι ζωή, ζωή που δεν ζήσαμε, που αρνηθήκαμε, που χάσαμε, ζωή που μπορεί να μας πεθάνει."


Ρίλκε, από το βιβλίο "Γράμματα σε έναν νέο ποιητή" 1929


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ


Η ψυχή μας είναι ένα σκοτεινό φωτεινό μέρος. Εγκλωβισμένη μέσα στο σώμα μας, προσπαθεί να επιβιώσει. Να μην πάει χαμένη. Δεν υπάρχουν πολλά να πω, και υπάρχουν άπειρα για να μιλήσω. Γι' αυτό θα σιωπήσω, αφήνοντας το τραγούδι της ανάρτησης να τα πει όλα. Αν όμως εσύ θέλεις κάτι να μου πείς, πρώτα κρίνε με σαν άνθρωπο που ψάχνει την ψυχή του.

Μαρία Χρονιάρη

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ






για την Σουζάνα και τον Παναγιώτη

Σήμερα είναι μια επέτειος. Μια επέτειος θλίψης. Άνθρωποι που χάθηκαν από την ζωή μου χωρίς να προλάβουν να μεγαλώσουν. Με τα άγουρα χρόνια της εφηβείας να χτυπάνε δυνατά στις αρτηρίες τους. Που έγιναν μπλε. Και παγωμένες.

Άνθρωποι που έκαναν αλήθεια τα ψέματα γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς. Γιατί πάντα ο παράδεισος θα είναι μακριά. Και πάντα κάνουμε ό, τι μπορούμε να τον φτάσουμε. Να τον φτιάξουμε. Να τον φέρουμε λίγο πιο κοντά.

Η καρδιά μας, η ζωή μας, οφείλει να έχει χώρο γι' αυτούς τους ανθρώπους. Κι αν δεν έχει, να τον δημιουργήσει. Μου λείπουν οι φίλοι μου. Γιατί δεν καταφέραμε να δούμε μαζί τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος μου χωρίς αυτούς είναι αλλιώς. 

Να είστε καλά εκεί παιδιά. Έτσι κι αλλιώς ο χώρος κι ο χρόνος δεν υπάρχουν όταν αγαπάς. Όταν θυμάσαι.

Μαρία Χρονιάρη