Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΙΠΟΤΑ


Όταν έχεις ένα μυστικό, είναι σαν ένας βαθύς, βαρύς πόνος. Σαν βράχος που έσκασε από ψηλά. Σαν νύχτα που βαραίνει την θλίψη σου ακόμη πιο πολύ. Ύστερα, έρχεται ένα τραγούδι και βλέπεις πως το μυστικό σου, υπάρχει εκεί έξω, με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο, αλλά με τον ίδιο ήχο. Και τότε νιώθεις ένα παράξενο μαζί, μα συνάμα κι ένα μεγάλο μόνος.


Μόνος, γιατί όλα όσα είναι το μυστικό, ακόμη κι αν το ξέρει και κάποιος άλλος, το δικό σου μυστικό εξακολουθεί να είναι τέτοιο, που δεν μπορείς να το μοιραστείς. Υφαίνει τα πέπλα του γύρω σου. Απλώνει τα νύχια του ακόμη πιο μέσα σου. Βρίσκει την πληγή και γραντζουνάει ό, τι έχεις ορίσει ως απροσπέλαστο.

Κι εσύ, θες να τα πεις όλα, μα δεν γίνεται. Δεν έχουν όλοι την ίδια αντοχή στην ακουστική του πόνου. Στις νότες της θλίψης, η μελωδία σού ανήκει εξ' ολοκλήρου. Μια μεταφυσική αύρα τρέχει γύρω απ' τη μνήμη σου. Από εκείνα που ξέρεις πως είδες, από αυτά που είσαι σίγουρος πως κάποτε ήρθαν. Κι έφυγαν. Αναίτια οικειοθελώς. Μονότονα ύπουλα.

Κοιτάζω έξω τον δρόμο. Έχει γεμίσει με βάλτους. Στα χέρια μου φυτρώνουν νούφαρα. Περιμένω την βροχή που θα στεγνώσει το οδόστρωμα. Τη στιγμή που θα φοβάμαι ακόμη πιο πολύ την ώρα που θα πάψω να φοβάμαι. Θέλω αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Θέλω να φωσφορίζει το βλέμμα σου από ένα έπειτα. Από το μετά του θανάτου. Το κατόπιν του κόσμου που χάλασε. Που πήρε την ουσία μέσα απ' τα μάτια σου.

Να μπορώ να σου πω: Κοίτα, πονάνε κι οι βράχοι. Κι εσύ να νιώθεις τη γεύση απ' τα κύματα να ρέει απ' τα χείλη μου, σαν μέλι. Αστείρευτα χαλάσματα ομορφιάς. Η αγάπη φτιάχνεται από αίμα. Όσο το σκουπίζεις, τόσο περισσότερο απλώνει. Μες στα ερείπια της νύχτας, χαλασμένες φωνές επενθοστολούν όνειρα. Μην τα κοιτάς. Δεν σε αντέχουν.

Μείνε όσο μπορείς μακριά. Τρέξε να φύγεις απ' την άκρη των δαχτύλων μου. Δεν χωράς σε αυτό τον κόσμο. Ξωτικό που έχασε το μονοπάτι για το πίσω του. Τιμωρία για το μυστικό που έμαθε. Ξέχασε όλα όσα είπα. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα παραλήρημα αλήθειας που μου ξέφυγε. Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ αλήθεια. Οι αλήθειες, τους ξεφεύγουν σαν σπίθα που το σκάει απ' τη φωτιά.

Κι εγώ, αερικό, που έτυχε να με φέρει ο άνεμος κοντά σου. Ατλαντίδα που ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας μόνο για να χαθεί πάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Για εκείνες τις ώρες. Τις στιγμές, που όσο πλησιάζουν, απομακρύνονται.

Μην πας μαζί τους. Δεν αναπνέουν αύριο.


Μαρία Χρονιάρη

(από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)


Ευχαριστώ τον Σταύρο Σταυρόπουλο για την δημοσίευση του κειμένου μου στο μπλόγκ του

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ






We must have died alone, a long long time ago


ΠΗΡΑ χαρτί και άρχισα να ζωγραφίζω ξανά. Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Άνοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ένα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.
Ήταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Έτσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ήμουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου επήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου ενόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».(*)

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γεννηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ήταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ήταν σαν τελετή δακρύων. Έκλαιγαν κάτω από τη γη.

Ένιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.

Και να καείς.


(*) Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962


Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

http://sstavropoulos.blogspot.com/2001/10/blog-post_23.html


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/10/2011&id=319451

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΑΥΡΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ


 Από το μπλογκ του Σταύρου Σταυρόπουλου

http://sstavropoulos.blogspot.com/2011/10/blog-post_22.html


ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΡΟΚ


Αν προσπαθούσα να θυμηθώ τα βήματα, τη διαδρομή που διανύθηκε από εκείνο το πρώτο mail της Έλενας και την συνάντησή μου με τα παιδιά των IlluminArti στο καφέ του Ιανού, έως την καταληκτική ημερομηνία της 19ης Μαίου – έμπαινε καλοκαίρι, κι όμως, εκείνη τη νύχτα στον Κεραμεικό έκανε μια παράξενη ψύχρα, ήταν το κρύο μέσα μας που διαδεχόταν, αντικαθιστούσε, εκταμίευε τον Ιούνιο που ερχόταν και τον έβαζε στην άκρη; - θα είχα πολλά να πω: Για τις χειμωνιάτικες πρόβες, ατέλειωτες και καταλυτικές. Τη φλόγα των περισσότερων παιδιών που έκαιγε σαν κερί στα μάτια τους. Τον ερασιτεχνισμό που θα ζήλευαν πολλοί επαγγελματίες. Την αγωνία του Βαγγέλη που ήταν ο καλύτερος – οι καλύτεροι έχουν πάντα αγωνία. Τις απίστευτες κινήσεις της Αντιγόνης. Το άγχος της Νικολέτας, πρώτη φορά. Τις διορθώσεις, τις οδηγίες, τα σκηνικά. Τις φωνές και τα γέλια. Την μεγάλη επιστροφή της Λυδίας. Το βλέμμα της Χριστίνας το πρώτο βράδυ. Την αμηχανία της Τατιάνας. Την τρελή αγάπη του κόσμου - σαν ποτάμι ήταν που μαζευόταν γύρω απ’ τα πόδια μας. Την μεγάλη συγκίνηση της Αλίκης που ήρθε απ’ τη Λάρισα. Τις πρώτες κριτικές στο «Αθηνόραμα». Τον Γιώργο που ήθελε την αφίσα της παράστασης για το δωμάτιό του – ο Γιώργος είναι 54 ετών. Τον Σαράντη που έφυγε. Την πλημμύρα που ήρθε. Τον Χάρη, τον Δημήτρη, τα όνειρα.


Γεννιόταν κάτι μεγάλο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, σαν να δικαιωνόταν αυτό που έλεγε συνέχεια ο Νίτσε, «χωρίς τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος», ήταν μια διάδραση που μας ξεπερνούσε, μια σταυροφορία υπέρ της αθωότητας. Λειτουργούσε σαν ύμνος στη Νύχτα - ένας ακόμα ύμνος του Novalis με προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα που γινόταν δημόσιος. Η πρώτη ελληνική ροκ όπερα έγραψε ένα βαθύ ίχνος στα σανίδια του Altera Pars και τελείωσε. Σαν μια πρωτοφανής διαδήλωση που ο κόσμος αποχωρεί αγκαλιασμένος.

Θέλω να πω κάτι για την Μαρία. Για το πάθος της Μαρίας Χρονιάρη, αυτό το έντιμο πάθος για το βιβλίο και την παράσταση: Ο μεταφραστής μεταγράφει έναν συγγραφέα, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο κριτικός αναλύει ένα έργο, μιλώντας για τον εαυτό του. Ο καθηγητής εξηγεί ένα φαινόμενο, μιλώντας για τον εαυτό του. Η Μαρία σκηνοθέτησε μια παράσταση, μιλώντας για το βιβλίο που είχε αγαπήσει. Για το βιβλίο που έγινε παράσταση, για την παράσταση που έγινε νόημα, για την ζωή που έγινε παράσταση. Άφησε στην άκρη τον εαυτό της και έκανε το προφανές. Αυτό που δεν κάνει κανείς.

Δεν της το είπα: Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ γιατί το ξανάρχισες εσύ.

Μαρία, σ’ ευχαριστώ.

Δείτε εδώ την παράσταση

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

ΤΑΙΝΙΑ


Ο χώρος ήταν γεμάτος πτώματα. Με τα δόντια ξερίζωνε τα φτερά της και τα έριχνε στο πάτωμα. Ύστερα με τις ακρονυχίδες της έγραφε πάνω στα κομμάτια. Εμβατήρια σιωπής. Στους τοίχους καμένες λέξεις μιας άγνωστης γεωμετρίας, πλαίσιο για τα αποτυπώματα. Μέσα στο σπίτι. Κανένα σπίτι. Τίποτε που να μοιάζει με αυτό. Εκείνου που κάποτε χτίστηκε άστεγο.

Το κορμί της πνιγμένο από αναπνοές. Ξεβιδώνει τα χείλη να χυθεί κάθε ξένο. Πεταμένες φωνές σε σακούλες σκουπιδιών. Εκνεφώματα αλήθειας. Σε ποτήρια κρυστάλλινα. Της αφάνειας.
Η Αλίκη κουράστηκε απ΄ τα θαύματα. Πήδηξε απ΄ τον φωταγωγό. Κίνησε για τη χώρα όπου όλοι πεθαίνουν. Και κανείς νεκρός. Ά-γνωστος. Πόσες φορές μεγαλώνει και μικραίνει ο χρόνος; Στα βιβλία που διάβασε όλα ήτανε λάθος. Τίποτε δεν κρατάει. Μένει μόνο. Το πάντα. Το ποτέ.

Καβάλησε τη μηχανή ντυμένη προτάσεις. Που ποτέ δεν θα πει. Φωτογραφίζει τη μνήμη σε ξένα δωμάτια. Τακτοποιεί τις ζωές που δεν ξέρουν να έχουν. Όλα τα κυβερνά μια σιγή. Σ΄ ένα άγγιγμα επουλώνει φωτιές. Ξαπλώνει στο μάρμαρο με διαμπερείς πόθους. Στην αρχή των πραγμάτων, φοβάσαι για το τέλος τους. Στη γραμμή της λήξης, λυπάσαι για την αρχή τους. Πού βρίσκεται τελικά το ανάμεσα;

Περπατά ακολουθώντας τη σκιά της στο δρόμο. Με βήμα υπόλογο. Μιας συνομωσίας. Πιάστηκε όμηρος της ανάγκης. Να υπάρχει. Πάνω στην παλάμη της καμία γραμμή. Μόνο οχυρωμένες βεβαιότητες. Γι΄ αυτό που θα έρθει. Και για ό, τι ως τώρα μάκρυνε.
Στον καθρέφτη το πρόσωπό της. Βάφει τις βλεφαρίδες της με ασετόν. Κάτι γερασμένα ποιήματα τρέχουν απ΄ τα μάτια της. Λες κι άνοιξε μια καταπακτή από φως. Ξεφυλλίζει το χαμόγελό του και πάει.

Κάθε γιορτή, κρυφτό επιθυμίας. Η δική της είναι μόνο γιορτή. Μόνο επιθυμία. Ανοίγει τα χέρια της να υποδεχτεί. Ο αέρας βαπτίζει τη φωνή της να πει. Στα μαλλιά της κορδέλες. Γαϊτανάκι ζωής. Στα δωμάτια της λήθης νοικιάζει εποχές. Σε όλα τα δάχτυλα περνά δαχτυλίδια. Ό, τι περίμενε, μάγια που πιασαν.

Σε τριανταπέντε χρόνια από σήμερα θα ανέβει στο τρένο. Σε εκείνο το τρένο που να κατέβει νωρίς κανείς δεν μπορεί. Οι αποσκευές της γεμάτες κρασί και κομμάτια από μήλο. Θα μετράει τις μέρες αχόρταγη. Η προσμονή της εστίας, μόνιμη επιλογή.
Ποτέ μόνοι. Ποτέ πριν. Ποτέ τόσο φως πουθενά. Θα πει το σύνθημα και θα περάσει.

Να ταξιδεύεις το μέλλον σου μέσα μου.

Μόνο έτσι ζωγραφίζει το βλέμμα ζωή.


Μαρία Χρονιάρη


(
από το βιβλίο μου "ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ", εκδ. Απόπειρα 2012)



Ευχαριστώ τον Σταύρο Σταυρόπουλο για την δημοσίευση του κειμένου μου στο μπλόγκ του

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

ΜΕΤΑΝΥΧΤΑ

"Σκοτάδι ποτέ όταν όλα εσύ. Μέσα στην αίθουσα,a dust of jazz. Η φωνή σου, μία μυσταγωγία σιωπής. Το σαξόφωνο κάνει στην άκρη για να περάσεις. Η φυσαρμόνικα, αναπνέει ζωή στις άκρες μιας λύπης. Όταν όλα γυρίσουν,να είσαι εκεί."

Για τις νύχτες που όσο πάνε βαθαίνουν, μα πονάνε λιγότερο..

Μαρία Χρονιάρη

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ


Η ζωή δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε δύσκολη. Είναι απλά ζωή. Κι εγώ τώρα δε λέω καμία φιλοσοφία. Λέω μόνο το αυτονόητο. Και το σφάλμα μας είναι πως τα αυτονόητα - λόγω αυτής ακριβώς της ιδιαιτερότητάς τους, να είναι αυτονόητα - δεν τα παίρνουμε ποτέ στα σοβαρά.

Όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου για δώρο στα γενέθλιά μου, μου είχε παραγγείλει σε έναν χρυσοχόο μία χρυσή καρδιά για τον λαιμό. Εκεί επάνω, είχε ζητήσει να γραφούν με κεφαλαία και με ακριβώς αυτή τη σειρά οι παρακάτω λέξεις:

ΖΗΣΕ

ΑΓΑΠΑ

ΓΕΛΑ

Αρκετά χρόνια μετά, και ύστερα από πολλά στραπάτσα, θέλω να σου πω μαμά, πως το μεσαίο το πέτυχα. ΑΓΑΠΑΩ περισσότερο απ' ό, τι αντέχει η καρδιά μου, πιο πολύ απ' όσο χωράει η λογική, ακόμη πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά. Και είμαι χαρούμενη μαμά μου γι' αυτό. Κατάφερα να ΑΓΑΠΑΩ!! Και κάτι εξίσου όμορφο και σημαντικό: να με αγαπάει ό, τι αγαπάω.

Όσο για το πρώτο και το τελευταίο, μαμά μου, ακόμη προσπαθώ. Εσύ το ξέρεις καλύτερα απ' τον καθένα. Ζω γιατί είναι ωραία. Επικεντρώνω την προσοχή μου σε κάθε λεπτομέρεια ζωής, στο πώς τρώω, πώς ακούω, πώς θα ακουμπήσω τους αγαπημένους μου, πώς θα νιώσω τον ήλιο να χτυπάει βαθιά την κόρη των ματιών μου. Και μάλλον, αρχίζω να τα καταφέρνω κι εκεί.

Γελάω γιατί οι άνθρωποι που αγαπάω είναι καλά. Είναι μαζί μου και μπορώ να τους δω, να πάρω τηλέφωνο και να ακούσω την φωνή τους. Δεν έχω το δικαίωμα να μην νιώθω έτσι μαμά. Γιατί η ζωή, δεν ξέρεις πώς και πότε θα σου πάρει όλα όσα έχεις. Η στιγμή δεν πιάνεται ποτέ. Ο χρόνος είναι αμείλικτος, κι εγώ θέλω να μετριέμαι στα ίσια μαζί του. Γίνεται αυτό μαμά;

Μάλλον κι εσύ δεν ξέρεις.. Κι ίσως να μην μάθουμε ποτέ. Κι επειδή το αύριο μπορεί να μην έρθει, το μετά από λίγο μπορεί να μην έρθει, υπόσχομαι πως θα καταφέρω να κάνω και τα τρία μαμά. Θα ΖΩ όντως σαν να είναι η τελευταία μου ημέρα. Θα ΑΓΑΠΑΩ γιατί είναι το μόνο ίσως χνάρι που αφήνουμε στις ψυχές των ανθρώπων. Θα ΓΕΛΑΩ, γιατί μπορώ και κάνω τα δύο προηγούμενα.

Κι όσοι από σας διαβάσετε αυτό το γράμμα, εύχομαι να είστε εξίσου τυχεροί μ' εμένα. Κι αν το σκεφτείτε καλά, ίσως και να είστε, αλλά να μην δώσατε στον εαυτό σας τον χρόνο να το συνειδητοποιήσει..

Καλή τύχη μάγκες.

Μαρία Χρονιάρη

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ




Και έγινε έπειτα μια γλυκιά μουσική. Και εχόρτασε. Το φεγγάρι έσβησε πάνω στο χώμα, άφησε μια νεκρή ευχή από άσπρη μπογιά και τελείωσε. Οι άνθρωποι -μια ρευστή εκδοχή πραγματικότητας- άρχισαν να τρέχουν πίσω από τον θάνατό τους. Είχαν μια δειλή ομορφιά ξεγραμμένη στην άκρη των χειλιών τους.

«Και άνοιξε το πηγάδι της αβύσσου· και ανέβηκε καπνός από το πηγάδι ωσάν καπνός από μεγάλο καμίνι και σκοτείνιασε ο ήλιος, και ο αέρας από τον καπνό του πηγαδιού.
Κι από τον καπνό βγήκαν ακρίδες στη γη· και τους δόθηκε εξουσία σαν αυτή που έχουν οι σκορπιοί της γης»(*).

Έβλεπα σαν ενσαρκωτής όλα τα χρόνια να αλλάζουν γύρω μου· βαδίζουν ένα χορό μαγεμένο. Η θάλασσα άδειασε τα μεγάλα πλευρά της, έβγαλε έναν αέρα και η γη σκεπάστηκε σαν μακιγιάζ. Πνιγμένα καλώδια στον σάκο των γεγονότων, οι αναμνήσεις του σώματος. Σαν εκδρομή στο παρόν. Σαν αίμα φτηνό που ξεράθηκε στο μπουκάλι. Η ζωή, οι άνθρωποι και ο κόσμος των ανθρώπων φωσφόριζαν μέσα στο κενό της νύχτας. Υπήρχαν στο διάστημα μεταξύ, στο διάστημα πριν από τη μετάβαση. Θα μπορούσαν και να είναι ζωντανοί, αλλά έγιναν ακρίδες.

Και εκλήθη ξανά ο τραγουδιστής Νιλ Γιανγκ τυλιγμένος σε φυσαρμόνικες. Look out for my love, όμως δεν υπήρχαν πια γειτονιές. Έβγαλα το παιδικό μου ποδήλατο, ήταν θαμμένο κάτω από χιλιάδες βινύλια. Ο χρόνος το είχε αθωώσει. Του είχε προσδώσει ένα δυσανάλογο φως.

Έτσι φωτισμένο το ανέβηκα έως το εσωτερικό των πρώην ανθρώπων. Κοίταζε ο ένας τον άλλο με απορία - εγώ το ποδήλατο και το ποδήλατο εμένα. Όταν γίνεσαι επιβάτης της παιδικής σου ηλικίας τα πράγματα δηλώνονται ως επιθυμίες. Η ρόδα κυλούσε στη λάσπη με κακία, ερεθισμένη από κεραυνοβόλο μανία. Πέρναγε μέσα από τις ακρίδες και τις αυλάκωνε. Δημιουργήθηκε εκεί ένα ρέμα, ένα όριο ζωής.

Μετά τους χτύπησε η φωνή μου. Ήταν σαν ουρλιαχτό ζώου που έψαχνε το κοπάδι του. Τους ζήτησε να παραμείνουν πορτοκαλί, αλλά ένσαρκοι. Ένα αηδιαστικό χαρτί χωρίς λέξεις συνέχιζε να καλύπτει αυτό που κάποτε ήταν δέρμα. Και ήταν παράσημο φρικτό.

Λέγεται πως υπήρξε αίμα. Και πως υπήρξαν σωθικά που τα έφαγε η αρρώστια. Και σαν θαύμα το αίμα υποχώρησε σε νερό και τα μάτια κόπηκαν. Και εχάθη ο κόσμος των ανθρώπων και ο πόνος τους.

Να κρατάς τον πόνο του κόσμου στα χέρια σου, όπως ένα ποτήρι νερό, είπε ο Νιλ Γιανγκ, μετά το τελευταίο ταξίδι στην Τούλσα, και κοιμήθηκε με τους αγγέλους. Δεν ξέρω τι να τον κάνω. Εχουν τέτοια αηδία οι ξεβαμμένοι λαιμοί, τα κολλημένα μαλλιά, οι ιδρωμένες ψυχές στις τσέπες. Αλλά με απόγνωση. Με μια απόγνωση σπασμένη στα δύο άγρια και με συνέλευση των εαυτών μου θα απομακρυνθώ. Αυτό το παζλ στο σκοτάδι με τα χαμένα κομμάτια χρειάζεται τους αντικαταστάτες του.

Οι άνθρωποι είναι άγραφα κείμενα.

Και πρέπει να συμπληρωθούν.


Σταύρος Σταυρόπουλος

(*) Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ικαρος, 1975


(Από την νέα στήλη του Σταύρου Σταυρόπουλου στην "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας, με τίτλο "ΑΠΕΝΑΝΤΙ")


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=08/10/2011&id=315829

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΑΤΑΦΑΣΗ ΣΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



Πρώτη εμφάνιση. Η ομολογία πίστεως στις αξίες της αυτοσυγκέντρωσης πειστική. Εξ’ όνυχος: «Μαδάω τις βλεφαρίδες μου με το τσιμπιδάκι των φρυδιών. Μια μέρα θα βγάλω και τα μάτια μου. Η ψυχή βλέπει πιο καθαρά. Μέχρι κι αυτή να βγει. Από ανάγκη». Η ερωτική διάσταση παρούσα. Οδυνηρή, αλλά όχι μάταιη: Έτσι, δι’ αυτής σχηματίζεται ένα είδος αυτογνωσίας. Εξ’ ου και η αποστροφή: «Τίποτα δεν έζησα χωρίς να φοβάμαι μην τσαλακωθείς». Η κατάφαση στο φαινόμενο της ζωής τεκμαίρεται αβίαστα. Οι γυμνοί στίχοι υποδηλώνουν ενίοτε βούληση αντίστασης στο παρακείμενο χάος. Ήτοι: «Ένωσες την αρχή με το τέλος σε μια ακροστιχίδα σιωπής. Όλα τα άλλα έμειναν σε εκκρεμότητα. Κι η αγκαλιά μου γέμισε παγωμένα καλώδια».

Γιώργος Βέης

(Η κριτκή του Γιώργου Βέη για το βιβλίο μου"Εκεί που αλλάζω ζωές" εκδ. Απόπειρα, στο περιοδικό «Τα Ποιητικά», Τριμηνιαίο Περιοδικό Ποίησης τχ 3, Σεπτέμβριος 2011)


Διαβάστε εδώ στο μπλογκ της Απόπειρας
http://apopeirates.blogspot.com/2011/10/blog-post_19.html 

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

 

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

Ανθολόγιο (ρήσεις και αντιρρήσεις)
μτφρ. - επιλογή: Ερρίκος Μπελιές
εκδόσεις Ηριδανός


Το απόφθεγμα συνιστά την ευφυέστερη εκδοχή αποτίμησης των πραγμάτων. Πρόκειται για την αποκρυστάλλωση ενός νοήματος πάνω στον κοινό τόπο. Δίνει σάρκα και οστά στην πεμπτουσία του στοχασμού ενός συγγραφέα.
Το όνομα του ιρλανδού συγγραφέα Οσκαρ Ουάϊλντ (1854-1900) είναι σήμερα σχεδόν συνώνυμό του. Το σαρκαστικό και πικρόχολο χιούμορ του άφησε στην ιστορία της τέχνης μερικά από τα φωτεινότερα διαμάντια: μπρασελέ από λέξεις αμύθητης αξίας, που, ευτυχώς, βρήκαν τελικά τη θέση τους -παρά τα αμήχανα σχόλια των πρώτων κριτικών- στην κοσμηματοθήκη της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στους αφορισμούς και στα αποφθέγματα του Ουάϊλντ συναντάμε το απαράμιλλο άνθος μιας διάνοιας σε έκρηξη. Κάτω από το εξωφρενικά αμέριμνο και ελαφρύ «ντύσιμο» υπάρχει το αληθινό της καρδιάς. Ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας, που προκαλούσε διαρκώς την εποχή του με την οξύνοια του πνεύματός του, που υπερασπίστηκε μέχρι θανάτου τη διαφορετικότητα και το δόγμα του, ο εστέτ που ενώπιον ενός τελωνείου απαντούσε «δεν έχω να δηλώσω τίποτα, πέραν της ευφυΐας μου», ο ευγενής νεαρός που διατυμπάνιζε πως «η πλήρης διαφωνία του με τα τρία τέταρτα των Άγγλων συνιστά πρωταρχικό στοιχείο πνευματικής υγείας», γνώριζε φυσικά το τίμημα που επρόκειτο να πληρώσει: φυλακίσεις, χρεοκοπίες, καταναγκαστικά έργα, απαγορεύσεις βιβλίων, διασυρμός. Το ανώτερο πνεύμα και η υπεροχή δεν συγχωρούνται εύκολα. Ούτε τότε ούτε σήμερα.

Το έργο του χαρακτηρίστηκε από πολλούς αμφιλεγόμενο, αφού δεν του συγχωρήθηκε ποτέ η αποκάλυψη της ομορφιάς που προξενούσε. Ήταν ένα σκάνδαλο γούστου. Σαν να τράβηξε κάποιος τις κουίντες και να διέρρευσαν, ξαφνικά, μυστικά εξαιρετικής γοητείας, που δεν ήξερε κανείς τι να τα κάνει.

Τα ευφυολογήματά του έγιναν λογοτεχνικό στάτους και άποψη, ο κυνισμός και το αστραφτερό του χιούμορ είχαν ένα αποδέκτη: τη σοβαροφάνεια που διέκρινε τους «καλλιτέχνες των σαλονιών» του 19ου αιώνα. Οι ηθικολόγοι της εποχής είχαν σοβαρό πρόβλημα.
Δεν πρόκειται μόνο για το λεπτό παιχνίδι της πνευματικής υγείας και την καθολική υποταγή στις διαθέσεις ενός υπερβολικά μπλαζέ συγγραφέα, μιας γλώσσας όπου οι λέξεις είθισται να ντύνουν τη σκέψη, όπως τα ακριβά ρούχα τυλίγουν ένα όμορφο σώμα. Δεν πρόκειται μόνο για το «η Τέχνη για την Τέχνη» που έκαναν σημαία τους οι Αισθητιστές.

Ο «ερασιτεχνισμός» αυτής της συνεχούς αντίφασης και η διαρκής αγωνία για απήχηση που σαφέστατα εμφιλοχωρεί στα ουαϊλδικά κείμενα, καταδεικνύουν μόνον τη μία όψη.
Η άλλη πιστοποιεί ότι πίσω από αυτές τις τόσο επιδεικτικά σίγουρες λέξεις κρύβεται μια διαρκής και σταθερή αλήθεια. Γεγονός που επιβεβαιώνουν η ανθεκτικότητα και η επανεκτίμηση της σημαντικότητας του έργου του στις μέρες μας.

Στον Ουάϊλντ υπάρχει μια συνεχής εκθεμελίωση, μια σκωπτική αναθεώρηση της επιγραμματοποιίας του, απόσταγμα το απόσταγμα, σχόλιο το σχόλιο, με αποτέλεσμα κάτι που εξυμνείται στο προηγούμενο γνωμικό, να αποκηρύσσεται ολοκληρωτικά στο επόμενο. Ε, και;
Ο ίδιος ο Λόρκα δεν είχε πει καταλαβαίνω στο έπακρο την ποιητική τέχνη και θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι αυτήν, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά;(1)
Γιατί δεν κατηγορήθηκε ο Λόρκα για παραδοξολογία; Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από τέτοια περιστατικά - άλλωστε, αν σε κάτι βασίζεται, αυτό είναι η αντίφαση, η δυνατότητα δηλαδή του δημιουργού της να την ανατρέπει και να τη διαχειρίζεται κατά το δοκούν. Ο Ουάϊλντ, μέσα στις τόσες ανατροπές, ηθών και εθίμων, συμπεριέλαβε με στυλ και τον εαυτό του.

Άλλωστε, για ένα μόνο πράγμα μιλούν τα βιβλία -όλα τα βιβλία-, για τον εαυτό τους. Είναι μια βιογραφία της στιγμής του γράφοντος, που συνεχώς αλλάζει. Κάτι ακαριαίο και προσωρινό, μια ξαφνική λάμψη - όπως ανάβει ξαφνικά ένας διακόπτης και φωτίζει στο σκοτάδι.
Το βιβλίο «Όσκαρ Ουάϊλντ, Ανθολόγιο (ρήσεις και αντιρρήσεις)» πρέπει μάλλον να παρακολουθεί την έκδοση του 1905, «Oscar Wilde, Epigrams and Aphorisms» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηριδανός, της Άλκηστις Παπακώστα.
Τα αποφθέγματα και οι αφορισμοί που σταχυολογούνται εδώ, έχουν ανασυρθεί, με την πρωτοβουλία και τη μεταφραστική δεινότητα του Ερρίκου Μπελιέ, αποσπασματικά, από το θεατρικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του μεγάλου ιρλανδού συγγραφέα.

Μικρά θραύσματα από τον μαγικό κόσμο του κυρίου Ουάϊλντ:

Ένα είναι χειρότερο από το να μιλάνε για σένα: να μη μιλάνε καθόλου για σένα.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν από μια ύπουλη αίσθηση κοινής λογικής, και ανακαλύπτουν όταν είναι πολύ αργά ότι για τα μόνα πράγματα που δεν μετανιώνει κανένας είναι τα λάθη του.
Λατρεύω το θέατρο. Είναι τόσο πιο αληθινό από τη ζωή.
Δεν υπάρχουν ηθικά και ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι ή καλογραμμένα ή κακογραμμένα.
Ζούμε σε μια εποχή που διαβάζει υπερβολικά, με αποτέλεσμα να μην είναι σοφή, και σκέφτεται υπερβολικά, με αποτέλεσμα να μην είναι ωραία.
Προτιμώ τους ανθρώπους από τις αρχές. Και μάλιστα τους ανθρώπους που δεν έχουν καθόλου αρχές.
(από το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ») 
 
Στον κόσμο υπάρχουν δύο ειδών τραγωδίες. Η μία είναι να μην αποκτά κάποιος αυτό που θέλει, και η δεύτερη είναι να το αποκτά. 

Μπορώ να αντισταθώ στα πάντα εκτός από τον πειρασμό. 

Στις κοσμικές συγκεντρώσεις όλοι ρωτάνε όλους τι κάνουν. Οταν ρωτάνε εμένα τι κάνω, μου αρέσει πολύ, γιατί θεωρώ πως ενδιαφέρονται για την υγεία μου, αλλά αυτοί πάντα απογοητεύονται άμα λέω πως είμαι εντελώς καλά. 

Οι ηθικοί άνθρωποι είναι αυτοί που κάνουν τελικά το μεγαλύτερο κακό στην κοινωνία, διότι δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στην κακία. Είναι ανόητο να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Οι άνθρωποι είναι ή γοητευτικοί ή βαρετοί, κι εγώ σίγουρα προτιμώ τους γοητευτικούς.

Αυτή η κυρία μού φέρεται με τόση αδιαφορία, που θα μπορούσε να είναι η γυναίκα μου.
(από το «Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμιρ») 

Ο έρωτας ξεκινάει όταν κάποιος ξεγελάει τον εαυτό του και τελειώνει όταν ξεγελάει τους άλλους. Κι αυτό ο κόσμος το ονομάζει ρομάντζο. 

Η ιστορία της γυναίκας είναι η ιστορία της χειρότερης μορφής τυραννίας που γνώρισε ο πλανήτης. Η καταδυνάστευση του ισχυρού από τον ανίσχυρο. Και είναι η μόνη μορφή τυραννίας που διαρκεί. 

Η γυναίκα είναι η πιο χαριτωμένη διάψευση της λογικής. 

Οι γυναίκες είναι σαν τους πίνακες ζωγραφικής: αν θες να μάθεις τι εννοεί πραγματικά μια γυναίκα, κοίταζέ την, αλλά μην προσπαθήσεις να την ακούσεις. 
(από το «Μια γυναίκα χωρίς σημασία») 
Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν βλέπει τα πράγματα έτσι όπως πραγματικά είναι. Αν έκανε κάτι τέτοιο, θα έπαυε να είναι καλλιτέχνης. 

Στην τέχνη δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Αλήθεια στην τέχνη είναι αυτό που και το αντίθετό του είναι αλήθεια. 
(από το «Η παρακμή του ψεύδους») 
Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιπαθείς την τέχνη. Ο πρώτος είναι απλώς να την αντιπαθείς, ο δεύτερος είναι να σου αρέσει λογικά.. 

Το κοινό είναι εκπληκτικά ανεκτικό. Συγχωρεί τα πάντα, εκτός από τη μεγαλοφυΐα.
(από το «Ο κριτικός ως δημιουργός») 

Τελειώνω με μια έκκληση: Κάποτε ο κόσμος πρέπει να ενδιαφερθεί γι' αυτές τις μικρομεσαίες εκδοτικές επιχειρήσεις (Απόπειρα, Ηριδανός, Ερατώ, Οδός Πανός, Σμίλη, Υψιλον, Opera, Εκκρεμές, Printa - Ροές, Scripta, Αρμός, Παρουσία, Αστάρτη, κ.λπ.), που στηριζόμενες στον μόχθο και την τρέλα για το βιβλίο ενός-δύο ανθρώπων, χωρίς χορηγίες, χωρίς βοήθεια από πουθενά, σχεδόν χωρίς κίνητρο, προσπαθούν να καλύψουν όλη τη δημιουργική δουλειά στο χώρο, παραδίδοντάς μας μικρά τυπογραφικά αριστουργήματα, που λόγω της περιορισμένης τους διανομής δεν γίνονται ποτέ ευρέως γνωστά.
Πώς το λέει ο Τσέλαν; Είναι καιρός να είναι καιρός.


Σταύρος Σταυρόπουλος


(1.) «Εκλογή ποιημάτων», Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, εκδ. Λιβάνη 2001 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=01/10/2011&id=313947