Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ 9





Θέλω να βγεις χαράματα από μέσα μου με ισορροπημένη γεωμετρία. Χωρίς υπότιτλους. Απαλλαγμένος απ’ τα σπυριά και τις λεηλασίες. Μακριά από σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Ορφανός.


Μαρία Χρονιάρη, "Εκεί που αλλάζω ζωές", εκδ. Απόπειρα

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΨΥΧΗ ΑΝΑΣΗΚΩΣΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΜΗΝ ΡΩΤΑΣ



Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ΄ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.
Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες. Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία. Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.
Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: "Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.

"Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!"

Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: "Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.

"Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω."

"Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!"

Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.

Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.
Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.
Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.
Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.
Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!
Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.
Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.
Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.
Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!
Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: "Αυτό θέλω!"
Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Νικόλαος Καζαντζάκης, (απόσπασμα με τίτλο "Η προετοιμασία" - Τρίτο Χρέος, από το βιβλίο του "ΑΣΚΗΤΙΚΗ", που δημοσιεύεται στο μπλόγκ σε συνέχειες.)

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΗ ΣΟΥΙΤΑ ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕΙΖΟΝ


Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω

παίρνω τη νάϋλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-

τί απέραντη απόσταση διανύω
απ᾿ το σώμα σου
έως το σώμα σου
.

Γιάννης Ρίτσος, Αθήνα 19.11.80

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΩ




Ποιο ζωντανό πλάσμα, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ’ όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως – με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του∙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ’ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό∙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη, και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει∙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ’ έναν τάφο βαθύ∙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Έγκατη θλίψη φυσάει σ’ ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά την δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους, ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ’ την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, ερεβνή νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ’ το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες – κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος – έντρομος από χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή∙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! Πόσο χαρμόσυνος κι ευλογημένος ο αποχωρισμός της μέρας! Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου –την επιστροφή– στις ώρες της απουσίας σου. 

Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ’ τα περίλαμπρα άστρα∙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στην μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ’ εμένα, τρυφερή αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας· τώρα αγρυπνώ – καθώς ανήκω και στους δυο μας. Εσύ μού έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ’ την ύλη μου – κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ στον άνεμο μαζί σου∙ κι ύστερα η γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.
NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής



Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

ΜΙΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΧΩΡΑ




Έχω μια χώρα μέσα μου
Τη λένε φωτιά
Το φως της μέρας εκπνέει
Σαν ξεχασμένη αλήθεια
Σαν ρίσκο
Που πρέπει να πάρω

Χρειάζομαι καταιγίδες ηλιαχτίδων
Να μη φοβάμαι
Κάθε που το φεγγάρι


Ξοδεύει το χρώμα του


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ" που κυκλοφορεί από τις εκδ. Απόπειρα)

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ




ΑΠΛΑΝΗ ΠΑΝΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ, ακόμα ορφανά, στη σκιά των αιολικών ήχων αυτού του άσπρου νησιού, ακόμα επιμένουν να γεννοβολούν αδιάκοπα λέξεις πειρατές, με σημαίες και χρώματα ναρκωτικά οραμάτων, στις ταβέρνες των φίλων και στα καπηλειά της παλιάς Χώρας, κι ύστερα ψαράδες, λαχανιασμένα γέρικα σκαριά, να διηγούνται θαλάσσιες ιστορίες ζωντανών θρύλων και κει κάτω, πλατεία Αγίου Αρσενίου, εσύ, ντυμένη λευκή πεταλούδα με κρίνους φιλιά, να με κοιτάζεις στα μάτια σαν σε όνειρο που χλόμιασε, ξεβάφοντας πάνω στο τζιν μας κόκκινα χρώματα, ενθύμια της φωτιάς.
Και να επανέρχεται, κάθε φως φεγγαριού, εκείνη η αρχαία οσμή ελευθερίας που όποτε ήθελε το γύριζε σε σκλαβιά.

Και να’ ναι η μουσική, μουσική παράφορη, ανακατεμένα ρεφρέν, ολιγόλεκτη, καμπή στην απουσία του χρόνου που έγινε ξαφνικά αιώνιος ή μια τόσο δα στιγμούλα – πώς να είσαι σίγουρος; - του χρόνου που άπλωνε ξαφνικά στρώμα ελαστικό και μεγάλωνε και ξάπλωνε τα σώματά μας και μέτραγε μπύρες κουτάκια αγκαλιές και μέθαγε στο Μάλαμα, μαλαματένιες νύχτες μεταμφιεσμένος σε έρωτα.
Κι ύστερα πάλι ψαράδες, έρωτας, και παραλίες λευκές, και πάλι οι λέξεις ανάπηρες, άνυδρες, ματάκια στην άμμο που κόλλησαν και χρυσίζουν καθώς τα βρέχει το κύμα. Κι ακόμα, ένα δελφίνι αφημένο στον καιρό, μια παρτίδα σκάκι παρατημένη στη μέση, ένα ζευγάρι αιώνιων Γερμανών, ένα ηλιοβασίλεμα καρφωμένο με δύναμη στη μέση του κάμπου της Γλυφάδας.
Κι ένα τσουβάλι χαρές.

Παρόλα αυτά, - άκουσες σήμερα τα νέα; - στο Φιλότι εκσυγχρόνισαν τις καρέκλες κι έμεινε το πλατάνι μας μια παράταιρη μουτζούρα στον ουρανό, μια φράντζα πάθους να επιμένει μέσα στον εκμηδενισμό που ερχόταν. Κι έμεινε το λιμάνι τρεις καφετιές λωρίδες κομμένο και σβήστηκαν –  άκου να δεις – τα χνάρια μας μέσα στα έργα ανακατασκευής.

Απλανή πάντα βλέμματα, ακόμα θολά, και μουσικές εκείνου του άσπρου νησιού που έκαιγαν τις νύχτες, τσιγάρα αναμμένα φωτιές και ξοδεύαμε τα κορμιά μας παράφορα, Καστράκι – Τρίποδες ένα λεπτό ελάχιστο, απόγευμα Ιουλίου. Ραντεβού συνωμοτικά, ανταλλάσσοντας σώματα στις γωνίες, τα ανοιχτά χαμόγελα ενός παρελθόντος που είναι τόσο παρόν, όσο μέλλον μπορεί να είναι και η αναφορά σε χρόνια παρελθόντα.

Εκεί πρώτη φορά ένας κόκκος δέρματος ξύπνησε τόσες επιθυμίες.
Τόσες επιπλέον οσμές. Τόσα διαφορετικά χρώματα.
Μόνο μέσα σε τόση αρμονία μπορεί να παρεισφρήσει τόση αρρώστια σαρκική, μόνο μέσα σε τέτοια γενεσιουργό χημεία μπορεί να ξεπορτίσουν όλοι οι μαθηματικοί τύποι και να το βάλουν στα πόδια έντρομοι.

Κι ακόμα, φως και σιωπές και δειλινά, τόσα όσα ποτέ, και φωνές, ενδείξεις ζωντανές μιας ζωής που βρέθηκε κάποτε να ακροβατεί στη μέση του Αιγαίου.
Τόσα αγέννητα παιδιά που τώρα θα ‘χαν γίνει κέδροι, ψηλώνοντας μαζί με τον χρόνο πάνω στην άμμο στο Πυργάκι, πλάκα στην Πλάκα τα πρωινά και μαύρο πίσσα κατράμι, διαγωνισμός, ποιος απ ‘τους δυο θα ‘ναι στο τέλος ο πιο σκούρος. Ανάμεσα στους αγίους, η πιο άγια Παρασκευή των ημερών της εβδομάδας, μια χούφτα ασβέστης, εκκλησιά και μια σκισμένη εικόνα από πίσω, σημείωμα.

Νάξος, μερικά χρόνια πριν, της Νικολέτας, γενέθλια νήσος των ποιητών, Ινδιάνικο φυλαχτό κρεμασμένο στο στήθος και μουσική των ματιών ισόβια, χωρίς φτιασίδια, χωρίς εμάς, συνεχίζει σήμερα να αιωρείται στη μέση του Αιγαίου, χορεύει ροκ πάνω στο φτερό του καρχαρία, φορώντας κάτασπρο νυφικό στολισμένο από κιθάρες. 



( Νάξος blues)


Σταύρος Σταυρόπουλος, από το βιβλίο του "Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα", εκδ.΄Απόπειρα



(βίντεο που έφτιαξε ο drapetis 83, με αποσπάσματα από το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου)