Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΓΓΙΓΜΑ




Εκείνη τη στιγμή ο κόσμος έγινε από νύχτα. Από μια σπονδυλική στήλη, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς δάκτυλα. Αυτή η μετά ζωή σέρνει πίσω της ένα γκρεμό. Σαν ρεμβασμός ήλιου, γιατί το φως λείπει. Εμένα να κοιτάς. Ακόμα. Να λες θα περάσει. Τα δάκρυα των νεκρών φυτρώνουν στο χώμα, μιλούν με τις σκοτωμένες αλεπούδες. Αν ανοίξω τα μάτια μου θα τα πάρει η θάλασσα. Μπροστά σε άρρωστα κυπαρίσσια. Υγρασία. Και αν χαθώ; Αν πάψω να υπάρχω ανάμεσα στις καμπάνες; Οι καμπάνες κοροιδεύουν τους νικητές, όχι τους αθώους.Έπαψα να ακούω όταν κούρσεψαν τις σειρήνες. Τότε έπεσαν όλοι οι δρόμοι στα πόδια μου και σηκώθηκαν πουλιά. Λαστιχένια και έμοιαζαν. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ξαπλωμένο σάπιο κατάρτι, στα εντόσθια της, το φύλο της ήταν γεμάτο φυσαρμόνικες. Έτρεμε. Χύθηκαν έξω τα σημαντικότερα κύτταρα. Κάτι κίτρινα σάλια αδιαφανή, έμοιαζαν μακριά ποτάμια. Ο γυναικείος κόλπος παραμέρισε σαν πεθαμένη μελωδία.

Στήριξα στο λαιμό μου την φυσαρμόνικα και άρχισα να γερνάω. Να γερνάω ζωές. Καθώς άνοιγαν τα χείλη, η μελωδία ζωντάνευε. Αποκτούσε κλαδιά. Χείλη πάνω στα χείλη. Μετά αίμα, ενωμένο. Αδιευκρίνιστο ποιάς ομάδας, ποιού δότη, ποιάς έξαρσης.

Σε ποια όραση ζω; Η γη έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει. Μου άφησε ένα σβησμένο πάρκο, είναι η μνήμη του σώματος. Την χρησιμοποιώ για να σκουπίζω το πρόσωπο – όλη η πόλη, κοίτα, όλη η πόλη έγινε μια πετσέτα από ξυραφάκια. Να σκουπίζεσαι με την πόλη. Να την κρεμάς στο λαιμό σου, κάθε που φεύγεις.

Πάλι πέθανα από ύψος. Πάλι τελεία. Τελεία.

Θέλω να δω ξανά τη μέρα να συνεχίζεται. Μέχρι να απογοητευθεί η πτώση μου και να γίνει η φαντασία ζωή. Να γίνει ζωή γυμνή κάτω απ’ τις κουρτίνες του δέρματος - αναδυόμενη, όπως το αυγό του φιδιού που παλεύει να βγει έξω, ξημερώματα. Όλοι έχουμε ένα έξω που είναι μέσα και κάνει την πεταλούδα. Όλοι έχουμε ένα αυγό που λέγεται γέννηση του θανάτου.

Δεν ξέρω τι κάνει η λάμψη μου εκεί. Σ’ αυτό το έξω που είναι μέσα πανάκριβο, σ’ αυτή την ανεμπόδιστη γέννηση του θανάτου που ρημάζει αγάλματα,  καρπούς άστρων σε φυλλώματα φρίκης, απλώς μηχανεύομαι οξυγόνο. Τα φωνήεντα είναι λίγα. Δειλά. Δεν εγγυώμαι κανένα.

Τελικά αυτός ο κόσμος συναναστρέφεται φαντάσματα. Κανείς δεν στάθηκε ικανός να τον χωρίσει απ’ τη θάλασσα. Κανείς, ποτέ, δεν θα χωρίσει τη θάλασσα, δεν θα την κάνει να πάψει να τον σκέπτεται. Η θάλασσα είναι η γραφομηχανή της γης.

Και όμως: Έγιναν όλα όπως πριν την αρχή. Δες.

Ο κόσμος όλος αναιρέθηκε από τον έκλυτο βίο της.


Σταύρος Σταυρόπουλος

(από το βιβλίο του, "ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ", που ετοιμάζεται)

2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ Μαρία. Θα ετοιμάζεται για καιρό ακόμα...

    Δεν με αφήνει η γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Η θάλασσα που είναι η γραφομηχανή της γης. Και φυσικά οι καμπάνες - που κοροιδεύουν τους νικητές. Όχι τους αθώους.

    Φιλί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να γράφεις Σταύρο. Για να φυσάει ζωή.

    Φιλί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή