Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

ΓΥΑΛΙΑ ΗΛΙΟΥ



ΠΑΛΙ ζωντανός, ταξιδεύει. Θέλει ένα καλοκαίρι, ένα νησί, έναν χάρτη. Οι άνθρωποι δίπλα του, ιδρωμένες πετσέτες. Παραλιακό μπαρ, αντηλιακά, σώματα. Ήρθαν για να γκρεμίσουν όσα πέτυχε ο χειμώνας. Όσα κατάφερε η ανθεκτικότητα της ζωής.
Πήρε εκείνο το παλιό μηχανάκι που ήθελε να φύγει απ’ το πολύ και το κρέμασε στα φτερά του. Μιλάει για έναν άνθρωπο, μια στιγμή, ένα μέρος.

Μόνο ο ίσκιος του είναι δικός του και τον ακολουθεί σ’ αυτό το αρχαίο νησί που τον θέλει. Άσπρα, παραταγμένα κουκλόσπιτα, με τις μπλε ασπίδες τους, φιλοξενούν τους αιώνες. Τους οδηγούν απειλημένους σε στενά με την κάνη καρφωμένη στη πλάτη. Πιστεύει σε ένα όνειρο, μια εποχή, ένα φως.

Πριν που τα πράγματα ήταν λιγότερα, μπορούσε να δημιουργήσει το πολύ μέσα του. Το γεννούσε η υπογεννητικότητα των καρδιών. Τώρα τις βλέπει φουσκωμένες να περιφέρονται και χαμογελά. Τις βρέχει η θάλασσα. Τις μαθαίνει να υποτάσσονται.
Αρρωσταίνουν τα μάτια του από το πολύ που είναι καθόλου. Γυαλιά ηλίου. Υπερασπίζεται έναν γκρεμό, μια νύχτα, ένα σώμα.

Πολλά ονόματα μαυρίζουν κάτω απ’ τον ήλιο. Ανακατεύονται στο καζάνι του. Μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο. Η μνήμη παίρνει φως, καίγεται.
Τρία γράμματα όλα κι όλα. Είναι λίγα για μια ζωή που μεγαλώνει. Που γίνεται δέντρο ολόκληρο. Στη σκιά του, ένα κοριτσάκι κρατάει το φεγγάρι απ’ το χέρι. Θέλει να βαφτίσει τα παιδιά του. Ένα κοριτσάκι ζωή. Να ευαγγελίζεται.
Πόσα καλοκαίρια κρεμάστηκαν σε ντουλάπες και μπήκαν σε ζελατίνη να μη τα φάει ο σκώρος; Πόσα πολλά τραγούδια, πόση ναφθαλίνη; Δεν έφτασε. Όσα γράμματα και να είχε η ζωή δεν θα χωρούσε. Φαντάζεται έναν ορίζοντα, μια ματιά, ένα σπίτι.

Το κάστρο δίπλα του, στη παλιά πόλη. Φωτισμένος φρουρός. Μαγαζιά με νεράιδες. Ονειροπαγίδες. Τζαζ και μπλουζ. Άλλη Μαρία. Εδώ δεν μαυρίζουν, κολλούν ετικέτες ζωής. Κατεβαίνουν με βραδινά χαμόγελα. Διακόπτουν από κάτι που θα ξαναρχίσει αμέσως μετά. Ποτά στον ασβέστη.
Διακοπές έως τότε, υπολογισμένες στιγμές, βαρύ άρωμα. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, φλας. Χαμογέλα. Ενθύμια φωτογραφίες. Κλέβουν κι άλλη ζωή. Η ηλικία τους είναι η ηλικία των λαθών τους.
Αύριο θα ξεκινήσουν γενναίοι για τα ορεινά. Χωριό σαν παραμύθι, κυπαρίσσια. Εμφιαλωμένο νερό. Καφές στη λιακάδα. Ντόπια κρέατα. Έχει μια ιστορία, έναν καιρό, μία λύπη.

Ακούει τη μουσική που βγάζουν οι λαιμοί των κατσικιών μέσα από τις καλαμιές που γέρνουν· σα να υποκλίνονται για να περάσουν. Στο κουδούνισμά τους παραδίνονται όλες οι συμφωνικές της γης. Εδώ το τοπικό αποκτάει παγκοσμιότητα.
Όπως φυσάει ο αέρας, το δέρμα της θάλασσας ανατριχιάζει. Βγάζει το μπουφάν του και το πετάει στο νερό. Τη σκεπάζει να μην κρυώνει. Η θάλασσα δεν πρέπει να γεράσει ποτέ.

Μιλάει για έναν θεό, μια λέξη, έναν έρωτα.
Ακούει ένα τραγούδι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου