Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ





ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ - μόνο το πακέτο φωτίζεται. Η κίνησή του έχει δυο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι  μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής.

Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.


Μπαίνουμε νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.

Ο άνθρωπος που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ένα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.


Κάτω απ’ τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένη η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δυο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνο από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.

Σου έδωσα λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες - πού βρήκα τη βροχή δε θυμάμαι - αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μαζί μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ’ τα σώματα μας. Σαν μουσικές εθισμένες. 


Θα σπρώξω τον χρόνο να πέσει. Να πάψει να κολλάει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αυγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο νέος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ’ τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί, έτοιμο να στάξει, θα ενωθεί.

Μοναδικό φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να ρθείς με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί που αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.


Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει.

Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε.

Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.



Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.  


Σταύρος Σταυρόπουλος 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου