Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΝΑ ΠΕΤΑΤΕ ΜΑΖΙ ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΔΕΜΕΝΟΙ



Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιού, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.  
 
"Αγαπιόμαστε" αρχίζει ο νέος.
   
"Και θα παντρευτούμε" λέει εκείνη.   

"Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε." 
  
"Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό." 
  
"Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί." 
  
"Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου".  
 
"Σε παρακαλούμε" ικετεύουν, "πες μας τί μπορούμε να κάνουμε."   

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη. "Υπάρχει κάτι ..." λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. "Αλλά δεν ξέρω...είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες." 
   
"Δεν μας πειράζει" λένε και οι δύο.   

"Ό,τι και να' ναι" επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος. 
  
"Ωραία" λέει ο μάγος. "Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;"   

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.  
 
"Κι εσύ Άγριε Ταύρε" συνεχίζει ο μάγος, "πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ' όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο. Πηγαίνετε τώρα."   

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο.   
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε. Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους. 
  
"Πετούσαν ψηλά;" ρωτάει ο μάγος.   

"Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε. Και τώρα;" ρωτάει ο νέος. "Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;"  

"Όχι" λέει ο γέρος. 
  
"Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;" προτείνει η νεαρή.
   
"Όχι" ξαναλέει ο γέρος. "Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ' αυτές τις δερμάτινες λωρίδες. Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα."  
Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.   

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.   

"Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι."

Χόρχε Μπουκάι, "Ο Δρόμος της Συνάντησης"



Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ:Ο ΒΑΘΜΟΣ ΜΗΔΕΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ





ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μετά, εκδ. Απόπειρα, 2012
ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ, Επειδή μαζί, εκδ. Απόπειρα, 2012



Το Μετά και το Επειδή μαζί συγκροτούν τους δυο μεσαίους – αλλά συνδετικούς -  κρίκους μιας πρωτόγνωρης αλυσίδας τεσσάρων βιβλίων, που ξεκίνησε με το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, Πιο νύχτα δεν γίνεται, εκδ. Οξύ, 2011  και θα ολοκληρωθεί με την έκδοση του βιβλίου του Καπνισμένο κόκκινο. Οι σελίδες τους διαπλέκονται, απαντούν η μια στην άλλη, για να επιστρέψουν, λίγο πριν το τέλος, στο τέλος που τις δημιούργησε. 
Υπάρχει εκεί η γραμμένη ιστορία των ανθρώπων. Αλλά περισσότερο απ’ αυτήν υπάρχει η ιστορία της μορφής τους: Τα πρόσωπα ξεκινούν κανονικά και καταλήγουν αποσυντεθημένα. Είναι πρώην πρόσωπα, πρώην ζωντανών. Η γραφή βουλιάζει. Η ιστορία κλυδωνίζεται. Το ύστατο συναίσθημα είναι ο οδηγός.

.........................................................................................................................................

- Κύριε Σταυρόπουλε, θα ήθελα δυο λόγια γι αυτό το εγχείρημα. Έναν οδηγό ανάγνωσης.

-Σταύρος Σταυρόπουλος: Η διαδρομή είναι κυκλική. Επιστρέφω πάντα σε αυτό που ήμουν πριν. Στα τρία δικά μου βιβλία ανακαλύπτω σταδιακά τα ίχνη μιας κοσμικής πτώσης. Τα παρακολουθώ να γράφονται μέσα μου. Είναι ένα ταξίδι μνήμης που συνεχίζεται. Το βιβλίο της κυρίας Χρονιάρη συμμετέχει σε αυτή την ανακάλυψη, ακολουθώντας το γλωσσικό μόρφωμα.

-Υπάρχει μια σταθερή γραμμή πλεύσης;

-Μαρία Χρονιάρη: Υπάρχει ο άξονας που χάραξε ο Σταύρος Σταυρόπουλος με το βιβλίο του, «Πιο νύχτα δεν γίνεται», και πάνω σ’ αυτόν κινείται και το δικό μου, «Επειδή Μαζί». Ένα παράλληλο σύμπαν ιδεών, σκέψεων και λέξεων, που επιθυμούν να υπάρξουν μαζί. Πρόκειται για μια αμαξοστοιχία από φράσεις.

-Κάθε έργο είναι όμως ξεχωριστό. Έχει να διηγηθεί την δική του ιστορία.

-Σ.Σ: Δεν υπάρχουν πολλές ιστορίες, η ιστορία είναι πάντα μια: Ερχόμαστε και φεύγουμε. Ενδιάμεσα υπάρχει ο σχολιασμός, για την αρχή και το τέλος των πραγμάτων.  Η λογοτεχνία, ανέκαθεν αυθαιρετούσε σε αυτό. Έδινε μια άλλη, διαφορετική διάσταση για το ίδιο πράγμα. Η γραφή είναι μια κατάσταση πλήρους αβεβαιότητας. Μια ερώτηση για την οποίαν μπορούν να καταγραφούν εκατομμύρια απαντήσεις. Όλες είναι λάθος, γιατί αυτό το λάθος είναι η αφορμή της λογοτεχνίας.

-Πώς προέκυψε η ανάγκη «συνομιλίας» μεταξύ των έργων και τι συμβολίζει;

M.X: Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» μιλά για το τέλος του ανθρώπινου μύθου. Κινούμενη απ’ αυτό το τέλος,  θέλησα να θέσω τα πράγματα σε μια νέα αρχή. Από τη δική μου οπτική. Η αναγέννηση πιστεύω πως κρύβεται μέσα σε ένα ισχυρό μαζί, που μπορεί να παραμείνει συμπαγές κι ακλόνητο. Αλλάζοντας πρόσωπα μέσα από την διαδικασία της κατάρρευσης.

-Βιώνουμε σήμερα όλοι μια ανεπανάληπτη κρίση. Πόσο επισφαλής ή πόσο «περιττή» είναι η θέση της λογοτεχνίας;

Σ.Σ: Δεν μας ενδιαφέρουν τα έργα που επηρεάζονται από την εποχή τους, αλλά αυτά που την επηρεάζουν. Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «περιττή» την εποχή και όχι την θέση της λογοτεχνίας. Τουλάχιστον στα δικά μας μάτια, φαντάζει ελκυστικότερο αυτό. 



Η συνέντευξη δόθηκε στην Τίνα Πανώριου και στο περιοδικό Ραδιοτηλεόραση, Τεύχος 2249, 22-28 Μαρτίου 2013


Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΕΥΘΥΝΗ


Υπάρχει 

μια αθωότητα 

που μας κάνει 

ένοχους ομορφιάς.



Μαρία Χρονιάρη


(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΛΗΞΗ



Ποιος χωρίζει την αλήθεια απ’ τα ψέματα; Ποιος δικάζει μ’ ενοχή ποτισμένη από πόνο; Τι είναι αυτό που φοβάμαι στο σκοτάδι και το αγαπάω τόσο πολύ; Ποια αρχή περιμένω για να γράψω το τέλος της; Γιατί όταν θυμάμαι θέλω πάντα να καίω;

Ποια στιγμή θα χαρίσει ευλογία στις άκρες της πίκρας; Γιατί τώρα μιλάω μόνο πληγές; Πού είναι εκείνο το μέρος που γελούν παραμύθια; Γιατί πάντα χιονίζει στις ρωγμές των ματιών σου;


Μια μικρή χαραμάδα απ’ ασβέστη διαγράφει τις μέρες μου. Πάντα θα ρωτώ απαντήσεις που φταίνε. Αιτίες κολλημένες στα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού. Στο λαιμό μου, κρέμονται κάτι πέτρινα όνειρα. Περιμένουν στη σειρά για ν’ ανθίσουν τα χρόνια.

Το αριστερό μου πλευρό λείπει ακαθόριστα. Όταν έρθει η στιγμή θα το ντύσω με αγκάθια. Να γεμίσει τις λέξεις που θα δείχνουν εκεί. Που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μετρήσει.








Μαρία Χρονιάρη

Από το βιβλίο μου, "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

ΖΗΤΩ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΩ



Ζητώ συγγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ' αυτόν που σε μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι' άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω 
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;

Φερνάντο Πεσσόα, 26-8-1930

*Σήμερα είναι η γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Η γιορτή καθιερώθηκε στην Ελλάδα από τον ποιητή Μιχαήλ Μήτρα. 

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ


Δ΄ Η ΓΗΣ


Δε φωνάζεις εσύ. Δε φωνάζει η ράτσα σου μέσα στο εφήμερο στήθος σου. Δε φωνάζουν μονάχα οι άσπρες, οι κίτρινες, οι μαύρες γενεές των ανθρώπων στην καρδιά σου. Η Γης αλάκερη, με τα νερά και τα δέντρα της, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και τους θεούς της μέσα στο στήθος σου φωνάζει.
Ανασηκώνεται η Γης μέσα στα φρένα σου και θωράει για πρώτη φορά αλάκερο το σώμα της.
Ανατριχιάζει· είναι ένα ζώο που τρώει, γεννάει, σαλεύει, θυμάται. Πεινάει, τρώει τα παιδιά της -φυτά, ζώα, ανθρώπους, ιδέες - τ΄ αλέθει στα σκοτεινά σαγόνια της, τα ξαναπερνάει από το κορμί της και τα ξαναχύνει στο χώμα. 

Θυμάται, αναμαυλάει τα πάθη της. Μέσα στην καρδιά μου το μνημονικό της ανοίγει, απλώνεται, κυριεύει τον καιρό. Δεν είναι τούτη η καρδιά που πηδάει και χτυπάει μέσα στο αίμα. Είναι η Γης αλάκερη. Στρέφεται πίσω της και ξαναζεί το φοβερό ανηφόρισμά της στο χάος.
Θυμούμαι μιαν ατέλειωτη ερημιά από άναρχη φλεγόμενη ύλη. Καίγουμαι! Περνώ τον άμετρο ανοργάνωτο καιρό, ολομόναχος, απελπισμένος, κραυγάζοντας στην έρημία.

Κι αργά η φλόγα καταλαγιάζει, η μήτρα της ύλης δροσερεύει, ζωντανεύει η πέτρα, και θρύβεται· κι ανεβαίνει τρέμοντας στον αγέρα ένα μικρό, πράσινο φύλλο. Πιάνεται από το χώμα, στερεώνεται, σηκώνει το κεφάλι του και τα χέρια, αρπάζει τον αγέρα, το νερό, το φως, αρμέγει το Σύμπαντο.
Αρμέγει το Σύμπαντο και θέλει να το περάσει από το λιγνό σαν την κλωστή κορμί του και να το κάμει ανθό, καρπό και σπόρο. Να το κάμει αθάνατο.
Ανατριχιάζει η θάλασσα, σκίζεται σε δυο, κι ανεβαίνει από το λασπερό βυθό της ένα λιμασμένο, ανήσυχο, αόμματο σκουλήκι.
Νικήθηκε το βάρος, ανασηκώθηκε η πλάκα του θανάτου, προβαίνουν γιομάτα έρωτα και πείνα οι στρατιές τα δέντρα και τα ζώα.

Κοιτώ τη Γης με το λασπωμένο μυαλό της κι ανατριχιάζω ξαναζώντας τον κίντυνο. Μπορούσα να βουλιάξω, να χαθώ μέσα στις ρίζες τούτες που πίνουν μ΄ ευδαιμονία τη λάσπη· μπορούσα να πλαντάξω μέσα στο χοντρό τούτο μυριοζάρωτο τομάρι· ή να σπαράζω αιώνια μέσα στο αιματερό σκοτεινό καύκαλο του παμπάλαιου πρόγονου.
Μα γλίτωσα. Πέρασα τα παχιόφλουδα φυτά, πέρασα τα ψάρια, τα πουλιά, τα θεριά, τους πιθήκους. Έκαμα τον άνθρωπο. Έκαμα τον άνθρωπο, και τώρα μάχουμαι να τον ξεκάμω!

"Δε χωρώ! Δε χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!" Η κραυγή τούτη αιώνια ρήμαζε και κάρπιζε τα σωθικά του κόσμου. Πηδούσε από σώμα σε σώμα, από γενεά σε γενεά, από είδος σε είδος, ολοένα πιο σαρκοβόρα και πιο δυνατή. Όλοι οι γονιοί φωνάζουν: "Θέλω να γεννήσω γιον ανώτερο μου!"
Στις φοβερές στιγμές που η Κραυγή περνάει από το κορμί μας, νιώθουμε μιαν προανθρώπινη δύναμη ανήλεη να μας σπρώχνει. Ένα χείμαρρο βουερό, λασπερό από πίσω μας, γιομάτο αίμα, δάκρυα, ιδρώτα, αλαλαγμούς χαράς, ηδονής και θανάτου.

Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία. Και τώρα μονάχα εμείς, νογώντας πίσω μας την έφοδο, θαμπά αρχινούμε και μαντεύουμε γιατί πάλευαν, γεννούσαν και πέθαιναν τα ζώα, και πίσω τους τα φυτά, και πίσω όλη η ανοργάνωτη εφεδρεία.

Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη. Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν΄ ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε. Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Άλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα. Όλος μας ο αγώνας θα ΄χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουν και θ΄ αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα.

Μια έφοδο είναι τούτη! Μια πνοή χιμάει, τρικυμίζει, καρποβολάει την ύλη, περνάει τα ζώα, δημιουργάει τον άνθρωπο, πιάνεται από πάνω του σαν όρνιο αρπαχτικό και στρηνιάζει.
Είναι η σειρά μας! Μας δουλεύει, κατεργάζεται εντός μας την ύλη και την κάνει πνέμα, πατάει το μυαλό μας, πηδάει καβάλα στο σπέρμα και μάχεται, κλοτσώντας πίσω το κορμί μας, να ξεφύγει.
Σα να ΄ναι όλη η ζωή ετούτη τ΄ ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη.

Κι εμείς, όλο το ψίκι της γαμήλιας πομπής, φυτά, ζώα, άνθρωποι, χιμούμε τρέμοντας προς τη μυστική παστάδα. Και καθένας κρατάει με δέος τα ιερά σύμβολα του γάμου· άλλος το Φαλλό, άλλος τη Μήτρα.

Νικόλαος Καζαντζάκης

Απόσπασμα από το βιβλίο του, "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

NOW STAY WITH ME



Κι έτσι έπεσε η αυλαία. Τα φώτα χαμήλωσαν, το θέατρο άδειασε. Τα σκηνικά: Εσύ κι εγώ. Και η στιγμή που πέρασε στην αιωνιότητα.

Μαρία Χρονιάρη



* Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο, μετά από την οριστική αυλαία της παράστασης , "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου".

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ



                                                                                        Τίποτα από μένα δεν φαίνεται
                                                                                                                 ΑΜΛΕΤ

OΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ και ήθελα πολύ κάτι, παρακαλούσα  το Θεό να μου το δώσει. Αν ο Θεός έλειπε, η παράκλησή μου μεταφερόταν στους γονείς μου. Αν και αυτοί, με τη σειρά τους, δεν μπορούσαν, την ψιθύριζα συνωμοτικά στο Χάρη. Ο Χάρης δε μου χάλαγε ποτέ χάρη. Ήταν ο καλύτερος φίλος μου – αλλά δεν υπήρχε. Τον είχα επινοήσει εγώ, συναρμολογώντας όσα περίσσευαν· ήταν ένα μικρό συνονθύλευμα ρόλων, ένας Ιησούς για προσωπική χρήση που γνωμοδοτούσε υπέρ μου. Μια κατασκευή θαυμάτων πολύ πιο ανθεκτική από τα πλέι μομπίλ.
Οι άλλοι, φυσικά, δεν τον έβλεπαν. Τον συναντούσα κρυφά στα μπαρ και ανταλλάσσαμε σημειώματα. Διόρθωνε την ορθογραφία μου στο σχολείο, αγοράζαμε σπάνιους δίσκους στο Μοναστηράκι, πηγαίναμε εκδρομή με τις μουσικές. Τον συμβουλευόμουν για τα κορίτσια που θα ερωτευόμουν.
Εγώ υπαγόρευα κι αυτός εκτελούσε. Θα πρέπει να τον κούρασαν πολύ οι υποχρεώσεις του, γιατί μετά από κάποιους γάμους και έξι βιβλία μου, ο Χάρης πέθανε. Τον έσκασαν το νόημα και η διάρκεια των αποριών μου. Την ημέρα ακριβώς που θα γινόμουν σαράντα χρονών. Στα γενέθλιά μου, προσπαθώντας να σβήσω τα κατά δύο λιγότερα κεράκια της τούρτας μου – ανακάλυψη της μητέρας μου για να με βλέπει νεότερο, άρα και τον εαυτό της –όταν τον κάλεσα να με βοηθήσει στο φύσημα, ο Χάρης δεν αποκρίθηκε. Δεν ήταν εκεί.
Ένιωσα μόνος μου, όπως ο Πλάτωνας μετά τον θάνατο του Σωκράτη· δεν είχα κανέναν να μοιραστεί τις αμφιβολίες μου. Όπως ο Φρήντριχ στη ταινία του Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων»: σαν σκηνοθέτης που είχε ξαφνικά χάσει το φιλμ του· σαν άγγελος που είχε εκπέσει του αξιώματός του χάριν του έρωτα και είχε μολυνθεί από το μικρόβιο της ανθρώπινης ζωής. Αλλά αυτό είναι από άλλη ταινία του Βέντερς. Νομίζω από τα «Φτερά του έρωτα», όμως δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, γιατί ο Χάρης λείπει.

Επανέλαβα σπαστά, διακεκομμένα, χωρίζοντας τις τρεις λέξεις μου με φανταστικά κόμματα: «Έχω μόνο εμένα» - αλλά  η πρόταση ακούστηκε μέσα μου κενή. Οι συλλαβές βγήκαν απ’ το στόμα μου αργά, βαριεστημένα, λες και ετοιμάζονταν να πάνε βόλτα σε κάποιο μέρος που είχαν ήδη επισκεφθεί. Έκαναν μια μικρή επίδειξη ζωής μπροστά μου, σφύριξαν ανάμεσα στα δόντια μου, απολαμβάνοντας ελάχιστα δευτερόλεπτα σιγουριάς και σωριάστηκαν κάτω. Θυμήθηκα τη φράση του Σάρτρ –«η κόλαση είναι οι άλλοι». Δεν θα είχα πια κόλαση. Ο Χάρης ήταν τα καζάνια που έβραζαν, ο Ιερώνυμος Μπος, η φρικτή ανάγκη της επαλήθευσης. Ή μήπως ήταν ζωή; «Γιατί ζωή είναι οι άλλοι και ζωή είναι όταν οι άλλοι σε ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα και τα σώματα των ανθρώπων» (Γ.Χειμωνάς).
Είχα μπερδευτεί. Ήμουν ανάμεσα σε δυο διασταυρούμενα ξίφη, σε δυο σώματα ιδεών. Η  θέση μου έκανε την απουσία του Χάρη αμείλικτη. Με έζωσαν τα φίδια.

Στη στάση του μετρό, κάτω από μια μεγάλη πινακίδα που δυσφήμιζε τα τσιγάρα, είδα χιλιάδες Άμλετ να περιμένουν. Κρατούσαν ανοιγμένες ομπρέλες παρότι δεν έβρεχε. Τα χρώματά τους παρέπαιαν στον ουρανό σαν στοιβαγμένα κουρέλια· τον έκαναν να μοιάζει με αντίσκηνο. Νόμιζα ότι ήμουν σε πίνακα του Μαγκρίτ, ότι είχα εισχωρήσει λαθραία στο κάδρο για να κρυφτώ. Το λάδι διαλυόταν απ’ τη βροχή και έβαφε τα μάγουλά μου. Πήρα την πίπα απ’ τον Μαγκρίτ και έγινα Ινδιάνος. Καθώς οι φιγούρες σιγά σιγά έσβηναν απ’ το θέμα, είδα τους Άμλετ να διασχίζουν το δρόμο και να κατευθύνονται προς τον πίνακα. Ένας απ’ αυτούς είπε: «Αυτό δεν είναι μια πίπα».

Κι εγώ συμφώνησα.



Σταύρος Σταυρόπουλος,

Από το βιβλίο του "Τί γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν", εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2008


Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

ΑΔΕΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


"Από τότε που σ' έχασα με καταδιώκει η σιωπή.
Οι ήχοι σαλεύουν τις μικρές φτερούγες τους
μια στιγμή, και μετά στο κύμα αφήνονται
της κούρασης που αθόρυβα αιωρείται.

Κι όταν ο κόσμος απ' το δρόμο
με μονότονη οχλοβοή περνά
κι όταν το θέατρο στενάζει και στενάζει
με βαθύ βραχνό αναστεναγμό,
κι όταν ο αέρας αναδεύει το φως
πάνω απ' το μαύρο, βαθύ ποτάμι
κι όταν οι τελευταίοι απόηχοι της νύχτας 
κάνουν να αναρριγεί η χαραυγή,
εγώ ακούω τη σιωπή που προσδοκά
τα πάντα να ρουφήξει
μες στην πληρότητά της, αδειάζοντας
τον ήχο των ανθρώπων."

D.H. Lawrence, 1928

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΧΩΜΑ



" Όχι αγάπη μου καλή, εσύ δεν τελειώνεις. Το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Εσύ είσαι η μνήμη μου, εσύ κι η φαντασία μου. Ό, τι κι αν σου πω, δε θα μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι. Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ' ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω."

Μάρω Βαμβουνάκη 

 (Αποσπάσματα από το βιβλίο της "Η μοναξιά είναι από χώμα" , εκδ. Φιλιππότη)


Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ


Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, σε μια λίμνη σκαρφαλωμένη στα βουνά, έφτασε ένας λύκος οδηγημένος από την πείνα και τους περίεργους θορύβους που άκουγε. Αν και λύκος ήταν μοναχικός. Του άρεσε από καιρό σε καιρό να εγκαταλείπει την αγέλη του και να γυρίζει στα βουνά μονάχος, να ανακαλύπτει ομορφιές και να γνωρίζει νέους τόπους.

Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το φεγγάρι ολόγιομο, καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης, φωτίζοντας και την γύρω της περιοχή. Τα αστέρια, χλωμά μπροστά στην λάμψη του φεγγαριού, αντανακλούσαν το φως τους σαν παιχνίδισμα στην επιφάνεια του νερού και το έσπαζαν σε χιλιάδες κομμάτια, όπου υπήρχε κίνηση. Στην αρχή ο λύκος νόμιζε πως το παιχνίδισμα ήταν που του τράβηξε την προσοχή, κοιτώντας όμως καλύτερα, διέκρινε μικρές σκιές ανάμεσα στις καλαμιές, ενώ στα αυτιά του έφτασε ο ήχος από πνιχτά γέλια.

Περίεργος και επιφυλακτικός πλησίασε προσεκτικά για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες του γλυκού νερού με ξέπλεκα τα μακριά τους μαλλιά, μαζεμένες σε κύκλο και με τα χέρια πλεγμένα, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν ντυμένες με φύλλα και πέταλα λουλουδιών και δέντρων κι έτσι όπως στροβιλιζόταν, θύμιζαν πολύχρωμο μπουκέτο, που ο αέρας έφερνε στην ευαίσθητη μύτη του, το γλυκό και μεθυστικό άρωμά τους. Έμεινε ακίνητος, μαγεμένος από το θέαμα και περίεργος να δει τι θα γίνει στην συνέχεια.

Οι νεραϊδούλες λύνοντας τον κύκλο, άφησαν άτακτα τα λουλουδένια φορέματά τους στις καλαμιές και η μία μετά την άλλη βούτηξαν στα κρύα νερά της λίμνης. Έμεινε να τις κοιτάζει καθώς ξεμάκραιναν, με τα ξανθά, κόκκινα και καστανά μαλλιά τους να επιπλέουν γύρω τους σαν φύκια, ενώ το σεληνόφως ασήμιζε τα φτερά τους. Αυτές κολυμπούσαν βιαστικά, κυνηγώντας η καθεμία, το αντικαθρέφτισμα από ένα διαφορετικό αστέρι και φτάνοντας στο κέντρο του, εξαφανιζόταν από την επιφάνεια του νερού.

Τότε άκουσε το κλάμα. Γύρισε ξαφνιασμένος ψάχνοντας την πηγή του. Στην όχθη της λίμνης, δίπλα στο σωρό με τα λουλουδένια φορέματα, ήταν μια νεράιδα, που έκλαιγε με λυγμούς . Την παρατήρησε και πρόσεξε πως ήταν διαφορετική από τις άλλες. Ήταν ψηλή και μεγαλύτερη στην ηλικία από τις υπόλοιπες, τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν την νύχτα, τα φτερά της ήταν μικρά και το φόρεμά της ήταν φτιαγμένο από τσουκνιδόφυλλα.

Προσπαθώντας να μην την τρομάξει, πλησίασε αργά και σταθερά προς το μέρος της. Η νεράιδα νιώθοντας την παρουσία του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ίσια στα μάτια χωρίς ίχνος φόβου. Κοιτάζοντας τα μαύρα μάτια της, που έλαμπαν ακόμα από τα δάκρυα, την ρώτησε με απαλή φωνή τι της συμβαίνει και γιατί δεν ακολούθησε τις υπόλοιπες.

Αυτή προχώρησε και κάθισε στην άκρη της λίμνης βουτώντας τα ξυπόλυτα πόδια της στο νερό. Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει τον κάλεσε να κάτσει δίπλα της. Κοιτώντας προς το φεγγάρι άρχισε να διηγείται με φωνή μονότονη και κουρασμένη πως έχασε το δικαίωμα, που έχουν όλες οι νεράιδες του γλυκού νερού, να ανανεώνεται κάθε πανσέληνο και να μένει άφθαρτη, γιατί επέτρεψε σ’ έναν άνθρωπο να την δει γυμνή, χωρίς να του πάρει ούτε την μιλιά, ούτε την καρδιά, όπως ήταν γραμμένο στους κανόνες των ξωτικών, εδώ και αιώνες.

Ο λύκος την κοίταξε δείχνοντας τα δόντια του, που έλαμψαν και της είπε πως όλες οι αγέλες θέλουν υποτακτικούς και πάντα τους απειλούν με τον χαμένο παράδεισο. «Θέλει δύναμη και παρρησία για να μην συμφωνείς με αυτό που λέει ο αρχηγός, όποιος κι αν είναι αυτός, και να προχωρήσεις μόνος σου. Έχεις τσαγανό, μικρή μου κι αυτό πρέπει οι άλλοι να μάθουν να το υπολογίζουν και να το φοβούνται. Κι όσοι δεν το φοβούνται να το σέβονται».

Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή και βάλανε τα γέλια. Γελούσαν για ώρα πολύ κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Ενώ το πρώτο φως της αυγής έβαφε τον ουρανό, ο λύκος την ρώτησε για το περίεργο φόρεμά της. Η νεράιδα του είπε πως το φως του ήλιου θα κάψει τα φτερά της κι ότι δεν μπορεί να μείνει άλλο. Του ζήτησε να έρθει το επόμενο βράδυ για να του πει την υπόλοιπη ιστορία κι ανοίγοντας τα φτερά της, πέταξε γρήγορα μακριά.

Η μέρα πέρασε αργά και για τους δύο. Η ελπίδα πως θα νικήσουν την μοναξιά φώλιασε στην καρδιά τους και περίμεναν με αδημονία να δύσει ο ήλιος για να βρεθούν ξανά. Μόλις σουρούπωσε ο λύκος κίνησε για την λίμνη. Πήγαινε αργά προσπαθώντας να μην δείξει την ανυπομονησία του. Η καχύποπτη φύση του τον έκανε να σκέφτεται πως η νεράιδα παίζει κάποιο παιχνίδι και προσπαθούσε να σκεφτεί πως θα αμυνθεί αν τελικά είναι κάποιο κόλπο.

Την βρήκε να κάθεται στο ίδιο σημείο, που είχαν αποχαιρετιστεί το πρωί. Του χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν στο σκοτάδι. Τον χάιδεψε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την ζεστασιά του. Ο λύκος έμεινε ακίνητος . Γύρισε το κεφάλι και την δάγκωσε απαλά ζητώντας της να συνεχίσει την ιστορία.

Του είπε πως οι νεράιδες φτιάχνουν φορέματα με τα λουλούδια και τα φυτά, που ανθίζουν μέσα τους. Ο άνθρωπος , που επέτρεψε να την δει γυμνή, της ζήτησε ένα δώρο. Κι αυτή μην έχοντας τίποτα άλλο να του δώσει, έβγαλε το φόρεμα με τα ροδοπέταλα που φορούσε και του το έδωσε. Αυτός, ενώ πρόθυμα το δέχτηκε, έφυγε και δεν γύρισε πίσω ποτέ πια. Κι αυτή, το μόνο που βρήκε ψάχνοντας στην καρδιά της για να καλύψει την γύμνια της , ήταν τα τσουκνιδόφυλλα. Αυτό το νέο φόρεμα δεν μπόρεσε να το βγάλει από πάνω της ,όσο κι αν την πονούσε, γιατί είχε κολλήσει στο δέρμα της και ο κήπος της καρδιάς της σταμάτησε να ανθίζει.

Ο λύκος έμεινε σιωπηλός για λίγο. Της είπε πως θα την βοηθήσει να βγάλει το φόρεμα με τις τσουκνίδες κι άρχισε να τραβάει με τα δόντια του ένα-ένα τα κολλημένα φύλλα. Η γλώσσα του γέμισε φουσκάλες, που τον έτσουζαν και τον πονούσαν, αλλά αυτός συνέχισε να τραβάει αποκαλύπτοντας σταδιακά το γυμνό κορμί της. Η νεράιδα δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν ένιωσε τα δόντια του στην σάρκα της. Ήξερε πως το έκανε για το καλό της. Αλλά δεν παρέλειψε να του χτυπήσει ανάλαφρα την μουσούδα, ώστε να είναι σίγουρη πως δεν θα ξεχαστεί.

Το ίδιο συνεχίστηκε πολλά βράδια. Κι όσο το κορμί της νεράιδας απελευθερωνόταν από τα πράσινα δεσμά του, τόσο περισσότερο ο λύκος έμενε σιωπηλός. Σταμάτησε να του χτυπάει την μουσούδα και να παίζει μαζί του. Κοιτούσε την εικόνα της στον καθρέφτισμα της λίμνης και μετά στα μάτια του λύκου. Χαμήλωνε αμέσως το βλέμμα κι άρχιζε να του λέει ιστορίες, χωρίς να είναι βέβαιη πια αν την ακούει και μην τολμώντας να τον διακόψει.

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ, τα τσουκνιδόφυλλα τελείωσαν όλα. Η νεράιδα, γυμνή, αλλά χαρούμενη, κοίταξε τον λύκο, τον αγκάλιασε και του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει για αμοιβή κι αυτή θα του το έδινε χωρίς σκέψη. Αυτός κοιτώντας την με μάτια αγριεμένα απάντησε πως δεν θέλει τίποτα από αυτήν. Κι ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούνε. Αυτή συγκρατώντας τα δάκριά της του ζήτησε να έρθει για ακόμα ένα βράδυ. «Θέλω να δεις το νέο μου φόρεμα» του είπε «και να με δεις επιτέλους να χορεύω».

Την άλλη μέρα είχε πανσέληνο, όπως τότε που πρωτογνωριστήκαν. Ο λύκος πήγε στο γνωστό μέρος, αλλά δεν την είδε. Παραξενεμένος κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τα ίχνη της. Κοιτώντας προς τις καλαμιές, την είδε. Φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα, φτιαγμένο από χιλιάδες πέταλα παπαρούνων, τον περίμενε κοιτώντας τον μετά από καιρό κατάματα.
Άρχισε να χορεύει κι ενώ στροβιλιζόταν γύρω τόσο γρήγορα, που φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα, την άκουσε για πρώτη φορά να τραγουδάει. Μαγεμένος κάθισε για να παρακολουθήσει αυτήν την παράσταση την ειδικά αφιερωμένη σε εκείνον. Κι ενώ ένα χαμόγελο έσκασε μετά από καιρό στα χείλη του, ένιωσε να πέφτει επάνω του ένα υγρό φύλλο.

Την είδε να βγάζει από πάνω της τα κόκκινα πέταλα και να τα πετάει προς το μέρος του χωρίς να σταματάει να χορεύει και να τραγουδάει.
«Για σένα αγάπη μου, κι ας μην τα ζήτησες ποτέ.
Για σένα αγάπη μου, κι ας μην κρατήσεις ούτε ένα.
Για σένα αγάπη μου, κι ας με ξεχάσεις αύριο».

Κι όσο ο σωρός μεγάλωνε κι το σώμα της γυμνωνόταν, άρχισε να βλέπει πως από κάτω είχε άλλα φύλλα, κατακόκκινα κι αυτά. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πως ήταν τσουκνιδόφυλλα, ποτισμένα στο αίμα.

Ο λύκος δίστασε για μια στιγμή. Και μετά πήδηξε επάνω της να την σταματήσει. Την έριξε κάτω, πάνω στον κόκκινο σωρό και προσπάθησε να την ακινητοποιήσει με τα πόδια και τα δόντια του. Κι ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρώτες ακτίνες του στη γη, έμεινε λαχανιασμένος να την κοιτάει.

Τα φτερά της νεράιδας κάηκαν στην στιγμή αφήνοντας στο έδαφος ένα σημάδι σαν πρωινή πάχνη. Οι πληγές στο κορμί της έκλεισαν. Κι ενώ οι ματιές τους αντάμωναν ξανά, το σώμα της τυλίχτηκε με άσπρα ροδοπέταλα. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το πρόσωπο, πριν ακουμπήσει το κεφάλι του στον μυρωμένο της λαιμό.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Κάποιοι παρατηρητές παρακολουθώντας έναν μοναχικό λύκο, οδηγήθηκαν σε μια απομονωνόμενη λίμνη. Τον είδαν να πηγαίνει στις καλαμιές και τον ακολούθησαν. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα στρώμα από παπαρούνες κι έτσι όπως γύρισε να τους κοιτάξει, είδαν πως στο στέρνο του είχε ένα περίεργο άσπρο σημάδι, που θύμιζε τριαντάφυλλο.



πηγή: a-href-----style--di.pblogs.gr

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

ΤΑΥΤΟΣΗΜΙΑ



"Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Εγώ είδα μόνο τον εαυτό μου, εκείνη είδε μόνο τον εαυτό της."

Λεκ, 1977

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

ΠΟΤΕ



Έχω ξεχάσει
Τον ήχο της φωνής μου
Οι ερωτήσεις μου
Δεν επιδέχονται πια απαντήσεις

Όλα καταργήθηκαν
Σε μια μάταιη προσπάθεια
 Να φτάσω


Το φως

Μαρία Χρονιάρη


(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)