Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ



                                                                                        Τίποτα από μένα δεν φαίνεται
                                                                                                                 ΑΜΛΕΤ

OΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ και ήθελα πολύ κάτι, παρακαλούσα  το Θεό να μου το δώσει. Αν ο Θεός έλειπε, η παράκλησή μου μεταφερόταν στους γονείς μου. Αν και αυτοί, με τη σειρά τους, δεν μπορούσαν, την ψιθύριζα συνωμοτικά στο Χάρη. Ο Χάρης δε μου χάλαγε ποτέ χάρη. Ήταν ο καλύτερος φίλος μου – αλλά δεν υπήρχε. Τον είχα επινοήσει εγώ, συναρμολογώντας όσα περίσσευαν· ήταν ένα μικρό συνονθύλευμα ρόλων, ένας Ιησούς για προσωπική χρήση που γνωμοδοτούσε υπέρ μου. Μια κατασκευή θαυμάτων πολύ πιο ανθεκτική από τα πλέι μομπίλ.
Οι άλλοι, φυσικά, δεν τον έβλεπαν. Τον συναντούσα κρυφά στα μπαρ και ανταλλάσσαμε σημειώματα. Διόρθωνε την ορθογραφία μου στο σχολείο, αγοράζαμε σπάνιους δίσκους στο Μοναστηράκι, πηγαίναμε εκδρομή με τις μουσικές. Τον συμβουλευόμουν για τα κορίτσια που θα ερωτευόμουν.
Εγώ υπαγόρευα κι αυτός εκτελούσε. Θα πρέπει να τον κούρασαν πολύ οι υποχρεώσεις του, γιατί μετά από κάποιους γάμους και έξι βιβλία μου, ο Χάρης πέθανε. Τον έσκασαν το νόημα και η διάρκεια των αποριών μου. Την ημέρα ακριβώς που θα γινόμουν σαράντα χρονών. Στα γενέθλιά μου, προσπαθώντας να σβήσω τα κατά δύο λιγότερα κεράκια της τούρτας μου – ανακάλυψη της μητέρας μου για να με βλέπει νεότερο, άρα και τον εαυτό της –όταν τον κάλεσα να με βοηθήσει στο φύσημα, ο Χάρης δεν αποκρίθηκε. Δεν ήταν εκεί.
Ένιωσα μόνος μου, όπως ο Πλάτωνας μετά τον θάνατο του Σωκράτη· δεν είχα κανέναν να μοιραστεί τις αμφιβολίες μου. Όπως ο Φρήντριχ στη ταινία του Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων»: σαν σκηνοθέτης που είχε ξαφνικά χάσει το φιλμ του· σαν άγγελος που είχε εκπέσει του αξιώματός του χάριν του έρωτα και είχε μολυνθεί από το μικρόβιο της ανθρώπινης ζωής. Αλλά αυτό είναι από άλλη ταινία του Βέντερς. Νομίζω από τα «Φτερά του έρωτα», όμως δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, γιατί ο Χάρης λείπει.

Επανέλαβα σπαστά, διακεκομμένα, χωρίζοντας τις τρεις λέξεις μου με φανταστικά κόμματα: «Έχω μόνο εμένα» - αλλά  η πρόταση ακούστηκε μέσα μου κενή. Οι συλλαβές βγήκαν απ’ το στόμα μου αργά, βαριεστημένα, λες και ετοιμάζονταν να πάνε βόλτα σε κάποιο μέρος που είχαν ήδη επισκεφθεί. Έκαναν μια μικρή επίδειξη ζωής μπροστά μου, σφύριξαν ανάμεσα στα δόντια μου, απολαμβάνοντας ελάχιστα δευτερόλεπτα σιγουριάς και σωριάστηκαν κάτω. Θυμήθηκα τη φράση του Σάρτρ –«η κόλαση είναι οι άλλοι». Δεν θα είχα πια κόλαση. Ο Χάρης ήταν τα καζάνια που έβραζαν, ο Ιερώνυμος Μπος, η φρικτή ανάγκη της επαλήθευσης. Ή μήπως ήταν ζωή; «Γιατί ζωή είναι οι άλλοι και ζωή είναι όταν οι άλλοι σε ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα και τα σώματα των ανθρώπων» (Γ.Χειμωνάς).
Είχα μπερδευτεί. Ήμουν ανάμεσα σε δυο διασταυρούμενα ξίφη, σε δυο σώματα ιδεών. Η  θέση μου έκανε την απουσία του Χάρη αμείλικτη. Με έζωσαν τα φίδια.

Στη στάση του μετρό, κάτω από μια μεγάλη πινακίδα που δυσφήμιζε τα τσιγάρα, είδα χιλιάδες Άμλετ να περιμένουν. Κρατούσαν ανοιγμένες ομπρέλες παρότι δεν έβρεχε. Τα χρώματά τους παρέπαιαν στον ουρανό σαν στοιβαγμένα κουρέλια· τον έκαναν να μοιάζει με αντίσκηνο. Νόμιζα ότι ήμουν σε πίνακα του Μαγκρίτ, ότι είχα εισχωρήσει λαθραία στο κάδρο για να κρυφτώ. Το λάδι διαλυόταν απ’ τη βροχή και έβαφε τα μάγουλά μου. Πήρα την πίπα απ’ τον Μαγκρίτ και έγινα Ινδιάνος. Καθώς οι φιγούρες σιγά σιγά έσβηναν απ’ το θέμα, είδα τους Άμλετ να διασχίζουν το δρόμο και να κατευθύνονται προς τον πίνακα. Ένας απ’ αυτούς είπε: «Αυτό δεν είναι μια πίπα».

Κι εγώ συμφώνησα.



Σταύρος Σταυρόπουλος,

Από το βιβλίο του "Τί γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν", εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2008


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου