Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.



(απόσπασμα από το κείμενο "ΧΩΡΑ")

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011


ΥΓΡΑΣΙΑ



ΕΠΕΙΤΑ άνοιξε ένας ορυκτός δρόμος που στέγασε. Αυτή την παλιά φίρμα των ανθρώπων. Γυάλιζε σαν κοίτασμα αποκρουστικό και δυσοίωνο.
Ο,τι είχε απομείνει από τη ζωή ήταν λόγος: βαρύς, πατημένος λόγος, αλλά σταμάτησε. Τα ερείπια των σωμάτων ήταν στρωμένα στο έδαφος και ήταν χαλί ανυπόφορο που πήγαινε προς μια υπερφωτισμένη έξοδο. Σαν κοιμητήριο απλώθηκε σκεπασμένο. Και είχε μόνο ουρανό λίγο, ένα κομμάτι μπλε, σαν χάντρα κομπολογιού. Ξαφνικά κόπηκε και έπεσε κάτω με πάταγο. Σχηματίστηκε εκεί ένας σταυρός φωτεινός που ήταν όνομα.

Μετά, ήρθαν οι λίμνες και τα ποτάμια. Η υγρασία ήταν αιτία ξανά ζωής. Σαν να ξύπνησε από πεινασμένο ύπνο και την οδήγησα.

Εκοψα τον νέο κόσμο σε ένα πατρόν χάρτινο και σχεδίασα τα ομοιώματα των ανθρώπων. Επειδή μόνον όταν υπάρχουν οι άλλοι, υπάρχει εαυτός. Είχαν ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα σαν ανατολή, που έβγαινε μέσα από βουνά και καρφωνόταν. Στέκονταν γερμένοι, αλλά εύκαμπτοι. Ο αέρας που φυσούσε κόντρα, ανάποδα με την ιστορία της γης, άλλαζε το σχήμα τους, σαν αρμονία με μέλλον. Τους άνθιζα με τα τεθλασμένα μάτια μου.

Δεν έχω βάρος, μίλησε το χαρτί, και έγινε σιωπή. Καμία λέξη δεν έχει προϊστορία, όλες είναι αβγά. Θα γεννιούνται πάντα καθώς λέγονται, χωρίς παρελθόν.

Κινήθηκε έπειτα με το πορτοκαλί σώμα του, θρόισε και έπεσαν πάνω του οι λέξεις, λευκά πουκάμισα, ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο από τότε που ο καιρός τελείωσε, γιατί ήταν το λευκό που τυφλώνει και σε κάνει να βλέπεις τα πάντα σαν αποκάλυψη, ποτέ δεν συνέβη τέτοια σφοδρή επίθεση, τέτοια επιδρομή του λευκού στο πορτοκαλί σώμα. Το χαρτί αγκάλιασε τον κόσμο, τον περιτριγύρισε με μια ελαφριά αγκαλιά που είχε το μέγεθος του δέντρου. Και ονομάστηκε επικοινωνία.

Εμφανίστηκε πάλι η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αλλά σαν αποτέλεσμα. Βρεγμένη, και είχε σκιά. Είπε, γύρισα, το ρήμα ήταν ελληνικό. Εγώ, όσο εγώ μπορεί να είμαι εγώ, κοίταξα προς το μέρος της. Το πριν σώμα είχε αλλάξει επίπλωση, ημερομηνίες, δέρμα. Ηταν μια αποθήκη ζωής και φαινόταν. Η παλιά πληγή κρεμόταν από το αριστερό της μάτι, σαν κολλημένο δάκρυ και έπηζε. Πυορροούσε αύριο.

Κατάλαβα ότι μόνον εκεί αναπνέεις και κόλλησα το στόμα μου πάνω της. Αυτή η κατευθείαν πληγή είχε τη γεύση του εαυτού. Προερχόταν από μένα, μιλούσε εκ μέρους μου. Ηπια τα μάτια της. Ηταν ένα γνώριμο δάκρυ σ' ένα άγνωστο πρόσωπο.

Ο,τι έβλεπε η νύχτα έγινε χλοοτάπητας. Μετά, φάνηκε πάλι ο ουρανός της μέρας, ένα βαθύ μπλε των σειρήνων, από κάτω τα χάρτινα πορτοκαλί ανθρωπάκια σε παράταξη πραγματικότητας, οι καινούριες πόλεις, τα φώτα επιστροφής.

Είχα τις αναγκαίες, άσπρες λέξεις στα χέρια μου και τα μάτια του κόσμου.

Σαν φιλημένα δάκρυα, και έβρεχαν με ένα αθώο γέλιο το χώμα.

Σταύρος Σταυρόπουλος


(από την νέα στήλη του Σταύρου Σταυρόπουλου στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, με τίτλο ΑΠΕΝΑΝΤΙ)

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=10/09/2011&id=308106

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου